1000mg Απουσίας

17. Για δυο χούφτες ελευθερία

2-IMG_0347.jpg

«Μα, είναι τώρα ευχή, αυτό το πράγμα;»

Κάθεται σταυροπόδι στο χείλος της μπανιέρας, φοράει ένα Minerva λευκό και αμάνικο φανελάκι, στο στόμα μισοκαίει ένα Pal Mal και σκαλίζει με σπουδή τα χνούδια που έχουν φωλιάσει ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του.

«Σοβαρά τώρα, από όλα τα πράγματα που μπορεί κάποιος να σκεφτεί για να ευχηθεί σε μια γυναίκα που είναι… έτσι», συνεχίζει δείχνοντας με το βλέμμα προς την Σοφία η οποία έχει τα μάτια κλειστά και βουλιάζει μέσα στην γεμάτη μπανιέρα, «αυτό είναι το καλύτερο;»

«Ωχ, βρε αγάπη μου, μια ευχή είναι, μην γίνεσαι στριμμένος. Με την καλή της την καρδιά το είπε», του λέει εκείνη, απλώνει το χέρι και τον χαϊδεύει στον ώμο.

Πετάει το αποτσίγαρο στην λεκάνη, τραβάει το καζανάκι και την κοιτάει. Ανεβαίνουν απ’ τα στήθια της υδρατμοί, τα μαλλιά της κολλάνε στο μέτωπο της, το νερό δεν έχει αφρό, ξεθύμανε από ώρα, την έχει μέσα του, τα πόδια της δεν χωράνε για λίγο και σπρώχνει με τις μύτες των δαχτύλων την πορσελάνη, στον λαιμό χτυπάει μια φλέβα, εκείνη η καταραμένη φλέβα που δεν σταματάει, προκαλεί για λίγη ακόμα γλώσσα, για χείλη πάνω στα χείλη, μισάνοιχτο το στόμα της και αναπνέει βαριά, όλο ευχαρίστηση και ικανοποίηση και σπέρνει επιθυμίες μόνο και μόνο για να θερίσει τελικά απραξία.

Το Minerva είναι εφαρμοστό και δεν βοηθάει κι εκείνος όμως δεν προσπαθεί να το κρύψει. Η Σοφία τον κοιτάζει, πότε στα μάτια, πότε στο καβάλο, χαμογελάει πονηρά.

«Βλέπεις κάτι που σ’ αρέσει, όμορφε;»

«Πάντα βλέπω πάνω σου κάτι που να μ’ αρέσει», απαντάει λάγνα, σχεδόν κωμικά και το ξέρει.

«Ακόμα και έτσι όπως είμαι;»

«Πάντα!»

Εκείνη γελάει.

«Σίγουρα δεν είχε αυτό στο μυαλό της η κυρία Αμαλία όταν μου ευχήθηκε το πρωί!»

Το λευκό Minerva επανέρχεται εντυπωσιακά γρήγορα στην αρχική του κατάσταση, επιδεικνύοντας τις μοναδικές ιδιότητες του υδρόφιλου βαμβακιού στην υφαντουργία κι ο Πολύκαρπος στραβομουτσουνιάζει.

«Τώρα, για καλό μου την θύμισες την καρακάξα;»

«Έλα μωρέ Πολύκαρπε, υπερβολικός γίνεσαι!»

«Μα… “καλή λευτεριά”; Δηλαδή, τι είσαι; Σκλάβα;»

«Ωχ, ρε αγάπη μου…»

«Τί, δηλαδή, υπό κατοχή, σαν να λέμε; Δεν είσαι ελεύθερη να κάνεις ό,τι θέλεις;»

«Είναι απλά μια ευχή!»

«Και να πω ότι δεν έζησε και υποδούλωση… εκατό χρονών είναι το βαμπίρ και κατοχή έζησε και χούντα!»

Η Σοφία προσπαθεί να σηκωθεί και δεν τα καταφέρνει.

«Κάτσε να σε βοηθήσω, τι κάνεις τώρα, ρε Σόφη!»

Την βοηθάει να καθίσει λίγο καλύτερα, εκείνη του χαμογελάει.

«Ελεύθερη, ε;»

«Σιγά, ρε αγάπη μου! Λίγη βοήθεια ήθελες μόνο.»

«Καλά», του απαντάει, σηκώνει το ένα της πόδι έξω από το νερό και το ακουμπάει στο χείλος της μπανιέρας. «Βοήθα με τώρα ξυριστώ γιατί δεν μπορώ να σκύψω μέχρι εκεί.»

Ψάχνει το bic και κρέμα ενώ δίπλα του η Σοφία γελάει σιγανά και μουρμουρίζει «άκου ελεύθερη!» για να τον πειράξει.

Κρυφογελάει κι εκείνος και περνάει πάνω στην γάμπα της την κρέμα, το δέρμα γυαλίζει, το γλύφει το ξυράφι μέχρι το γόνατο.

«Φτάνω τώρα», του λέει.

«Όχι», της απαντάει, «δεν φτάνεις».

Συνεχίζει. Το χέρι του αγγίζει τον μηρό της απαλά όλο και πιο ψηλά, μέχρι ανάμεσα στα πόδια της, τα δάχτυλα του μπερδεύονται στις τρίχες της, της ξεφεύγει ένα βογγητό, τον τρελαίνει, το χέρι του κατεβαίνει πιο χαμηλά, παίζει με τις πτυχές της και την βρίσκει ζεστή, υγρή και πρόθυμη.

«Πολύκαρπε…», ψιθυρίζει και τον σταματάει απαλά με το χέρι της. «Δεν πρέπει. Τίποτα δεν πρέπει, το ξέρεις.»

«Ναι», της απαντάει. «Μου έλειψες.»

«Κι εμένα», ανασηκώνει το σώμα της, κυρτώνει σαν χρυσάνθεμο κόντρα σε κάθε ήλιο και τον φιλάει. «Θυμάσαι την προηγούμενη φορά;»

Εκείνος κουνάει το κεφάλι.

«Όχι αυτή τη φορά», της απαντάει. «Όλα θα πάνε καλά.»

Μένουν αγκαλιασμένοι σφιχτά, γεμίζει το δωμάτιο νερό μα δεν βρίσκεται ούτε μια σταγόνα να σβήσει την ανάγκη και τον πόθο.

«Θα με βοηθήσεις, λοιπόν;» τον ρωτάει.

Πιάνει ξανά το ξυράφι και το περνάει απαλά πάνω από τα πόδια της κι αυτό γλύφει το δέρμα με έναν ήχο ευδαιμονίας και το ζηλεύει, πόσο το ζηλεύει το γαμημένο.

«Ακόμα πιστεύεις πως ήταν λάθος η ευχή της κυρά- Αμαλίας;»

Χαμογελάει.

«Μεταξύ μας τώρα, και ελευθέρια δεν το λες.»

Περνάνε οι μέρες. Μένουν λίγες τώρα και τα έχουν κανονίσει όλα. Περπατάνε πολύ τα απογεύματα, έτσι τους είπε ο γιατρός κι αν τύχει να τους συναντήσει κάποιος γνωστός στον δρόμο, ο Πολύκαρπος ακούει την ευχή των κυράδων, «καλή λευτεριά!» και είναι πιο συγκαταβατικός, την καταπίνει πιο εύκολα γιατί κάπως νοιώθει πως την δίνουν σε εκείνον.

Ζορίζουν τα βράδια, δεν αντέχει η Σοφία, στρίβει στο κρεβάτι, νοιώθει κάτι πόνους, της κόβουν την ανάσα και δεν κλείνει μάτι, πάνε τρία μερόνυχτα κι αυτός μαζί της. Διπλώνεται τώρα, σφίγγει τα σεντόνια, σφίγγει το χέρι του, «βοήθησε με, δεν αντέχω!»

Φτάνουν πριν τις δυο στο μαιευτήριο, κοντεύει η ώρα, έχεις διαστολή δύο, θα καλέσω τον γιατρό, τι εννοείτε δεν μπορώ να είμαι μέσα, ξέχασε το, την παίρνω και γεννάμε σπίτι, μ’ ακούς; Δίπλα της θα είμαι μέχρι το τέλος, όχι κυρία μου, δεν έχει μάνα, όχι, ούτε πεθερά, εμένα έχει μόνο, το κατάλαβες; Τώρα, πήγαινε να φωνάξεις τον γιατρό.

Νοιώθει το χέρι της δυνατό, δακρύζει, δεν το πιστεύει, η Σοφία είναι όμορφη, σφίγγει τα δόντια, οι φλέβες στον λαιμό και στο κούτελο θέλουν να εκραγούν, φωνάζει «δεν αντέχω», μα αντέχει, φωνάζει «δεν μπορώ» κι όμως μπορεί, άκου, μια φορά ακόμα γερά, με όλη σου την δύναμη να το φέρεις καλά και θα περάσουν οι ώμοι, έλα κούκλα μου, να χαρείς, μια φορά ακόμα. Κλαίει, τον κοιτάζει, εκείνος της χαϊδεύει το μέτωπο και την φιλάει στα μαλλιά, λίγο ακόμα της λέει, εκείνη προσπαθεί να πάρει ανάσα μα την προλαβαίνει η σύσπαση και χάνει τον κόσμο, σπρώξε, σπρώξε τώρα! Σπρώχνει όσο μπορεί, ουρλιάζει, της κόβεται η πνοή μα κάπου στην άκρη του δωματίου, σε κάποιον την έχει δώσει.

Κι όπως δίνει ζωή, λυγίζει η βέργα του μυαλού και κλαίει με λυγμούς, εκείνη, ο ανήμπορος άντρας δίπλα της, η μαία κι ο Μηνάς, μπλαβής και στραπατσαρισμένος.

Την κρατάει στα χέρια του και την φιλάει, την παρηγορεί μ’ όλου του κόσμου τα γλυκόλογα. Κι έπειτα, του φέρνουν τον γιο του κι όπως του τον ακουμπούν στα χέρια, δεν είναι μεγαλύτερος από δυο παλάμες, ακριβής, αληθινής ελευθερίας.

 

 

 

4 σκέψεις σχετικά με το “17. Για δυο χούφτες ελευθερία”

  1. Τι υπέροχο Μιχάλη, με το καλώς σε βρήκα, να πέφτω σε γεννητούρια!
    Θα είμαι τυπική εξ άλλου το απαιτεί η πρώτη επίσκεψη!
    Να σας ζήσει και να το χαίρεστε, χαμογελαστό και χαρούμενο… (τα τρία Χ της Χαράς!) 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s