Αντοχή

eGON sILE fRIENDSHIP.jpg

 

πάνω στη «φιλία» του Έγκον Σίλε

«Αντοχή»

Ένα ερωτικό χαϊκού ΙΑ’

Αρκετές φορές
θέλησες να μετρηθείς
με την αντοχή.

Κάποιες έχασες
άλλες πάλι κέρδισες
Πύρρεια νίκη.

Μα κάθε φορά
λαχάνιαζες ευτυχής
στον θώρακά μου.

χαικου

Είχε λόγο

«Είχε λόγο»

Δεν φτιάχτηκε τυχαία το κρασί
κατά λάθος δεν έμαθε ο άνθρωπος
πριν καν μιλήσει
πώς να λύνει την γλώσσα
και να τυλίγεται ψέμα
αχρείο και ιερό
είχε τον λόγο του ο άνθρωπος
σπονδή στο χώμα να προσφέρει
να κάνει πως διασκεδάζει
και να γυρεύει
στις Μαινάδες και τους Αναστενάρηδες
να κρύψει
ό,τι μέσα του απομένει ζωντανό.
Είχε λόγο
Στου έρωτα τον χάλκινο αποστακτήρα
να μεθά
και πάνω στην πρώτη ανάσα
και όταν κοκκίνιζαν πρώτη φορά
του κοριτσιού τα σκέλια
Είχε λόγο να σηκώνει το ποτήρι.
Είχε λόγο
αλκοολούχο να ‘ναι το αίμα
του Θεού του.
Στην μαύρη ώρα
είχε κάθε λόγο να βγάζει το κονιάκ
στη χαρά του τη ρακή
είχε λόγο.
Στα χαρακώματα αν έβρισκε ουίσκυ
το έπινε με τους φονιάδες δίπλα του
στη μοναξιά είχε λόγο να κερνά
εκείνο που έχασε
στα μεγάλα έργα έφτιαχνε αράκ
στις παγωνιές διάφανα υγρά πνεύματα
το μυαλό του να εξαπατά
είχε κάθε λόγο.
Μα έχει πιει πολύ
Πολλών λογιών ποτήρια
Και τον έχει πια ξεχάσει.

κόκκινη γραμμή

Κόκκινη γραμμή

«Κόκκινη γραμμή»

Κάτω στην πετρόχτιστη Μάνη
έχω έναν πρόγονο
που άφησε δώρο στον γιο του
μια φράγκικη σπάθα μαυρομάνικη
με σκαλισμένη λάμα.
«Με αυτήν εδώ», του είπε
την ώρα της θανής
«καθάρισα της Νεαπόλεως τον κάμπο
από ανθρώπους που ήθελαν το κακό μας».
Εκείνος μια ρωσική μπαγιονέτα κουβάλησε μαζί του
από την Καλλίπολη μετά το μακελειό
«δώδεκα σκότωσα με αυτήν,
πρωτού μας ξεπαστρέψουν»
την έδωσε στον παππού μου.
Αυτός πάλι,
κουβάλησε ένα ρεβόλβερ Γουέμπλεϊ
από την Αίγυπτο, βρετανικό
που κόλλησε στον κρόταφο πολλών
στα χέρια το ακούμπησε του πατέρα μου
πριν πάει να τους συναντήσει
και εκείνος πέρασε μια αλυσίδα στον λαιμό
που ‘χε στην άκρη μια σφαίρα αμερικάνικη
του ΕΑΤ-ΕΣΑ
για να θυμάται, έλεγε, πόσο ζυγίζει
η αλήθεια.
Όταν κι εκείνος πέθανε
τα μάζεψα όλα σε ένα όμορφο σεντούκι
και περιμένω ζηλόφθονος μπρος στα ανδραγαθήματά τους
κοιτάζοντας τα ματωμένα όργανα
της ελευθερίας
πότε θα φτάσει η σειρά μου
κι εγώ να ξεπαστρέψω
έναν
εκατό
χίλιους
ανθρώπους που το κακό έχουν
στην καρδιά τους ριζωμένο,
να ακουμπήσω και εγώ
κάτι που στέρησε ζωή μέσα στο στεντούκι
για να το βρει ο γιος μου
και εκείνος με τη σειρά του να ακουμπήσει
το δικό του όπλο πάνω στην κόκκινη γραμμή
κι ο επόμενος το δικό του
κι ο επόμενος
κι ο επόμενος
κι ο επόμενος
κι ο επόμενος…

κόκκινη γραμμή

Τα απαραίτητα

«Τα απαραίτητα»

Δεν θέλει πολλά
Ο άνθρωπος για να είναι
Πλήρης, ευτυχής
Και άρα, καινοτόμος.
Ένα φαΐ ζεστό που να μυρίζει
Κάτι από τη μνήμη
Ένα πιοτό
Ό,τι δεν ταιριάζει να το φέρει ίσια
Ένα κορμί να μπει μέσα του
Όσο για μια χούφτα ψέμα
Κρεβάτι καθαρό
Και ανοιχτούς ορίζοντες.
Αυτά.
Και ένα κουτί σπίρτα
Καλά βουτηγμένα στα φωσφορικά
Μας ρέστα.
Και ένα μπιτόνι γεμάτο
βενζίνη, οποιουδήποτε αριθμού οκτανίων.
Με αυτά μπορεί να αλλάξει
Τον κόσμο.
Πλήρης, ευτυχής
Μα προπάντων,
Καινοτόμος.

κόκκινη γραμμή

Ρε, φίλε!

«Ρε, φίλε!»

Πού θα πας, ρε φίλε;
Πού να τρέχεις τώρα;
Μα, πνίγεται.
Κάποιος θα βρεθεί να φέρει νερό,
πού να τρέχεις τώρα;
Μα, δεν παίρνει ανάσα.
Θα συνέλθει, κάτσε και θα δεις
μόνο κάτσε, όλα καλά σου λέω
δεν τελειώνουν έτσι των ανθρώπων οι ανάσες
ρε, ξέρεις εγώ πόσες φορές
βρέθηκα ψάρι πάνω στην άμμο, ρε;
Πού να τρέχεις;
Μα, κοίτα!
Τα μάτια του πετάχτηκαν έξω από τις κόγχες,
στράβωσε το στόμα του
δεν τον αναγνωρίζω πια.
Θα του περάσει, θα δεις.
Δεν χάνουν έτσι οι άνθρωποι τη μορφή τους
κοίτα εμένα,
κοίτα εσένα,
χίλιες και μία φορές παραμορφώθηκες
ακόμα ίδιος παραμένεις
άνθρωπος, ρε
κάτσε, ρε φίλε
και θα δεις, ίδιος θα παραμείνει
σύντομα θα ‘ναι πάλι ίδιος.
Μα, για τον Θεό, ξεψυχάει!
Μόνος σου το ‘πες
όσο έχουμε Θεό τέλος δεν υπάρχει
δεν είσαι παρά άνθρωπος, ρε φίλε,
κάτι πρέπει να κάνει και Εκείνος.
Μα, είναι ώρα πια νεκρός.
Το ίδιο και εμείς,
πού να τρέχεις τώρα, ρε φίλε;
Πού να τρέχεις;

κόκκινη γραμμή

Είναι όμορφη

«Είναι όμορφη»

Μία μικροσκοπική κουκκίδα
σπάνιας πολυπλοκότητας
εγκλωβισμένη στη ρητίνη ενός πόθου
ενός φιλιού και όμως
τόσο ισχυρή ενάντια στην παροδικότητά της
που δεν μπορεί παρά να συγκριθεί με τα ζωοδόχα άστρα.
Ξαπλωμένη σε μια κούνια στρίβει και ουρλιάζει
μπλεγμένη στο σεντόνι
διαπερνά τον χώρο
κάμπτει τον χρόνο
και εκτοξεύεται στην ουσία των άλλων ανθρώπων
άγνωστη, κατάφωτη και τρομαχτική
μέσα στην ομορφιά της.
Τρέχει με την ταχύτητα του ήχου
μέσα στους δρόμους τη πόλης
δεν είναι πια κουκίδα
θυμίζει τώρα αμυχή
μία επιπόλαια λύση της συνέχειας του δέρματος
ενός βαριεστημένου λεπτοδείκτη
δεν το γνωρίζει ακόμα όμως
αυτή η γρατζουνιά θα είναι ο θάνατός του
αυτή η γρατζουνιά θα παγώσει τον χρόνο.
Το βράδυ ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι με ουρανό
στρίβει ξανά και ξανά το νευρώδες σώμα
φοβάται εκείνη το σκοτάδι και το σκοτάδι
τα μάτια της που εκτοξεύουν πηγαία φλόγα.
Βαδίζει πάνω στο σουέλ
φέρνει το σουέλ.
Οι γοφοί της περιγράφουν την υδρόγειο
το στήθος της βλασταίνει και ανθίζει και μυρίζει αργό θάνατο
το στόμα της γυαλίζει δίκοπο
δεν είναι μία αμυχή πάνω στους λεπτοδείκτες
Είναι πληγή
στίγμα πάνω στων αγοριών τα στήθια
Είναι ένα κομμάτι ατόφιας επιθυμίας
μαρτυράει τους τρόπους των ανθρώπων
ξεχειλίζει από τους τρυφερούς μηρούς της
το μυστικό της ύπαρξης
η ίδια η εξέλιξη αναβλύζει από τον πρώτο πόθο
ορίζει τους τρόπους της συνέχειας
της διάρκειας.
Δεν είναι αμηχή
Είναι αιτία και αποτέλεσμα
είναι ο ορισμός της ύπαρξης και η γέννηση του πρώτου Θεού
Είναι φόβος και ανάγκη.
Γυρίζει γυμνή πάνω στο σεντόνι
δεν είναι πλέον φόβος
δεν είναι πληγή
Πλέκει τα δάχτυλά της πάνω στο στήθος του
τα χείλη της πάνω στο στόμα του
τα πόδια της γύρω από τον φαλλό του
σε μια στιγμή μοναδικής διαύγειας
Είναι το συμπέρασμα
η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις
η αλήθεια και το ψέμα του σκοπού
γίνεται άσυλο και στέγη
Γίνεται προσφορά και μαρτυρική απόλαυση
Δεν προστάζει πια η σάρκα
έχει ημερέψει
έχει χορτάσει άγγιγμα και μυστικά το δέρμα
Προστάζει η απορία
ορίζει η συνέχεια και η μοναξιά του ανολοκλήρωτου
προστάζει ο νους που ξυπνάει από τον εφήμερο ύπνο
η πρώτη ουσία που αρρωσταίνει αδύναμη
μπροστά στη συνειδητοποίηση του προσωρινού.
Είναι γυναίκα.
Τίποτα δεν είναι πιο καθηλωτικό από την ίδια
τίποτα δεν υπάρχει που να είναι ανώτερο σε μέγεθος
και έκταση από τη φύση που την ορίζει.
Είναι όμορφη
τσακισμένη
σπασμένη σε χίλια τέλεια κομμάτια.
Είναι φοβισμένη μπροστά στην ίδια της την ισχύ.
Είναι η αρχή και το τέλος.
Είναι η ελπίδα.

κόκκινη γραμμή

Εγώ γράφω

«Εγώ γράφω»

Το τελευταίο διάστημα
Όλο και συχνότερα
Μιλάω
Βλέπω
Συναναστρέφομαι
Νοιώθω
Ανθρώπους του πνεύματος
Της ύψιστης των τεχνών
Της ομορφότερης των βιομηχανιών
Εκείνης που πλάθει τους κόσμους που αγαπάω
Φροντίζοντας να γεμίζουν οι βιβλιοθήκες
Με βιβλία
Και των εφήβων τα μυαλά
Με καύλα και επαναστάσεις
Τους ακούω
-σοφά λόγια-
Τους θαυμάζω
-ω, μα τι ύφος!-
Κι αυτοί μου ανοίγονται
Με αγκαλιάζουν απ’ τους ώμους
Και με ακόμα μεγαλύτερη προθυμία
-μα, πόση αβρότητα!-
Μου αποκαλύπτονται
Οι Λογοτεχνικοί Κύκλοι.
Κι όσο αυτοί το κάνουν,
Τόσο εγώ επιλέγω να τους κρύβομαι.
Ανένταχτος γράφεις.
Αλλιώς τυπώνεις.
Εγώ γράφω.

κόκκινη γραμμή

Πορνογραφία

62981248_670081010110880_5586399013411749888_n.jpg

 

πάνω στην «Οδαλίσκη» του Ανρί Ματίς

«Πορνογραφία»

Ένα ερωτικό χαϊκού Ι’

Έλα κοντά μου
πέφτει λιγοστό το φως
όσο σου πρέπει

Όσο ταιριάζει
στου κορμιού σου τις πτυχές
για έναν φόνο.

Μ’ αυτό το φως
θα φτιάξουμε τέλεια
πορνογραφία.

χαικου

Τον νου σου

HAIKU 9

πάνω στο «μαύρη τσάντα» του Φάμπιαν Πέρεζ

«Τον νου σου»

Ένα χαϊκού του δρόμου

Κάποιος μου είπε
τον νου σου στα μπουρδέλα
ρε μαλάκα μου.

Στο φανάρι ρε,
στο πεζοδρόμιό μας
σε μια γωνία.

Τον νου σου ρε,
εκεί ‘ναι το παιδί σου,
ρε μαλάκα μου.

χαικου

Δώμα

HAIKU 8

πάνω στο «η σύζυγός μου» του Σαλβαδόρ Νταλί

«Δώμα»

Ένα ερωτικό χαϊκού Η’

Πώς γεμίσαμε
ολόκληρο δωμάτιο
με δυο ανάσες;

Μικρό το δώμα
εύκολα το γεμίζεις,
είπες κάποτε.

Ρώτα κι εμένα.
Με το χέρι στην πόρτα
Απείχες μίλια.

χαικου