Ιστορική συνέχεια

Σωστά μου τα ‘μαθαν με το νι και με το σίγμα
στη λαϊκή, στο σωματείο, στη Λεωφόρο
όπου θες τα ίδια μου ‘παν.
Στην Αγορά, στην Σύγκλητο, στον Άρειο Πάγο
στην Ακαδημία, στα Κυκλώπεια Τείχη
στον λαβύρινθο του Μίνωα και πιο πίσω ακόμα
στα σπήλαια μέσα και πάνω στα κλαδιά των δέντρων.
Παντού τα ίδια μου έμαθαν
ποιο είναι το σωστό να διαχωρίζω
από το στρεβλό και το αλλόκοτο.
Φέρε μου ένα αρνί βυζανιάρικο
χαριτωμένο που να μην ενοχλεί διόλου
μονάχα να μασάει τα ζιζάνια μέσα από το χωράφι.
Κι άμα καθαρίσει το χωράφι και διασφαλιστεί η σοδειά
το σφάζω και το τρώω.
Δώσε μου ένα καλό πλατάνι δίπλα στο γάργαρο ρυάκι.
Η φλυαρία του
μ’ αποχαυνώνει κάτω από το λιοπύρι
στον ίσκιο του θα σταθώ να ξαποστάσω.
Κι άμα βγει το καλοκαίρι και σφίξει
ο Βοριάς τα δόντια
του δίνω μια και το φέρνω κατάχαμα
να ανάψει μια καλή φωτιά απ’ το παλιό πλατάνι.
Δώσε μου μια γυναίκα
να με κοιτά στα μάτια
στον ίσκιο μου να τρέμει γεμάτη προσμονή
και μουσκεμένα σκέλια.
Να την καβαλήσω
να την βιάσω
κι άμα μαζί της ξεμπερδέψω
και γίνει το κέφι μου
στην δίνω χάρισμα σου.
Τον αδελφό φέρε μου
να του γυρίσω το μαχαίρι στην κοιλιά
για δύο δεκάρες
την μάνα μου
να βγω από τα μέσα της
σέρνοντας κι αυτά μαζί μου
φέρε τον ξένο
να τον φιλέψω ψωμί και νερό
να σου τον κάνω σκλάβο.
Όλα σωστά μου τα ‘μαθαν
απ’ τα κλαδιά των δέντρων
μέχρι την Λεωφόρο.
Κοίτα να τα μάθεις κι εσύ
αν θέλεις να προκόψεις.
Κατάλαβες παιδί μου;

Φτωχέ μου γραφιά…

Φτωχέ μου γραφιά
ποια Χίμαιρα κυνηγάς να αδράξεις
με τις πενιχρές σου λέξεις;
Δεν τα έμαθες;
Αποδείχθηκε πως οι λέξεις δεν είναι αλυσίδα
ούτε χαλκάς
ούτε και χαλινάρι ούτε και χάμουρο
να δαμάσεις το θηρίο.
Τίποτα δεν μπορούν να σου προσφέρουν οι λέξεις.
Οι λέξεις είναι πυρετός
φτωχέ μου γραφιά,
επιθανάτιος ρόγχος και πρώτη ανάσα.
Είναι σάρκα
στα χέρια σου πλαδαρή και μπόσικη
στα χέρια όσων σου φούσκωσαν τα μυαλά
και πίστεψες πως έστω και λίγο θα τους μοιάσεις
είναι εκείνη του βρέφους
εύθραυστη και ζωοδόχος
των ηδονών
στιλπνή και λεία
μα σ’ όλων μας τα χέρια
είναι το ίδιο καυτή
ζωντανή
σάρκα.
Είναι οι λέξεις πανίσχυρες κι ανεπαρκείς
γροθιά μαζί και χάδι
όσες ζουν ακόμα
και όσες κηδέψαμε δημοσία δαπάνη.
Ποτέ δεν θα ‘ναι αρκετές οι λέξεις
ποτέ δεν θα ‘ναι οι σωστές
-δεν πρέπει να είναι-
κι αν κάποτε σου μοιάζουν τέτοιες
ξέχνα το
πάρε ξανά τ’ αλφαβητάρι
και το πρώτο ανθολόγιο σου,
δεν κάνεις για τις λέξεις.
Φτωχέ μου γραφιά,
οι λέξεις είναι σάρκα
εκείνη που γρονθοκοπάς
και την ίδια ώρα τρυφερά αγκαλιάζεις
και είναι η δική σου σάρκα.
Αν δεν νοιώθεις τα χτυπήματα
και τα στοργικά της χάδια
ξέχνα το.
Γίνε σιδηρουργός καλύτερα.
Ίσως με την εξάσκηση
να φτιάξεις μίαν αλυσίδα αρκετή
και έναν κραταιό χαλκά
για εκείνη την Χίμαιρα
που λες πως σε στοιχειώνει.
Αν πάλι όχι
δεν ήταν ποτέ Χίμαιρα.
Ήταν απλά μία λέξη.

Δεν είναι παρά ένας μύθος

Σηκώνεσαι βαρύς, ράθυμος
Ικανοποιητικό αντλείς, για την εποχή, σθένος
Συναγελάζεσαι δύο, τρεις, εκατό ανθρώπους
Υπομένεις τους έρωτες, τρως με όρεξη
Φοράς τα ίδια ρούχα, εργάζεσαι το ίδιο έργο
Ολόψυχα αφήνεται στην ίδια τηλεθέαση• κοιμάσαι.
Σηκώνεσαι βαρύς, ράθυμος…

Προσωπαγνωσία

Συχνά αυτοοικτίρομαι για την θολή μου μνήμη
εκφράζομαι με λόγια φθονερά κι απαξιωτικά συγχρόνως
για όσους εύκολα ανακαλούν στην μνήμη τους
πρόσωπα τυχαίων συναναστροφών με λεπτομέρεια
και γλαφυρότητα που βαθιά με εκπλήσσει.
Δεν θυμάμαι απολύτως κανέναν
εκτός από ένα μικρό αγόρι
που τυχαία είδα σε κάποια θάλασσα
πριν αρκετό καιρό.
Θυμόμουν το σουλούπι του
τα μαλλιά
το χρώμα των ματιών του
τα ψεγάδια του δέρματος του
με εκπληκτική ακρίβεια.
Ήταν μέσα στο κύμα ως την μέση
το πολύ δέκα χρόνων
και φώναζε προς την ακτή όλο έξαψη
«Κοίτα μαμά! Με βλέπεις;»
«Σε βλέπω άγγελε μου!»
σηκώνει το χέρι
τεντώνει τα δύο δάχτυλα
τα κολλάει στον κρόταφο
και τραβάει μίαν ανύπαρκτη σκανδάλη.
Το σώμα του έπεσε αέρινο μέσα στο νερό
«Μπράβο αγάπη μου!»
και σκόρπισε.
Αν ξαναβγήκε δεν γνωρίζω
κι αν ήταν αλλαγμένος
είχα φύγει μαζί με τον απόηχο του πυροβολισμού
και δεν θα το ανέφερα ποτέ και σε κανέναν
τι σκοτάδι γέμισε μέσα μου εκείνη
η αιθέρια σφαίρα
αν δεν τον συναντούσα τυχαία
εχθές στον δρόμο
άντρα πια, τον γνώρισα αμέσως
στεκόταν απέναντι από μία όμορφη
και σκυθρωπή γυναίκα
δίπλα του είχε ένα αγόρι
-αόριστα τον θύμιζε σε κάποια πρώιμη εκδοχή-
«Κοίτα με», φώναζε όλο έξαψη οικεία
«Με βλέπεις, αγάπη μου;»
«Σε βλέπω γλυκέ μου»
σηκώνει το χέρι
τεντώνει τα δύο δάχτυλα
τα κολλάει στον κρόταφο
του αγοριού που έτρεμε στην σκιά του
και τραβάει μίαν ανύπαρκτη σκανδάλη.
Το παιδί διαλύθηκε
εκείνη χειροκρότησε ενθουσιασμένη
«Ω, μα τι έξοχο σημάδι!»
αν το παιδί βγήκε ποτέ από τα σκοτάδια
δεν ξέρω για να πω
είχα φύγει μαζί με την προέκταση
της πατρικής βολής
δίχως στιγμή να σταθώ στης πράξης
την αποτρόπαιη φύση.
Άλλωστε, ο θύτης εκείνος είχε
από χρόνια πεθάνει σε κάποια ηλιόλουστη παραλία
με τι δικάζεις τον νεκρό;
Έκτοτε, δεν θυμήθηκα άλλο πρόσωπο
ποτέ μου.
Έπαψα όμως να αυτοοικτίρομαι.

Κυριακή απόγευμα

Να φτιάξω ένα τσιγάρο με τα στερνά της μέρας
πύκνωσε η υγρασία
-μ’ αρέσει όπως στέκει ο καπνός
μετέωρος
τοξικός
με κάτι δικό μου μέσα του
γύρω απ’ τα μαλλιά σου.
Μέσ’ στο χαρτί να φτιάξω
το χαρμάνι
ένα κομμάτι απ’ το χαμόγελο σου
προ ολίγου με κάτι που ‘πα
ένα ακόμα των αγοριών μας
οι φωνές
οι χοροί
το τρεχαλητό πάνω στο πλακάκι.
Η γόβα σου μετά
που ξέμεινε
από χθες κάτω απ’ το κρεβάτι
το φαγητό που δεν έφτασε για όλους
μα ήταν αρκετό για ακόμα τόσους
το ζάρι που τρύπωσε κάτω από τον καναπέ
το ποτήρι που ‘χει ακόμα κοκκινάδια
και κάτι θλιβερά κατάλοιπα
του πρωινού καφέ σου
και λίγο από τον ουρανό
που όλο λέει να κλάψει
κι όλο διπλά το σκέφτεται.
Θα το τυλίξω με στοργή
-ίσως μου φύγει το παράπονο
καθώς θα το ακουμπάω με την γλώσσα-
στην τσέπη θα το βάλω.
Αύριο με τον καφέ θα πάρω δύο ρουφηξιές.
Την επόμενη ξανά
κι έπειτα το άλλο πρωί.
Αν είμαι προσεκτικός
αυτή η Κυριακή
θα μου κρατήσει μέρες.

Συναίνεση

Photo by Max Felner on Unsplash

 

Στου χωριού τον καφενέ
τα παλικάρια παίζουνε
στα ζάρια
την κόρη του Νώντα του τρελού
έτσι όπως κάνουν
οι νοικοκυραίοι σ’ ετούτα
τα παιχνίδια
στ’ αστεία
εκείνος δίπλα βλέπει.
Κάθε που πάει κάτι για να πει
ο πιο μικρός
του γιομίζει το ποτήρι
κι εκείνος ησυχάζει.
«Έχει τα μάτια του λαφιού
η κόρη του Νώντα του τρελού
κι όλο άγρια κοιτάζει.»
«Έχει το στόμα της μαβί
όλο σάρκα το λάγνο στόμα
που υπόσχεται πολλά
και λέει λίγα.»
«Μα είν’ η κόρη μου»
φωνάζει
γεμίζει με καλή ρακή
ο πιο μικρός απ’ όλους
κάτω στο λάρυγγα
τ’ αδειάζει το ποτήρι
κι αμέσως ησυχάζει.
«Έχει μαστούς περίφημους
του Νώντα του τρελού
η θυγατέρα
σαν πορτοκάλια ζουμερά.»
«Μέση στενή
λεκάνη φαρδιά
και δυνατά καπούλια.»
«Ντροπής λόγια, παιδιά μου.»
κι άλλο πιοτό του βάζουνε
κι εκείνος ημερεύει
πέφτει το ζάρι ασσόδυο
«Δύο μπούτια έχει σφιχτά»
«Μαλλί μακρύ και πλούσιο»
«Φρύδι σαν το γεφύρι»
τεσσάρες φέρνει ο επόμενος
«Δεν είναι για τα μούτρα σας
η κόρη μου
δεν είναι για τα σάλια σας
ούτε για τα σιχαμερά σας
χέρια»
μονολογεί κι ευθύς
ξεθηλυκώνει.
Κρατάει στο ένα το μαχαίρι
στ’ άλλο του δίνουν τη ρακή.
«Θα πιεις τρελέ;
Θα πιεις;»
Κοιτάει το ένα το καλό
κοιτά και το ζερβό του.
«Έχει κοιλιά αλάβαστρο
κι όποιος εξάρες φέρει
θα την γλεντήσει ως το πρωί
την κόρη την αγνή.»
Σηκώνει ένας το ζάρι στο πλαδαρό του χέρι
ζέχνει καλοζωία
η σάπια του κοιλιά
πετάει μια
την τύχη παίζει και αυτός
της θυγατέρας.
«Θα πιεις λοιπόν, τρελέ;»
Καρφώνει ο Νώντας ο τρελός
τα μάτια στον χυδαίο
έπειτα βλέπει το καλό του
γεμάτο με λεπίδα
στο άλλο βλέπει
τη ρακή.
Βουρλίζεται ο Νώντας ο τρελός
τα μάτια κλείνει
«Σ Τ Ο    Δ Ι Α Ο Λ Ο !»
φωνάζει
ορμά με μιας
σαν το θεριό
κι αδειάζει το ποτήρι.
Το ζάρι φέρνει τις εξάρες
κερνάει την γύρα ο τυχερός.
Στον Νώντα τον τρελό
σερβίρουνε διπλή μερίδα.

Το πρόβλημα σου

Ξέρεις
έψαξα πολύ να βρω στο πρόβλημα σου
μια κάποια λύση.
Στην αρχή εστάθη αδύνατο.
Με τι δόλιο μέσο να ξεγελάσω
την φύση του ανθρώπου;
Η μάζα, έλεγα, είναι αδιαίρετη
με συμπαγής αρμούς φθόνου
μίσους
γνήσιας ματαιοδοξίας
και πουτανιάς.
Βγήκα έπειτα στο παγερό σκοτάδι
περόνιασε το κρύο τα οστά μου
σε κάποιο φτηνιάρικο μπαρ της επαρχίας
σερβίρουνε σε δόσεις την αλήθεια
δεν αντέχεις πάνω από τρεις
μετά σε στέλνει
ψάχνεις να τα κατεβάσεις
σε καμία τυχαία
να τριφτείς πάνω στα κοκκινάδια της
να μπλέξεις τα νοήματα
με την δυσοσμία και τον κλαυσίγελο της
να πεις «ελα να τσακίσουμε
παρέα ό,τι μας μένει»
να πάρεις τον μαστό της για απάντηση
και να σε βρει το χάραμα σταράτο
και στα πόδια σου.
Εκείνη θα ‘χει
ξεψυχήσει
μ’ ένα βλακώδες χαμόγελο.
Εκεί, μέσα στο μπαρ
στην δεύτερη δόση
την βρήκα την λύση στο πρόβλημα σου.
Βάλε τα καλά σου
πάρε ένα στιβαρό φτυάρι
βγες έξω στην νύχτα
όπου πάει το μεγάλο κοπάδι
μπες μέσα στο πρώτο μαγαζί
φτυάρισε μια γερή δόση
από τα απομεινάρια τους
-η φρέσκια κοπριά
είναι η καλύτερη για
πρώιμα χλωρά κλαδιά
όψιμους καρπούς
και μαραμένα άνθη-
και ρίξε την απάνω σου.
Η δυσωδία θα σε τυφλώσει
μα θα ‘ναι για το καλό σου.
Σε όλα τότε θα τους μοιάζεις
όμοια θα ζέχνεις με το υπόλοιπο
κοπάδι.
Αλλιώτικα φοβάμαι
θα ‘ναι έκδηλη η ομορφιά σου
θα σε κατασπαράξουν
δεν την αντέχει το κοπάδι
την τόση ομορφιά.
Αυτό να κάνεις.
Κι ίσως τότε να μην χρειαστεί
να φτάσεις στην τρίτη δόση.
Ίσως ποτέ να μην σε βρει
το χάραμα σταράτο
και στα πόδια σου.
Μα θα ‘χεις γλιτώσει
το πτώμα μιας τυχαίας.

Πρακτικός Οδηγός

Να μην ρωτάς πολλά
Να ακούς μονάχα
Να μάθεις τα γράμματα
Όσα σου δείξουν
Τα άλλα μην σε νοιάζουν
Υπάρχει λόγος που δεν τα συμπεριέλαβε
Κανένας
Σε καμία ύλη.
Να γελάς με τα άλλα τα παιδιά
Ποτέ μονάχος.
Κι αν καμιά φορά κάτι θυμηθείς
Και σου ‘ρθει το χαμόγελο στα χείλη
Δωσ’ του μια και πνίχ’ το
Πριν σε πάρουν μυρουδιά
Ο λύκος και τα γουρουνάκια.
Να κάνεις τον σταυρό με το δεξί
Ή να μην τον κάνεις καθόλου
Από μίσος το ‘χει ο κόσμος
Το ζερβό
Κι ας έχουμε όλοι την καρδιά
Ζερβά μέσα στα στήθια.
Συμμάζευε τα ρούχα σου
Δίπλωνε όμορφα
Λιγότερο βρωμάνε έτσι
Του κορμιού σου την αποφορά.
Να κοιμάσαι στο σκοτάδι
Έχε τα παράθυρα κλειστά
Τρυπώνουν αλλιώτικα θεριά
Τις νύχτες μες στα όνειρα
Κι ίσως να σε λυγίσουν
Να σε γυρίσουν τούμπα
Στα μυαλά σου μέσα
Στον μαύρο ύπνο κι όλα να πάνε στράφι.
Να τρως πολύ
Όλο να το τρως
Μην τύχει και περισσέψει τίποτα
Για ‘κείνον που δίπλα σου πεινάει.
Γρήγορα να τρως
Πρώτου τον σπρώξει απελπισιά
Και φάει τα σωθικά σου.
Να δίνεις το χέρι σου
Στις απαλές παλάμες
Από τις τραχιές δεν έχεις τίποτα να πάρεις
Μονάχα μόχθο.
Να βάλεις και μια σημαία στο μπαλκόνι
Την ώρα που θα περνάει
Η πορεία
Η παρέλαση
Η κλούβα
Να ξέρουν όλοι το φρόνημα
Που σε διακατέχει.
Βάλε στεφάνι
Πιες το κρασί
Και στο κρεβάτι μετρημένα πράγματα.
Δούλεψε με όποιον τρόπο
-Σημασία δεν έχει το έργο
Σημασία έχει ένα κτήμα
Δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο
Τα ιδιαίτερα
Το μανικιούρ
Και τα ιταλικά δερμάτινα παπούτσια-
Όχι λιγότερο
Ούτε όμως και πιο πολύ
Από τον διπλανό σου.
Να τα χαϊδεύεις τα παιδιά σου
Να τα φιλάς
Μα αν είναι αρσενικά
Πιο λίγο απ’ τις κόρες
Μην τύχει
Και πουστέψουν.
Παντελόνια μάθε τα να φορούν
Αν είναι αγόρια
Κι αν είναι κορίτσια
Ποτέ να μην σηκώνουν
Το φουστάνι
Χωρίς καλό αντάλλαγμα.
Πάρε την σύνταξη σου
Με το εφάπαξ αγόρασε
Νέο αυτοκίνητο
Πιες και μερικούς καφέδες στο καφενείο
Ρίξε το φαρμάκι σου μαζί με τους
Υπόλοιπους
Κι από ‘κει
Όλων μαζί γραμμή στον οχετό
Και στο πέλαγος
Μπαστάρδεψε το μπλε του τόπου
Έτσι κι αλλιώς
Μπλαβίζει και σβολιάζει.
Καν’ τα όλα σωστά
Με βεβαιότητα
Και δίχως στιγμή να αμφιβάλεις
Για την αποτελεσματικότητα
Ετούτης της
Ευθανασίας.
Είναι δοκιμασμένη.

MOΛΩΝ ΛΑΒΕ

Σ’ όσους τολμούν να διεκδικούν
να πω μονάχα
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
σε εκείνον τον ζητιάνο
στον τύπο με το παράξενο χαμόγελο
που καθαρίζει τζάμια
κι όλο ζητάει χρήματα.
Ας κοπιάσει.
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
στον ιερέα με το μαύρο ράσο
που θέλει να σκυλέψει
κάτι ελάχιστα απομεινάρια
αρχαίου φόβου,
ας έρθει.
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
στο παιδί που ορμάει
καρφί στο θώρακα μου
με μάτι αστραποβόλο
και το χαμόγελο δρεπάνι.
Έχω, ας έρθει να πάρει.
Στο σούρουπο,
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
και στο πρώτο φώς
και σ’ ότι παρεμβάλει.
Στην μέση σου
στις φτέρνες σου
σ’ εκείνο το ψεγάδι
που τόσο λατρεύω να χαϊδεύω
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ.
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
Στον λόγο του Ελύτη
στο άκουσμα του Μάνου
στο κύμα που προσμένουμε
μέχρι να σιχαθούμε
στο τίποτα που διακαώς
αναζητούμε
στο γιασεμί της σκάλας
στον αδελφό μου
-το όνομα του όλο λησμονώ-
σ’ εκείνο το χαμόγελο
μιας άλλης εφηβείας.
Ας έρθουν για να πάρουν.
Έφτασε, φαντάζομαι, καιρός
όσα μου έδωσαν πίσω να διεκδικήσουν.
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
αντίσταση καμία.
Μόνο που όσα δικά τους
στοίβαξαν στη γη μου τόσα χρόνια
και τώρα διεκδικούν,
έχουν αμετάκλητα αλλάξει
από το άγγιγμα μου.
Κοπιάστε να πάρετε
όσοι τολμάτε.
Τώρα,
αν του γούστου σας δεν είναι πλέον
λυπούμαι που δεν
αντιστάθηκα.

Προσφυγική μοιρολατρία

Η γειτονιά μυρίζει Σμύρνη
από τους ντενεκέδες με τα βασιλικά
τα ταγιέρ ναφθαλίνης
τα λούσα των παστρικών κυράδων
τον ιδρώτα των παππούδων
με τις αμάνικες φανέλες
και τα βαριά μπαχάρια
όπως ζυμώνουν τον κιμά
με άρωμα που μπαστάρδεψε
-όλο το αργοσβήνει
ο νοτιάς της Ελευσίνας-
από εκατό χρόνια μπόλι
κι όλο συχνότερα μυρίζει
οχετό
και ξέχειλα ρείθρα.
Το κουπάκι το λένε ακόμα
η μοίρα τους παραμένει ασαφής.
Εκατό χρόνια ακόμα
να περάσουν
και θα ‘χουμε πλήρως
αφομοιώσει εκείνους τους πρώτους
πρόσφυγες.
Δεν θα μυρίζει άλλο
Σμύρνη, βασιλικός και ναφθαλίνη.
Μονάχα οχετός.
Αυτή είναι η μοίρα τους
την διάβασε από χρόνια
η κυρά- Μακρίνα
πάνω στο κατακάθι.
Αναθάρρησαν οι βεγγέρες
και στήθηκαν χοροί.
Εκείνη πάλι,
βάλθηκε απαρηγόρητη
να κλαίει.
Το κουπάκι δεν το
ξανάπε σε κανέναν.
Ήταν από πάντα της
παράξενη γυναίκα.