24. Το δάσος

Η Αμάντα έτριβε τα βυζιά της κάπως καυλωμένη. Ξαπλωμένη πάνω στον κόκκινο ξερότοπο μπορούσε να δει καθαρά τον ουρανό με την ουρά του γαλαξία και αυτό της θύμιζε, αν και αμυδρά, το σπέρμα του Βάσκο Νούνιες ντε Μπαλμπόα όπως έσταζε πάνω στη κοιλιά μιας μαύρης σκλάβας πριν τετρακόσια χρόνια.

Αν και τα δάχτυλά της ήταν εκείνο το βράδυ επιστρωμένα με κονίαμα θρυμματισμένων κοραλλιών, επέμενε να τα τρίβει πάνω στις θηλές της μέχρι που από το αίμα τους άνθισε ένας κλώνος σφενδάμου ανάμεσα στα οστά του θώρακά της. Δεν θα κατάφερνε να τελειώσει αν οι ρίζες του δεν έφταναν μέχρι την κλειτορίδα της, αν μία απόληξη δεν τρύπωνε μέσα της, αν δεν σκαρφάλωνε στον τράχηλό της και αν τελικά, τα μάτια εκείνης της σκλάβας δεν έσταζαν τη νύχτα μιας άλλης εποχής πάνω στο χλωρό κλωνάρι.

Καθώς έχυνε, δεν φώναξε άναρθρα όπως θα έπρεπε υπό το βάρος ολόκληρου του στερεώματος, μόνο ψιθύρισε «ορίστε, καημένη μου, ο οργασμός σου» και καθώς άναβε ένα τσιγάρο στο ζώπυρο της χρυσαυγής, με τις ρώγες πληγιασμένες, τον οργασμό μέσα της ζωντανό, τον γαλαξία σβηστό, το σπέρμα του Βάσκο Νούνιες ντε Μπαλμπόα ματαιωμένο και το φρέσκο κλωνάρι θρεφτάρι δικό της, χώμα έγινε στην κορυφή του λόφου κι όσοι την είδαν από τον διπλανό πλανήτη, τρία εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, αναρωτήθηκαν «μα, γιατί τώρα;». Μα εκείνη δεν απάντησε. Χώμα ήταν. Για χίλιες χιλιάδες κλωνάρια αγριοσφενδαμιάς σε ένα δάσος που γινόταν αδιανόητα γρήγορα ορατό τρία εκατομμύρια έτη φωτός μακριά.

Οι κάτοικοι του διπλανού πλανήτη τώρα το έβλεπαν καθαρά να ανθίζει.
«Μωρέ χώμα!», αναφωνούσαν και έδειχναν όχι απόλυτα να κατανοούν γιατί, απ’ όλες τις ώρες, τώρα έπρεπε να γίνει αλλά δεν τους έπεφτε πάντα βαριά η θέα του πράσινου πάνω στη στέρφα γη. Αρκετοί, μάλιστα, εκπονούσαν και λεπτομερή πλάνα υλοτομίας, ευδιάκριτες αντιπυρικές ζώνες και συστήματα διαχείρισης ξυλείας.
Δεν τα υλοποίησαν ποτέ. Όντας παλαιάς κοπής, ήξεραν πως ακόμα κι αν δεν απείχαν τρία εκατομμύρια έτη φωτός από το δάκρυ στο ματόχαντρο της σκλάβας, είναι ασύμφορο να κόβεις έναν οργασμό στη μέση και έτσι έκαναν αυτό που έκαναν πάντα: κοιτούσαν, ήξεραν και δεν μιλούσαν ελπίζοντας (πιστεύοντας βαθιά, για την ακρίβεια) πως δεν έχει φτιαχτεί ακόμα η μέλισσα που θα μεταφέρει γύρη στα χάη του διαστήματος.

Κάτω απ’ τα κλαδιά του δάσους, εν τω μεταξύ, βούιζαν θηριωδώς λογιών λογιών παράξενα λεπιδόπτερα.

3 Comments

  1. Μένω εκστασιασμένος αγαπητέ φίλε από τη δύναμη του στίχου σου και την ένταση των μηνυμάτων σου.
    Ανατρεπτική γραφή που αγκαλιάζει τη δύναμη της διείσδυσης που περιγράφει, τα γενόμενα στο χώρο, στη φύση, τις επιδράσεις, τις επιρροές.
    Ξέρω για τη λυρικότητα της γραφής σου αλλά εδώ συνάντησα και κάτι ακόμα. Μια δύναμη να σπάσεις τα όρια, τα δήθεν, τα πρέπει, τα ψεύτικα.
    Ειλικρινά μαγικό.

    Καλησπέρα και καλή βδομάδα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Θα ‘θελα πολύ τα μισά από όσα γράφεις να είναι αλήθεια, αλλά αμφιβάλλω. Από την άλλη πάλι, είναι η αλήθεια για τουλάχιστον έναν. Κι αυτό μου φτάνει.
      Να είσαι καλά φίλε Γιάννη.
      Καλή να είναι και η βδομάδα.

      Αρέσει σε 1 άτομο

      1. Μην υποτιμάς αγαπητέ Μιχάλη τη γραφή σου. Είναι καιρός τα σκουπίδια να παίρνουν απάντηση στο χώρο της πνευματικής και λογοτεχνικής σύγκρουσης των αξιών και των αρχών. Προχώρα.

        Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s