23. Ο σκελετός στη ντουλάπα

Ο Ψ. ζούσε ευτυχής και πλήρης από κάθε άποψη. Η πόλη που τον φιλοξενούσε απείχε παρασάγγας από το θηρίο που τον είχε γεννήσει, παρείχε ειδυλλιακές ανέσεις και μέτριες απολαύσεις, μικροσκοπικό βεληνεκές, είκοσι οκτώ χιλιόμετρα περιμετρικού οδοστρώματος, μία χούφτα φίλους (τόσοι είναι και οι αναγκαίοι) και επαρκείς εξόδους ασφαλείας για τις περιπτώσεις ασφυξίας που μπορούσε να προκαλέσει ο νωθρός ρυθμός της ευτυχισμένης ζωής.


Είχε μια δουλειά που δεν αγαπούσε, όπως σχεδόν ο καθένας, την οποία όμως εκτιμούσε και νοιαζόταν με έναν τρόπο που θύμιζε ενδιαφέρον προς ηλικιωμένο, κακοποιητικό γονιό, αν και όχι φριχτά κακοποιητικό, περισσότερο απαξιωτικό θα έλεγε κανείς παρά κακοποιητικό.
Χαμογελούσε αρκετά, επικοινωνούσε περισσότερο από όσο θα επιθυμούσε με τους άλλους ανθρώπους, δεν του έλειπαν οι ζωοδόχες έριδες αλλά ούτε και η γυναικεία συντροφιά, αν και ήταν πολύ συγκεκριμένη και για εξαιρετικά μεγάλο διάστημα ίδια και απαράλλαχτη, παρέμενε ευπρόσδεκτη και επιπλέον, δεν του πήγαινε καρδιά να διαμαρτυρηθεί αφού και αυτός παρέμενε ίδιος και απαράλλαχτος και ήθελε να ελπίζει πως εφόσον δεν δεχόταν παράπονα, ήταν και εξίσου ευπρόσδεκτος.

Τα χρήματα δεν ενδιέφεραν ποτέ ιδιαίτερα τον Ψ., ίσως επειδή ποτέ δεν του έλειψαν ιδιαίτερα ή επειδή δεν τα είχε ποτέ σε αφθονία, ωστόσο τα είχε επαρκώς για να μην τον νοιάζουν. Με άλλα λόγια, είχε περάσει σαράντα χρόνια που για τους πολλούς θα ήταν υπεροχα χρόνια. Μέχρι το πρωί που ανακαλύφθηκε ο σκελετός μέσα στη ντουλάπα του.

Σηκώθηκε, όπως το συνήθιζε, νωρίτερα από όλους, η γυναικεία συντροφιά κοιμόταν ακόμα, το ίδιο και τα παιδιά τους στο δίπλα δωμάτιο, άνοιξε τη ντουλάπα, τράβηξε μερικά ρούχα, σχεδόν στην τύχη, σχεδόν στο απόλυτο σκοτάδι, ντύθηκε και παίρνοντας καφέ σε ένα χάρτινο ποτήρι, ξεκίνησε να διασχίσει το κέντρο της πόλης σε μία κούρσα οχτώ έως δώδεκα λεπτών, αναλόγως της κίνησης, μέχρι τη δουλειά του. Η γυναικεία συντροφιά σηκώθηκε μισή ώρα αργότερα και του προκάλεσε μεγάλη εντύπωση η παραλαβή ενός μυνήματος από εκείνη όσο εξέταζε τον πρωινό ισολογισμό. Δεν συνήθιζε να του απευθύνεται τόσο νωρίς το πρωί, συχνά έδινε την εντύπωση πως προσπαθούσε να ξεχάσει την παρουσία του, αν και αυτό μπορεί να ήταν απλά μια εντύπωση και τίποτα περισσότερο.
Άνοιξε το μύνημα στο κινητό του και διάβασε:

«Έφυγες βιαστικά σήμερα το πρωί; Όλα καλά;»

Έκανε μια γκριμάτσα έκπληξης και απάντησε πως πράγματι και πως ναι, όλα καλά.
Η απάντησή της ήταν εξίσου άμεση.

«Τι σχεδιάζεις να κάνεις με τον σκελετό στη ντουλάπα;»

Χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώθηκε και οδήγησε ξανά ως το σπίτι. Θα μπορούσε να αγνοήσει το μύνημα, να το χαρακτηρίσει πρωινό ντελίριο γυναικείας απόχρωσης, πιστική αιτιολόγηση που, κοινωνικά, δεν ξενίζει κανέναν σε πλήθος ετερόκλητων περιπτώσεων. Είχε όμως ακούσει για αυτούς τους σκελετούς που ξεφύτρωναν σε διάφορες ντουλάπες μέσα στην ειδυλλιακή πόλη του. Είχε ακούσει και υποπτευόταν το κακό που μπορεί να προκαλέσει ένας σκελετός σε μία ντουλάπα, αν και ήταν βέβαιος πως η δική του η ντουλάπα ήταν ασφυκτικά γεμάτη, πλήρης και συμπαγής. Ωστόσο, κάτι τον έκανε να διανύσει την απόσταση ως το σπίτι σε εφτά μόλις λεπτά. Ούτε οχτώ, ούτε δώδεκα.

Όταν ο Ψ. έφτασε εκεί, η γυναικεία συντροφιά είχε φύγει, όπως ήταν αναμενόμενο για να αφήσει τα παιδιά στο σχολείο και να πάει στη δουλειά της.

Περπάτησε μέχρι το υπνοδωμάτιο, στάθηκε μπροστά στη ντουλάπα και χωρίς δισταγμό, με τη βεβαιότητα ενός αθώου, άνοιξε το ένα φύλλο και έπειτα το άλλο.

Και τότε το είδε. Ανάμεσα στα χοντρά μπουφάν, το γαμπριάτικο κοστούμι που δεν του έκανε πια, ένα παλιό μηχανοβιακό μπουφάν, τις ξεφτισμένες αθλητικές ζακέτες και τα δεκάδες πουκάμισα που δεν φορούσε παρά σπανίως, ξεπρόβαλλε το χαμογελαστό πρόσωπο ενός κατάλευκου σκελετού, με δυο χαώδεις κόγχες πάνω από το κολόβωμα της μύτης, σειρές κυρτά πλευρά και σπονδύλους που μπορούσε να μετρήσει αν το επιθυμούσε, άψογα διατηρημένος, χωρίς να λείπει ούτε ένα ελάχιστο κοκαλάκι, ούτε ένας ονυχοφόρος ή ένα μετακάρπιο ή ένα σφηνοειδές του μεταταρσίου, ήταν όλα εκεί, λευκά, γυαλιστερά, στη θέση τους.
Έκλεισε τη ντουλάπα και κοίταξε γύρω του καχύποπτα. Την άνοιξε ξανά για να βεβαιωθεί. Ο σκελετός βρισκόταν ακόμα εκεί.

Βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο, τρέχοντας από το σπίτι και συνέχισε να τρέχει προσπερνώντας όλες τις ειδυλλιακές ανέσεις και τις μέτριες απολαύσεις που ξεπρόβαλλαν γύρω του μέχρι που έφτασε στο αστυνομικό τμήμα.

Κατέθεσε γραπτή μήνυση εναντίον αγνώστων για μεταφορά και τοποθέτηση σκελετού σε ξένη ντουλάπα και εξήγησε λεπτομερώς τόσο τι είχε συμβεί όσο και το ιστορικό του ως τότε βίου του χωρίς να παραλείψει τίποτα. Στάθηκε ιδιαίτερα για να τονίσει το ποσό πλήρης και ασφυκτικά γεμάτη ήταν η ντουλάπα του, γεγονός που προκαλούσε εντύπωση τρομερή για το πώς χώρεσε εκεί μέσα ολόκληρος σκελετός. Καθόλη τη διάρκεια το όργανο της τάξης τον κοιτούσε στοργικά, σαν να του έλεγε «αγαπητέ, δεν είστε ο μόνος», αντί όμως να του πει αυτό ακριβώς που ίσως και να τον έκανε να νοιώσει κάπως καλύτερα, εκείνος του είπε:
«Ξέρετε, κύριε Ψ., δεν αμφιβάλλω ούτε για μια λέξη από όσα μου λέτε. Σας πιστεύω. Μα δεν μου είπατε ακόμα τίποτα για το πτώμα.»

Ο Ψ. έμεινε άφωνος. Το πτώμα ούτε καν το είχε σκεφτεί. Αδύνατο και να υπήρξε ακόμα!

«Βλέπετε, η ύπαρξη ενός σκελετού σε μια ντουλάπα, σημαίνει πως κάποτε, πολύ καιρό πριν, -ίσως και αιώνες, δεν ξέρω ακριβώς πόσο χρόνο χρειάζεται για να σαπίσει κάτι άλλοτε ζωντανό, τι να πω;- κάποιος έβαλε εκεί μέσα ένα πτώμα.»

«Μα, δεν γνωρίζω. Μόλις σήμερα, μόλις τώρα το ανακάλυψα, πιστέψτε με», μουρμούρισε ο Ψ. με τα χέρια άνευρα κρεμασμένα ανάμεσα στα γόνατά του.

«Ώ, αγαπητέ», αναφώνησε ο αστυνομικός, «κι αυτό το πιστεύω. Ρωτήσατε τους γονείς σας;»

«Δεν μένω στο πατρικό μου!», εξεράγη ο Ψ., «δεν υπάρχει το πατρικό μου, δεν υπάρχει, είναι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, δεν υπάρχει, είναι ολόκληρο μέσα σε ένα οστεοφυλάκιο, τι να ρωτήσω; Δεν είναι το δικό τους σπίτι. Δεν είναι η ντουλάπα τους! Είναι η δική μου η ντουλάπα! Δική μου!»

Ο αστυνομικός κούνησε το κεφάλι του με ίχνη τρυφερότητας και πλήξης.

«Σχεδόν πάντα οι γονείς ξέρουν ποιανού νεκρού είναι ο σκελετός στη ντουλάπα των παιδιών τους. Δύσκολα θα πουν, αλλά ξέρουν τα πάντα, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για το έγκλημα.»

Ο Ψ. βγήκε στη μικρή πόλη, περπάτησε ως το σπίτι του, μπήκε στο υπνοδωμάτιο και στάθηκε ξανά μπροστά στη ντουλάπα. Έσφιξε το πόμολο, άντλησε από όπου μπορούσε κάθε ίχνος σθένους και ετόιμαστηκε να αναμετρηθεί με τον σκελετό, να τον διαμελίσει και να τον πετάξει ή τουλάχιστον, να τον βάλει κάτω από το χαλί πριν γυρίσουν οι υπόλοιποι και δουν το ίδιο τους το σπίτι σ’ αυτά τα χάλια. Λίγο πριν ανοίξει το ένα φύλλο όμως, μέσα στα μάτια του άστραψε φευγαλέα η κόψη ενός μαχαιριού, καλά ακονισμένου, λερωμένου, χρησιμοποιημένου μαχαιριού και με δειλές κινήσεις ψηλάφησε την κοιλιά του και έπειτα έφερε τα δάχτυλα στο ύψος των ματιών του, μόνο και μόνο για να δει το χρώμα του ίδιου του του αίματος. Ξάπλωσε ανακουφισμένος.

Τουλάχιστον τώρα δεν ήταν πια ανάγκη να ρωτήσει τους γονείς του ούτε για το σκελετό, ούτε για το πτώμα πριν από αυτόν. Ούτε καν για το έγκλημα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s