Ο συγγραφέας γράφει σκυφτός πάνω από τα χαρτιά του για μία γυναικοκτονία μα έχει ξεχάσει την πόρτα του γραφείου ανοιχτή.

Ήταν ένα πρωινό συννεφιασμένο
-ναι συννεφιασμένο και γιατί να μην είναι συννεφιασμένο;-

όταν ο Ηλίας
-Ηλίας, ας λέγεται έτσι, γιατί όχι;-

ανοίγοντας την πόρτα
του εργαστηρίου του
στο κέντρο της Προσοτσάνης
-ας είναι στην Προσοτσάνη και γιατί να μην είναι;-

δίπλα στον πάγκο με τα
τσαρούχια
-τσαρούχια σωστά, χωρίς να είναι καλύτερο ή χειρότερο αντικείμενο εργασίας από κάτι άλλο, τσαρούχια ας είναι-

που είχε φτιάξει από βραδίς
βρήκε ένα σημείωμα
-και γιατί να μην βρει ένα σημείωμα, ας είναι σημείωμα-

το διάβασε βιαστικά
το διπλωσε στα τέσσερα
-ή και στα δύο ή ας το τσαλακώσει αλλά ας το διπλώσει στα τέσσερα, γιατί όχι;-

και το έκαψε με έναν αναπτήρα zippo
-zippo, σωστά, δεν υπάρχει λόγος να μην είναι zippo όπως δεν υπάρχει λόγος και να είναι, αλλά γιατί να μην είναι, ας είναι-

στάθηκε έπειτα μπροστά από τη φωτογραφία της, δίπλα από την ταμειακή μηχανή
-ναι, εκείνη δίπλα στο συρτάρι με όλα τα λεφτά, γιατί να είναι κάπου αλλού και όχι εκεί;-

φορτωμένη ακόμα από τις εισπράξεις της τουριστικής περιόδου
και έκλαψε γοερά
-γοερά, ναι, πώς αλλιώς να κλάψει, βουβά ίσως, αλλά ας κλάψει γοερά, γιατί όχι;-

μην αντέχοντας την προδοσία
-κάποιος θα την άντεχε αλλά ο Ηλίας ας μην την αντέξει, γιατί να την αντέξει;-

του πήρε ώρα να συνέλθει
πόση δεν μπορούσε να πει
-ας μην μπορούσε, γιατί όχι;-

ούτε και τον ένοιαζε να μάθει
-ας μην τον ένοιαζε, γιατί να τον νοιάζει;-

μα όταν τελικά ήρθε στα συγκαλά του
-στα συγκαλά του, σωστά, θα μπορούσε να συνέλθει απλώς, ωστόσο ήρθε στα συγκαλά του, ακριβώς εκεί-

σκούπισε τα μάτια και με σφιγμένα
χείλη
κοντοστάθηκε μπροστά στον πάγκο του
κοιτάζοντας ποτέ τη ρολέτα και πότε
το σουβλί
αρπάζοντας τελικά το δεύτερο
-θα μπορούσε να πάρει τη ρολέτα αλλά ας πάρει το σουβλί, γιατί όχι;-

με το στριφτό βελόνι
-εάν επέλεγε τη ρολέτα θα ήταν αυτή με την οδοντοτή λεπίδα, αλλά επέλεξε το σουβλί, χωρίς να έχει σημασία όμως το επέλεξε-

το έβαλε στην τσέπη
βγήκε ατάραχος από το εργαστήρι
και τράβηξε για τον τερματικό σταθμό
-τερμαρικός, ναι, ας είναι τερματικός, γιατί όχι;-

και την είδε στην αποβάθρα, δίπλα
από τις γραμμές των υπεραστικών
με το εμπριμέ
-ηταν εμπριμέ και όχι μονόχρωμο, ναι-

φουστάνι
τη βαλίτσα στο χέρι
τα κάστανα μαλλιά της μαζεμένα κότσο
-ας είναι σε κότσο, σωστά, θα μπορούσαν να κυματίζουν αλλά ας είναι σε κότσο, ναι, γιατί όχι;-

το στόμα κόκκινο και σκληρό
της είπε να μείνει
-της το είπε, απλά, μπορούσε να την παρακαλέσει να μείνει, ο Ηλίας όμως απλώς της το είπε, γιατί όχι;-

εκείνη γύρισε την πλάτη
όχι για να τον απαξιώσει
αλλά για να μην το κάνει
-ας μην ήθελε να το κάνει, δεν θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ταπεινώσουν εκείνους που κάποτε αγάπησαν, γιατί να θέλουν όλοι, εκείνη ας μην ήθελε, γιατί όχι;-

μα ο Ηλίας ένοιωσε ταπεινωμένος
-η πλάτη της τον ταπείνωσε, θα μπορούσε να την αγκαλιάσει, αλλά η πλάτη της αυτή τη φορά τον ταπείνωσε μέσα στο εμπριμέ φουστάνι, γιατί όχι;-

έβγαλε από την τσέπη το σουβλί
-θα μπορούσε και να μην το βγάλει, αλλά εκείνος το έβγαλε-

μπροστά στα μάτια των περαστικών
-ας έχει και περαστικούς, γιατί όχι;-

κάποιοι έβαλαν τις φωνές
-ας φωνάζουν κάποιοι ή και όλοι «φονικό», εδώ που φτάσαμε, με το εμπριμέ φουστάνι και το σουβλί, ας φωνάζουν «φονικό», γιατί όχι;-

μα εκείνος δεν τους άκουγε
και στο λαιμό της
-ας είναι στον λαιμό, γιατί να μην είναι;-

κάρφωσε το στριφτό βελόνι
ξανά και ξανά και ξανά
-ας το κάρφωσε ξανά και ξανά και ξανά, γιατί όχι;-

μέχρι που η πλάτη της
ο κοτσος
το εμπριμέ φουστάνι
λουσμένα στο αίμα
έπεσαν μέσα στα χέρια του
-ναι, μέσα στα χέρια του λουσμένα στο αίμα, γιατί όχι;-

και τότε μόνο τους άκουσε
που τον έλεγαν φονιά και κτήνος
-κτήνος, ναι, ας τον λένε κτήνος όπως αδίκως κάνουν οι άνθρωποι, τα κτήνη δεν μπορούν να καρφώσουν ξανά και ξανά και ξανά ένα στριφτό σουβλί σε έναν λαιμό, άνθρωπος είναι, αλλά ας τον φωνάζουν κτήνος, γιατί όχι;-

μα ο Ηλίας δεν αντιδρούσε
δεν αντιδρούσε καθόλου
μόνο την κρατούσε
νεκρή μέσα στα χέρια του
-νεκρή ναι, ας είναι νεκρή μέσα στα χέρια του, γιατί όχι;-

και έλεγε ξανά και ξανά
το ίδιο μόνο πράγμα
-ας είναι μόνο το ίδιο, γιατί όχι;-

«Δικιά μου, δικιά μου, δικιά μου, δικιά μου, δικιά μου»

-ας λέει έτσι, δικιά μου, για να μπορούν όλοι μετά να πουν (γιατί θα το πουν) «την σκότωσε από έρωτα», ας λέει έτσι, γιατί να μην λέει; Γιατί όχι;-

📸 από τον πύργο του κόμη Δράκουλα στα Καρπάθια Όρη, Ρουμανία 2019

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s