Ηλίας Βενέζης

Μα σαν έφτασε η ώρα
-μεγάλη ώρα
πιο πολύ ακόμα κι απ’ το
στερνό που άκουσα
«μείνει για λίγο ακόμα»-
πώς πάνω σε άγραφη πλάκα
στάθηκε πρώτη κοντυλιά
η στοϊκή μορφή σου
ανάμεσα από τον Νικηφόρο
τον Νίκο, τον Γιώργο και
έναν που ‘κρυβε τ’ όνομά του.
Γελούσατε, θυμάμαι, όταν
σας πρωτοείδα μα μόλις
με αντιλήφθηκες σας κόπηκαν
σύρριζα τα γέλια
σήκωσες από το ποτήρι
το βλέμμα
και πάνω μου το άπλωσες
με μια βαριά συμπόνια.
«Πώς το ‘κανες;»
σε ρώτησα
«Εμπάρκαρα μαζί τους»
είπες και έπειτα με ρώτησες
«Ελόγου σου;»
Τρίξαν τα κόκαλά μου
μα βρήκα κάτι ξεχασμένα κέρματα
και τα ‘στριψα στον βρόντο
πέσαν στα ίσια τους.
«Ξέθαψα ένα πτώμα», απάντησα.
Τράβηξες καρέκλα.
«Καλά σε έκοψα
απ’ την αρχή για καθίκι»
ξεστόμισες και γέμισες ποτήρι.
«Για να ‘φτασες εδώ
καλό κι εσύ δεν θα ‘χες κάνει.»
Δεν έκατσα.
Τόσο καθίκι δεν ήμουν
δίπλα σας να σηκώσω το ποτήρι.
Θέλει πολλούς θανάτους
η τιμωρία των ποιητών.
Με έναν δεν καθαρίζεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s