21. Η επιβίωση του ιδεατού ερωτικού αντικειμένου

Αγαπημένη μου Γιουδήθ,

γλυκειά, παράξενη αγαπημένη, είναι ανόητο αλλά τώρα που όλα τελείωσαν το στίγμα που άφησε η εποχή πάνω μας, εκείνο το σημάδι κάτω από το μαγιό σου, θα το περιφέρουμε πολλούς χειμώνες. Συχνά θα το επιδεικνύουμε, εσύ συχνότερα από εμένα. Εγώ πιο αυτάρεσκα από εσένα.

Πέφτει στους δρόμους της πόλης η πρώτη βροχή. Είναι ωραία, υπογραμμίζει διακριτικά την απουσία σου και εγώ σου γράφω, απλά σου γράφω, χωρίς να έχω διεύθυνση νέα για να σου στείλω αυτό γράμμα όμως είναι ευθύνη, χρέος ιερό να γράψω σε εσένα, γλυκειά, μικρή μου Γιουδήθ. Χωρίς τις λέξεις δεν θα υπάρχει τίποτα που να σε θυμίζει και φοβάμαι πως όταν ξεθωριάσουν τα σημάδια του ήλιου, τίποτα δεν θα απομείνει να μαρτυρά εκείνο το καλοκαίρι.

Ξέρεις, αγαπημένη μου Γιουδήθ, μπορείς να λες σε όλο τον κόσμο πως είμαστε οι μοναδικοί εραστές που έζησαν έναν έρωτα παράφορο και χώρισαν από παραξενιά. Όχι από εγωισμό ή εξαιτίας των συνθηκών. Από μία απλή παραξενιά. Τι μαρτυρά αυτό, μικρή μου Γιουδήθ, για εμάς; Τι λέει για εμένα;

Ξέρω πως λίγο νόημα βγάζουν όσα σου γράφω, συγχώρεσέ με. Ίσως φταίει η βροχή που σε ξεπλένει, το κονιάκ ή η ιδιοσυγκρασία μου, πρόωρα γερασμένη γερνά μαζί της και την αφοσίωση μα αν έχεις δύο- τρεις φορές σταθεί μάρτυρας σε φόνο, γερνάς παρά τη θελησή σου. Μην με παρεξηγείς, υπήρξα δίπλα σου πιστός και προσηλωμένος, ένας σκλάβος του έρωτά σου. Τόσο απόλυτα ακόμα κι αν τώρα σου γεννά απορίες, μπορεί ακόμα και πόνο ή οργή η απόφασή μου να σε εγκαταλείψω εκείνο το βράδυ του αποκαλόκαιρου που έφυγα από κοντά σου. Η παραξενιά είναι η αιτία, η διασφάλιση του έρωτα, του ιδεατού στο οποίο είχε το μικρό σου σώμα μετατραπεί, η ιδεοληψία του έρωτος που μετουσιωνώταν στη φωνή σου ήταν τα κίνητρα. Η αφορμή; Ω, η αφορμή είναι πραγματικά αστεία, μπορεί ακόμα και να γελάσεις με εκείνο το υπέροχο, γάργαρο γέλιο σου, Γιουδήθ, μικρή μου ερωμένη. Η αφορμή ήταν εκείνη η ηλικιωμένη κυρία που κάθισε δίπλα μας ένα απόγευμα στην παραλία, εκείνη για την οποία αργότερα δεν είπαμε ούτε λέξη.

Δεν το γνωρίζεις όμως απεχθάνομαι την παραλία, απεχθάνομαι τον ήλιο, την αμμουδιά, τις αντηλιακές κρέμες, τα χρωματιστά μαγιό και τα ψαθάκια, τα σκίαστρα και τις ομπρέλες. Φυσικά, δεν σου το ομολόγησα ποτέ και για αυτό μπορείς να με κατηγορήσεις ως υποκριτή και ψεύτη. Όμως, μπροστά στον τόσο ισχυρό, παιδικό ενθουσιασμό σου, πώς θα μπορούσα να σου ομολογήσω τέτοια απέχθεια; Πώς ήταν δυνατόν να σε πληγώσω με λόγια απαξιωτικά για όσα ήταν η μεγαλύτερή σου αγάπη, τα καλοκαιρινά, καυτά μεσημέρια κάτω από τα αλμυρίκια της ακτής; Δεν είπα τίποτα. Βρήκα πράγματα να αγαπώ και να λατρεύω σε αυτή τη φρικτή συνήθεια του παραθερισμού. Στην αρχή υπερβολικά δηλωτικά στιγμιότυπα, το μαγιό σου που τρύπωνε στις πτυχές του κορμιού σου όπως γύριζες πλευρό πάνω στην πετσέτα ή τον ιδρώτα που κυλούσε στο στέρνο σου, ανάμεσα στα δυο σου στήθη. Οι εικόνες αυτές με έβαζαν σε σκέψεις στην αρχή, έπειτα, αφού με κάλεσες ένα μεσημέρι στο δωμάτιό σου και κάναμε πρώτη φορά έρωτα, ξυπνούσαν την αλμυρή ανάμνηση του δέρματός σου. Το καλοκαίρι έβρισκε τον δρόμο του μέσα μου. Αργότερα, όταν πέρασε λίγος καιρός και ήσουν πλέον καλά ριζωμένη, τα έκδηλα ερεθίσματα έδωσαν τη θέση τους σε πιο ανεπαίσθητα. Ο τρόπος που έδενες τα μαλλιά σου, η συνήθειά σου να παίζεις με ένα κοχύλι ή κάποιο πετραδάκι ανάμεσα στα δάχτυλά σου όσο διάβαζες ξαπλωμένη κάποια συλλογή διηγημάτων που έλεγες πως λατρεύεις, οι σταγόνες που ξέφευγαν από το μπουκάλι όταν ήσουν πραγματικά διψασμένη και έπινες λαίμαργα νερό, συνήθως κατέληγαν λίγο πιο χαμηλά από τον λαιμό σου και έφτιαχναν ωραία οδοιπορικά πίσω από το αφτί σου. Τέτοια μικρά πράγματα που με έφερναν πιο κοντά στο καλοκαίρι, πιο κοντά σε εσένα. Στο τέλος, σκεφτόμουν πως θα μπορούσα κάτω από το λιοπύρι να είμαι ευτυχισμένος αρκεί να είχα εσένα δίπλα μου.

Είχες κατακτήσει το ιδεατό των ερώτων. Είχες γίνει η ιδεοληψία, το πρότυπο, το στερεότυπο που καλλιεργούσα για την έννοια της ερωμένης. Έκλεινα τα μάτια, σχεδίαζα με το δάχτυλο το δεσποτικό βλέμμα του Έρωτα και όταν τα άνοιγα και σε κοιτούσα ήταν ίδιο με το δικό σου βλέμμα, μικρή, τρυφερή μου Γιουδήθ.

Το τελευταίο μας μπάνιο το θυμάμαι με εκπληκτική διαύγεια. Εσύ δεν ήθελες να πάμε στην παραλία. Ήσουν τεμπέλικα απλωμένη στο κρεβάτι μετά τον έρωτα, πιομένη και ζεστή, ζαλισμένη, ήθελες να σε αγκαλιάσω και να κοιμηθούμε, θα ξενυχτούσαμε πίνοντας σε κάποιο ταβερνάκι αργότερα και θα μιλούσαμε μέχρι να βγει ξανά ο ήλιος. Εγώ επέμενα. Ήθελα να σε δω να κοιμάσαι στην παραλία, μέσα σε όλο αυτόν τον κόσμο και να είσαι μία γαλήνια κουκίδα τέλειου ανθρώπου στην καρδιά του μικροαστισμού τους. Ενέδωσες απρόθυμα.

Πράγματι κοιμήθηκες μετά την πρώτη βουτιά. Όταν στέγνωσε και η τελευταία σταγόνα πάνω στην κοιλιά σου, έπαψα να σε παρατηρώ. Κοίταξα γύρω μου. Πίσω μας ένας μεσήλικας άντρας προσπαθούσε να συγκεντρώσει τρία παιδιά και δύο γυναίκες φωνάζοντας και δίνοντας οδηγίες για να στριμωχτούν όλοι στο ίδιο κάδρο. Ένα ζευγάρι φιλιόταν με πάθος, ήταν και οι δύο ερεθισμένοι, εκείνος φαινόταν. Τότε ακριβώς, όσο αντέγραφα τις στροφές της γλώσσας τους για να τις φέρω μέσα στο δικό σου στόμα, μία ηλικιωμένη γυναίκα ήρθε και κάρφωσε την ομπρέλα της δίπλα μας χαμογελώντας αόριστα και επίμονα. Φορούσε ένα αμάνικο, γαλάζιο φόρεμα με φέτες καρπουζιού ζωγραφισμένες σε μέγεθος κέρματος. Εκατοντάδες, χιλιάδες φέτες καρπουζιού πάνω από τη μεγάλη της κοιλιά και τα μαραζωμένα της στήθια. Είχε στο κεφάλι ένα υφασμάτινο καπέλο με πλατύ γισσο που έγραφα με κεντημένα γράμματα «Μανωλεσάκης- πρόβειο, αληθινό γιαούρτι» και ένα τηλέφωνο το οποίο δεν πρόλαβα να διαβάσω γιατί η ηλικιωμένη κυρία ξεκίνησε να τινάζει την πετσέτα της, πολύ προσεκτικά και απαλά, νομίζω δεν ήθελε να σε ξυπνήσει, και μαζί με την πετσέτα τινάζονταν τα μπράτσα, τα μπούτια και τα στήθια της, έμοιαζε με πουλί που προετοιμάζει την πτήση του, μία κουραστική, αδιανόητα μεγάλη πτήση. Δεν σταμάτησε στιγμή να χαμογελάει. Από την ώρα που έφτασε.

Αφού έστρωσε, έβγαλε το φόρεμα της και τότε είδα στο χέρι της ένα δαχτυλίδι με πράσινο ζιργκόν και στο ίδιο δάχτυλο, μία χρυσή βέρα που της έκοβε σχεδόν το δέρμα. Γύρισε και με κοίταξε. Έκλεισα τα μάτια, ζωγράφισα με το δάχτυλο το δεσποτικό βλέμμα της μοναξιάς και όταν τα άνοιξα ξανά ήταν ίδιο με το δικό της βλέμμα. Χαμογέλασε, βούτηξε στη θάλασσα και δεν ξαναβγήκε. Δεν ξαναβγήκε ούτε για ανάσα, ούτε για ξεκούραση μέχρι που φύγαμε.

Ξύπνησες λίγο αφού την είχε τυλίξει το νερό. Στα είπα σαν χείμαρρος. Προσπάθησες να με καθησυχάσεις και τα κατάφερες. Θα έβγαινε. Δεν την αναφέραμε ξανά.

Φύγαμε λίγο αργότερα. Κάναμε έναν απερίγραπτο, βρώμικο, πορνογραφικό, τέλειο έρωτα εκείνο το βράδυ. Και όταν σε πήρε ο ύπνος και έκλεισα τα μάτια χαμογελούσα. Μα πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα, λίγο πριν αποκοιμηθώ είδα τα μάτια εκείνης της γυναίκας, μεγάλα, τρομαχτικά μοναχικά μάτια.

Σηκώθηκα και έφυγα με όσα ρούχα είχα πάνω στην καρέκλα.

Συγχώρεσέ με Γιουδήθ, μικρέ μου έρωτα, συγχώρεσέ με. Εσύ δεν το βλέπεις, είσαι πολύ μικρή για να το δεις και είναι παραξενιά των ανθρώπων που έχουν πεθάνει ξανά στο παρελθόν να αποφεύγουν τα αιχμηρά αντικείμενα ή πάνω τους να πέφτουν με φορά. Μία παραξενιά. Ένας πρόχειρος, έγκαιρος, γρήγορος θάνατος είναι προτιμότερος από έναν παρατεταμένο, εξαθλιωτικό σπαραγμό. Σε έσωσα, ιδεατή μου ερωμένη. Σε έσωσα από μία κουραστική, αδιανόητα μεγάλη πτήση ή κάποιον εκούσιο πνιγμό. Ακόμα κι αν τώρα σου φαντάζει παράξενο.

Αντίο, μικρή, τρυφερή Γιουδήθ.

Αντίο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s