20. Λοξά κομμένη

Ο Οράτιος Πέρεθ γεννήθηκε με ένα πόδι λιγότερο στη θέση του οποίου είχε ένα λοξό κολόβωμα, σπουδαία απώλεια αν αναλογιστεί κανείς τα διαθέσιμα άκρα του μέσου ανθρώπου και αυτό είχε κάποιες επιπτώσεις στον τρόπο που μεγάλωσε και που επέλεξε να περάσει ολόκληρη σχεδόν την εφηβική του ορμή, δεν κατάφερε ωστόσο να τον αποτρέψει στην μετέπειτα ενήλικη ζωή του από το να ερωτευτεί κεραυνοβόλα και παθιασμένα την Ιζαμπέλ Φερνάντεθ.

Διακεκριμένος επιστήμονας, αν και σε αρκετές περιπτώσεις αισθανόταν πως η αποδοχή που συναντούσε στους ακαδημαϊκούς κύκλους οφειλόταν σε κάποιου είδους κοινωνική ενοχή σε σχέση με το ογκώδες αμαξίδιό του ή σε μια συλλογική συγκατάβαση απέναντι στη ζοφερή του τύχη, ξόδευε τις ώρες του σκυμμένος πάνω από επιστημονικά βιβλία και παράξενα όργανα της τέχνης του υπολογίζοντας γενετικά και εξελικτικά φαινόμενα νυχθημερόν αναζητώντας μία επαρκή αιτιολόγηση για το περιστατικό του και δεν σήκωνε ποτέ το κεφάλι του από το σκοτεινό γραφείο παρά μόνο στην τακτική περίπτωση που άκουγε στον δρόμο από το ανοιχτό παράθυρο το κροτάλισμα της αλυσίδας πάνω στο γρανάζι του πίσω τροχού ενός γαλάζιου ποδηλάτου με καλαθάκι που χωρίς καν να κοιτάξει ήξερε πως μέσα είχε κυκλάμινα ή, αν δεν ήταν η εποχή τους, ηλίανθους ή αν και πάλι δεν ήταν η εποχή τους είχε σίγουρα κόκκινα γαρύφαλλα που υπήρχαν στο ανθοπωλείο σε αφθονία όλο τον χρόνο, συνήθως στις έντεκα παρά τέταρτο κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή.

Το τρίξιμο της αλυσίδας σταματούσε ακριβώς μπροστά στην εξώπορτά του, ακολουθούσε ο ρυθμικός ήχος του κουδουνιού και η Μάρτα πήγαινε να υποδεχθεί τον επισκέπτη. Εκείνη τη στιγμή, όσο δηλαδή χρειαζόταν για να διασχίσουν η Μάρτα και ο επισκέπτης τον διάδρομο μέχρι το γραφείο του, ο Οράτιος Πέρεθ διαπίστωνε πως ήταν τελείως ανίκανος να κατανοήσει τους νόμους της μουσικής και κατ’ επέκταση οποιουδήποτε ρυθμικού θορύβου αφού, ακούγοντας τη φωνή του επισκέπτη να συζητά με την οικονόμο ανάλαφρα είχε την αίσθηση πως άκουγε κάποιο ολόλυσμα κιθάρας. Το τέμπο του διέφευγε πλήρως ανάμεσα στον ήχο των βημάτων πάνω στο ξύλινο δάπεδο του διαδρόμου και ενός επίμονου σφυροκοπήματος που προερχόταν απευθείας μέσα από τον θώρακά του.

Η πόρτα άνοιγε, η Μάρτα έμπαινε χαμογελώντας.

«Ήρθε η ανανέωση, Καθηγητά», του έλεγε και χωρίς να πάρει απάντηση έφευγε βιαστικά. Τότε έμπαινε στο δωμάτιο η Ιζαμπέλ Φερνάντεθ.

Με ένα ζαχαρί φόρεμα ή με ένα σωμών ή με ένα πράσινο ή με το σκούρο καφέ που ο Οράτιος Πέρεθ προτιμούσε και την αγκαλιά της γεμάτη λουλούδια.

«Καλημέρα, Καθηγητά Πέρεθ», του έλεγε και κάρφωνε τα μάτια της στα δικά του με ένα πλατύ χαμόγελο. Εκείνος, εξακολουθούσε να ακούει κιθάρες και εκτός ρυθμού κρουστά πίσω από όσα υπέθετε πως ήταν μία ευγενικά συγκαλυμμένη αποστροφή εκ μέρους της Ιζαμπέλ Φερνάντεθ και δεν απαντούσε. Σπάνια, κατάφερνε να χαιρετίσει με ένα νεύμα. Όμως πραγματικά σπάνια. Συνήθως καθόταν χωμένος πίσω από το γραφείο του, πάνω στο αμαξίδιο, κάτω από το βαρύ σακάκι του απόλυτα σιωπηλός.

«Έφερα την παραγγελία σας», συνέχιζε εκείνη. Διέσχιζε το δωμάτιο, ακουμπούσε τα φρέσκα λουλούδια πάνω στο μικρό τραπεζάκι δίπλα από τη βιβλιοθήκη και ξεκινούσε μία τυπική ιεροτελεστία προετοιμασίας. Άπλωνε τα λουλούδια, έκοβε τα ξερά φύλλα και με ένα μικρό ψαλιδάκι που έβγαζε κάτω από μία πτυχή στη ζώνη του φορέματός της, έκοβε λοξά τα κοτσάνια έπειτα από την μία και μοναδική υπόδειξη που της είχε ποτέ κάνει. Ο Οράτιος Πέρεθ, είχε ζηλέψει άπειρες φορές εκείνο το ψαλιδάκι με τις δύο λάμες.

Γύριζε έπειτα αργά τη μέση της και άπλωνε τα λεπτά της δάχτυλα γύρω από το κρυστάλλινο ανθοδοχείο. Εξέταζε τα παλιά λουλούδια.

«Αντέχουν καλά», έλεγε και γυρνούσε προς το μέρος του. «Είστε σίγουρος πως θέλετε να τα πετάξω; Έχουν μερικές μέρες ζωής ακόμα.»

Τον Οράτιο Πέρεθ δεν τον ενδιέφερε η ζωή των λουλουδιών. Δεν τον ενδιέφεραν καν τα λουλούδια. Εάν μπορούσε, χωρίς να κινήσει υποψίες, θα τα ανανέωνε κάθε μέρα. Κάθε ώρα αν ήταν δυνατόν.

Από όλες τις αμέτρητες φορές που επαναλαμβανόταν αυτή η στιχομυθία, ο Οράτιος Πέρεθ απάντησε μόνο την πρώτη:

«Απολύτως. Και μην ξεχνάτε: λοξά κομμένα. Ακούν καλύτερα.»

Αυτή ήταν η μοναδική πρόταση που κατάφερε να ξεστομίσει ο Οράτιος Πέρεθ στη γυναίκα που τόσο παράφορα αγαπούσε. Η Ιζαμπέλ Φερνάντεθ με ένα ευγενικό νεύμα τα έβγαζε από το βάζο και στη θέση τους έβαζε τα νέα.

«Μιλάτε στα γαρύφαλλα;», τον ρώτησε κάποτε μα δεν πήρε απάντηση αφού η συστολή του -συστολή που προερχόταν αποκλειστικά και μόνο από την αναπηρία του- τον μετέτρεπε σε ένα γοητευτικό και απόμακρο μυστικό.

Αυτό ήταν όλο κι όλο όσο ήλπιζε να κερδίσει ο Οράτιος Πέρεθ από το κρυφό του πάθος για την Ιζαμπέλ Φερνάντεθ. Μία ηδονοβλεπτική παρατήρηση των δαχτύλων της γύρω από του λεπτούς μίσχους των φρέσκων λουλουδιών. Μερικές φορές του έριχνε λοξές ματιές και επιβράδυνε τη διαδικασία. Άπλωνε προσεκτικά το χέρι της και άγγιζε τα εύθραυστα μέλη των λουλουδιών πρώτα με τα ακροδάχτυλα, διέτρεχε απαλά το στέλεχος από το λοξό κόψιμο μέχρι τα πέταλα και ξανά προς τα κάτω και έπειτα τα σήκωνε ένα- ένα και τα έβαζε με μεγάλη προσοχή σε συγκεκριμένη διάταξη μέσα στο στόμιο του ανθοδοχείου. Συχνά ο Οράτιος Πέρεθ σκεφτόταν πως τα δάχτυλά της διέτρεχαν τη ράχη του και όχι εκείνο το λοξά κομμένο κοτσάνι ή ακόμα, σε στιγμές μαζοχιστικής ηδονής, σκεφτόταν πως τα δάχτυλα ήταν τα δικά του και πως ολόκληρο το στέλεχος, από το λοξό κόψιμο ως το μυρωδάτο άνθος, ήταν ο μηρός της. Εκείνες τις φορές, όταν η νεαρή, τρυφερή Ιζαμπέλ Φερνάντεθ τελείωνε, γύριζε προς το μέρος του σιωπηλού Οράτιου Πέρεθ και τον παρατηρούσε. Ο Οράτιος Πέρεθ αναρωτιόταν αν ήταν και εκείνος τόσο αναψοκοκκινισμένος όσο και εκείνη, αν ανέπνεε το ίδιο κοφτά και έντονα ή αν, εξαιτίας της ανδρικής του φύσης, είχε μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στις επιθυμίες του, ισχυρότερη επιβολή πάνω στο σώμα του. Αμφέβαλε. Οι επιστημονικές του γνώσεις του υπαγόρευαν πως το σώμα που ποθεί αντιδρά ορμητικά ασχέτως φύλου.

Δεν της ομολόγησε ποτέ τον έρωτα του. Ακόμα και όταν κρυφά την άκουσε να ρωτάει τη Μάρτα για εκείνον. Πώς την έβλεπε. Αν θα ήταν ποτέ εφικτό να την προσκαλέσει ο Καθηγητής σε έναν περίπατο στην εξοχή, αν υπήρχε περίπτωση να της ζητήσει ένα ραντεβού. Η Μάρτα της είχε απαντήσει πως ο Καθηγητής δεν μιλούσε ποτέ για αυτά τα θέματα μαζί της.

«Όμως φοβάμαι», είχε πει αυτολεξεί, «πως δεν γεννήθηκε μονάχα με ένα πόδι λιγότερο. Γεννήθηκε και με μία θέληση σπασμένη. Μην ελπίζεις, αγαπητή μου Ιζαμπέλ. Όσο δεν μπορεί να σταθεί πάνω σε δύο πόδια, θα βρίσκει τον εαυτό του λιγότερό σου. Κι αυτό θα τον κρατάει μακριά. Μην ελπίζεις, είσαι πολύ νέα για να στεφανωθείς την ελπίδα.»

Αυτό συνεχίστηκε για τρία χρόνια. Η Ιζαμπέλ Φερνάντεθ επισκεπτόταν τον Οράτιο Πέρεθ τρεις φορές την εβδομάδα εκτελώντας η ίδια την παραγγελία του για φρέσκα λουλούδια, τα προετοίμαζε με ευλαβική προσοχή σύμφωνα με τις μοναδικές λέξεις που είχε ακούσει από το στόμα του και έφευγε λίγο αργότερα, ερεθισμένη και θλιμμένη χωρίς να έχει πάρει ως αντάλλαγμα για την αφοσίωση της ούτε μία φρέσκια λέξη, μέχρι που έκλεισε τα είκοσι δύο της. Τότε ένα πρωί, συγκεκριμένα την Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου του 1912, δεν πήγε στο σπίτι του Οράτιου Πέρεθ με την παραγγελία του μόνο έστειλε έναν μικρό βοηθό που είχε στο ανθοπωλείο. Ο Οράτιος Πέρεθ ήταν απελπισμένος. Κοιτούσε ασταμάτητα εκείνο το μπουκέτο με τα κόκκινα γαρύφαλλα, τα οποία ήταν μάλιστα άκοπα και απεριποίητα και αναρωτιόταν τι μπορεί να έχει συμβεί. Υπέθετε πως η Ιζαμπέλ Φερνάντεθ είχε κάθε δικαίωμα να μην παραδώσει η ίδια τα εμπορεύματά της αλλά αυτό ίσχυε από χρόνια μιας και το ανθοπωλείο ανήκε στον πατέρα της άρα κάτι άλλο είχε συμβεί, κάτι τρομερό που την καθιστούσε σίγουρα ανήμπορη ή κάτι μέσα της είχε αλλάξει, ναι, αυτό ήταν. Τα αισθήματά της ήταν πια διαφορετικά απέναντι του, μα πώς θα μπορούσε να μην είναι έτσι! Δύσμορφος, κουτσός, σακάτης, αντικοινωνικός, σκυθρωπός, ώ, πως δεν το είχε καταλάβει νωρίτερα ότι όλα αυτά τα χρόνια η Ιζαμπέλ Φερνάντεθ τον επισκεπτόταν από λύπηση και όχι από έρωτα. Μα, τι ανόητος που υπήρξε! Τι ανόητος! Πώς θα μπορούσε αυτό το σπάνιο πλάσμα να δει έναν σακάτη ως κάτι περισσότερο από αυτό που πραγματικά είναι; Πώς να τον δει ως κάτι διαφορετικό από βάρος!

Η επόμενη μέρα κύλησε μέσα στο ζοφερό πόνο της απόρριψης και λίγο πριν το μεσημέρι της επομένης, ακριβώς πάνω στη στιγμή που ο Οράτιος Πέρεθ βρισκόταν ένα βήμα μακριά από την αυτοχειρία, η Μάρτα όρμηξε στο δωμάτιο και του πέταξε στο πρόσωπο το ημερήσιο φύλλο.

Όσο και αν επέμενε να ρωτάει ο Οράτιος Πέρεθ προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε πιάσει την έμπιστη οικονόμο του, η Μάρτα δεν του μιλούσε καθόλου. Έφυγε με αργό βήμα από το δωμάτιο παίρνοντας μαζί της και το ανθοδοχείο με τα γαρύφαλλα, αγνοώντας τις φωνές και τις απειλές του. Λεπτά αργότερα, ο Οράτιος Πέρεθ άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο χιλίων μικρών κομματιών γυαλιού που αναπηδούν στο δάπεδο.

Ξεκίνησε να διαβάζει το πρωτοσέλιδο και σχεδόν αμέσως, ο Οράτιος Πέρεθ, άρχισε να τρέμει. Δεν μπορούσε να το πιστέψει και έτσι το διάβαζε ξανά και ξανά από την αρχή. Για το πώς η νεαρή γυναίκα πήγε στις ράγες έξω από τα αγροκτήματα της Βίλα Αστούριας. Πώς έλυσε το παπούτσι και το ακούμπησε δίπλα στη διάβαση. Πώς μέσα έβαλε ένα σημείωμα. Πώς λύγισε το ένα γόνατο πάνω στο κρύο σίδερο. Πώς περίμενε τρεις ώρες γονατισμένη πάνω στις ράγες. Πώς όταν πέρασε ο συρμός δεν κατάφεραν να βρουν το χαμένο μέλος. Πώς είχε κοπεί, σαν κοτσάνι λουλουδιού. Πώς έγραφε στο σημείωμα: «Λοξά κομμένη. Μίλα μου».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s