Αναμνήσεις σε «Ω»

Νοσταλγώ
μία νύχτα που άκουσα τυχαία
κάποιον να σιγομουρμουρίζει:
«Το «ώ» στο τέλος των λέξεων»,
έλεγε γονατισμένος
στην άκρη όπως στεκόταν
κάποιου στενού της πόλης
«προδίδει εν σοφία
τίποτα λιγότερο από αγωνία».
Το λέω τώρα και
Ριγώ
στο πέρασμα του χρόνου
πως έφτασα να
Λυσμονώ
αν ήτανε κατάφωτος ο δρόμος
ή σκοτεινός
Αν ανήκε σε άντρα η φωνή
ή ήταν μιας γυναίκας
Μα κι έτσι ακόμα
για εκείνη τη σκληρή
απάνθρωπή μου πράξη
όσο πεισματικά κι αν
Προσπαθώ
τον εαυτό μου σπάνια
Συγχωρώ
και ντρέπομαι που
Ομολογώ
ότι, γελώντας εγώ,
ο άρχοντας του λόγου,
που για κανέναν δεν
Ποθώ
να γίνομαι δυνάστης
και μόνο ξέρω να
Αγαπώ
όσα απλόχερα ο ξένος
μου προσφέρει
χωρίς στιγμή να
Επιθυμώ
κανέναν εκούσια να
Πονώ
πλησίασα και είπα πάνω από τον
λυγισμένο:
«Όπως να λέμε περπατώ;»
γεμάτος ειρωνία.
Δεν σήκωσε το βλέμμα να με δει
μόνο το χέρι άπλωσε
με άγγιξε στον ώμο
και ξέσπασε σε γέλια.
Έφυγα, τρέχοντας σχεδόν,
μα τον άκουγα καθώς μάκραινα
να μουρμουρίζει ρήματα
ασύνδετα
χωρίς καμία σημασία
γεμάτα αγωνία
που όλα τελείωναν σε «ώ»
και που μόνο τυχαία
μέσα στην εκφορά του λόγου
ή γράφοντας κάποιο κακό μου ποίημα
θα μπορούσα πια να ανακαλέσω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s