19. Το άρωμα που τον κρατούσε έξω


Κ18- Το περιεχόμενο του διηγήματος κρίνεται ακατάλληλο για ανήλικους αναγνώστες.


Έχει χρόνια που σκέφτομαι όσα μας είπε ο κυρ- Κώστας εκείνο το πρωί. Όλο λέω «του ‘χε σαλέψει του γέρου από το μέσα» κι όλο κάτι στα λόγια του με τρώει, λες και κάτι ήξερε εκείνος από ελευθερία, του ανθρώπου, του άντρα ή των δεσμών που εγώ δεν έμαθα ποτέ.
Το ’10 που μπήκα τον βρήκα να λύνει και να δένει. Ό,τι ήθελε έκανε και δεν του έλεγε κανείς τίποτα, ήταν και μεγάλος. Εξήντα δεν θα ήταν; Τίποτα, να πούμε, κυρίες όλοι μπροστά του, από όποια μεριά του φράχτη κι αν στεκόντουσαν. Μου έκανε εντύπωση στην αρχή, φρέσκος εγώ, πιτσιρικάς -είκοσι; Εικοσιδύο; Κάπου τόσο-, πώς και γίνεται κανείς να κουμαντάρει έτσι τα δεσμά ολονών. Μετά που με έπιασε στην αυλή να με φέρει στα νερά του μου το έσκασε ότι είχε σαράντα χρόνια και δεν θα περπατούσε ξανά σε δρόμο, έτσι όπως έδειχναν τα πράγματα.
Εκείνο το πρωί, κάνα χρόνο μετά, με σέρνει ο Λούτζι να πάμε για φαΐ, εγώ σκουντουφλάω από τη νύστα αλλά πάω γιατί δεν με παίρνει να το παίξω καμπόσος, είμαι κοντά, κάνα εξάμηνο ακόμα και πουλεύω, πάω.
Κάθεται σε μία γωνία με δύο δικούς του, τους πρώτους, τα αδέλφια, μας βλέπει που τον κοιτάμε σα μαλάκες όρθιοι και κάνει σήμα με το χέρι να πάμε κοντά. Φτάνουμε, έχει μια κοιλιά, ο πούστης, τούμπανο σωστό, το παντελόνι λυμένο στη μέση και τρώει, δε θυμάμαι τι σκατά έχει στο χέρι του, ψωμί, παξιμάδι, κάτι τέτοιο.
«Καθίστε», μας λέει. Καθόμαστε, μας έπαιρνε κι αλλιώς;
«Φάτε», μας λέει. Τρώμε.
«Πείτε μου τώρα», πετιέται ξαφνικά πάνω πού τρώγαμε, «πού το διπλώνεται, είκοσι χρονώ τομάρια, το καυλί σας;»
Μείναμε εμείς. Τώρα λέμε, θα ρίξει τα νταγλάρια πάνω μας και τον ήπιαμε.
«Τι εννοείς, κυρ- Κώστα;», κάνουμε, τάχα τις παρθένες και ότι δεν ψυλλιαζόμαστε πως το πράμα πάει για κωλομπαριλίκι αλλά μας έχουν ζώσει φίδια.
Γέρνει όσο μπορεί κοντά μας κι είναι τα μάτια του σκαμμένα, κατράμι ο βολβός. Σοβαρεύει. Γινότανε, ο μπινές, παγοκολώνα άμα ήθελε.
«Το καυλί σας, λέω», κάνει, «γιατί δεν είναι όρθιο σαν κοντάρι; Στα χρόνια σας δεν ήξερα πια τρύπα να βουλώσω πρώτα, ρε μαλάκες.»
Ισιώνουμε. Πατέρας θέλει να το παίξει, όχι γαμιάς μας, λέμε.
«Βλέπεις εσύ κάνα μουνί ‘δω μέσα για να ‘ναι όρθιο;» του λέει ο Λούτζι και καλά αντρίκια αλλά παπάρια, εγώ τον ήξερα τον δικό μου, είχε χεστεί πάνω του.
Κάνει λίγο πίσω ο κυρ- Κώστας και γελάει. Αστράφτει ο τόπος. Γελούσε, ο καριόλης, σαν μωρό παιδί.
«Ρε, αλάνια», μας κάνει, «ξέρετε, ρε, τι πεθύμησα;»
«Τι πεθύμησες;», ρωτάμε. Πάλι τσίτα εμείς.
«Ένα καλό γλυφομούνι, πεθύμησα.»
Δεν γελάει κανείς. Ούτε εμείς, που έχουμε κάτσει κλώσες, να πούμε, ούτε οι δικοί του, ούτε και εκείνος. Γλιστράει το μάτι του από τους φεγγίτες μέχρι που το κλείνει, και το καλό και το άλλο, το χαρακωμένο.
«Ναι, ρε. Ένα γλυφομούνι. Να αρχίσω από τον λαιμό, εκεί που ενώνουν οι κλείδες πάνω στο στέρνο, να ρουφήξω τις θηλές, να μυρίσω τις μασχάλες και με τα δόντια να σκάψω τον αφαλό της, μέχρι εκεί που αρχίζει η τρίχα και γίνεται πυκνή.»
Κοιτάζω τον Λούτζι που σκάει χαμόγελο. Τον σκουντάω αλλά μόκο.
«Απαλή, στριφτή, χοντρή γυναικεία τρίχα, μαύρη όσο δεν πάει και να χώνω τη μύτη μου μέσα σε εκείνη την τούφα και να μυρίζει άγρια γυναικεία καύλα. Να δαγκώνω τα χείλη και να τα σπρώχνω στην άκρη με τη γλώσσα, να βγαίνει η κλειτορίδα ροδαλή και μούσκεμα και να την ρουφάω, με το δάχτυλο μέσα στο υγρό της μουνί και τη μύτη χωμένη στις τρίχες να ρουφάνε καύλα. Να τη γλύφω μετά, γύρω- γύρω στην αρχή, τις τρύπες της μετά, να γεμίζει η γλώσσα μου από εκείνη τη γυναικεία γεύση και να πέφτω ξανά στις τρίχες της, να τις κάνω μούσκεμα κι εκείνη να χύνει το δάχτυλό μου και να σπαράζει από καύλα.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο με τα μάτια κλειστά κι έχει ένα χαμόγελο στο μούτρο όλο ένταση, ίδιο του πόνου, ίδιο της ευχαρίστησης, σαν αυτό που γράφει το πρώτο φεγγάρι που κοιτά φυλακισμένος με το χαρτί στο χέρι.
«Αυτό πεθύμησα, ρε Ελπιδάκι, αυτό μονάχα. Κι ας μην χύσω ποτέ μου. Μόνο να μυρίσω τις τρίχες ανάμεσα στα πόδια σου, θέλω.»
Μένει λίγο έτσι, γυρνάει μετά και μας βλέπει με την άκρη του ματιού που έχουμε ζαρώσει.
«Τι; Φοβάστε, μωρέ;», μας λέει. «Τι με κοιτάτε ζαρωμένοι;»
«Όχι, κυρ- Κώστα, δεν φοβόμαστε», του λέω εγώ αλλά τα μασάω, δεν ξέρω πως να του το πω. Τον λυπάμαι, τον καριόλη, να του το χαλάσω. Μόνο το μυαλό μένει λεύτερο μέσα σε εκείνο το μπουρδέλο, να σκέφτεται τα δικά του, πώς να του βάλω αλυσίδα;
«Κυρ- Κώστα», κάνει ο Λούτζι, «πόσα χρόνια είσαι μέσα;»
«Από το ’79, γιατί;», ρωτάει.
«Άρα έχεις να δεις γυμνή γυναίκα από τότε;»
«Αληθινή, ναι.»
Πέφτει μια σιωπή και το πιάνω εγώ.
«Κυρ- Κώστα, γυναίκα αξύριστη έχει να περπατήσει την επικράτεια από το ’95 και έχουμε 2011».
Μένει να με κοιτά.
«Τι αξύριστη;», κάνει.
«Εκεί κάτω», του λέω και δείχνω χαμηλά.
«Τελείως;»
«Άντε να μείνει καμιά λωρίδα χνούδι.»
«Χνούδι;»
«Ναι.»
«Σαν κοριτσίστικο;»
«Ναι.»
«Σα μωρουδιακό;»
«Ε, περίπου.»
«Και πού το ξέρεις ότι είναι γυναίκα σωστή; Γυναίκα, ρε! Όχι θηλυκό.»
«Έχουν τρόπο να το δείχνουν αλλιώς.»
Δεν απάντησε. Μας κοίταξε μόνο με μια λύπηση τρομερή, βγαλμένη, λες, από μέσα του.
«Τι έπαθες, κυρ- Κώστα;», του λέω σε κάποια φάση, όταν έγινε το βλέμμα του ασήκωτο.
Κούνησε το κεφάλι του.
«Βαρύ πράμα.»
«Ποιο;»
«Να μην ξέρεις πως μυρίζει στ’ αλήθεια μια γυναίκα καυλωμένη», μας είπε και κούνησε το κεφάλι. «Να μην ξέρεις το άρωμα του πόθου. Χειρότερο από φυλακή.»
Άλλη κουβέντα δεν είπε. Ούτε πατέρας το έπαιξε ξανά από τότε. Μόνο, όπου μας τράκαιρνε μας έριχνε κάτι λυπημένες ματιές, ίδιες λαβωματιά, να πούμε.
Έμαθα πέρσι συγχωρέθηκε. Μέσα. Τον βρήκαν στο κελί με τα μάτια ανοιχτά ακόμα. Έμφραγμα, είπαν, μα έμαθα είχε ένα χαμόγελο στο μούτρο όλο ένταση, ίδιο του πόνου, ίδιο της ευχαρίστησης, σαν αυτό που γράφει το πρώτο φεγγάρι που κοιτά φυλακισμένος με το χαρτί στο χέρι.
Μα, τι στα λέω κι εσένα; Για μεροκάματο ήρθες, όχι για ψυχολόγα. Μα δε μου το βγάζεις απ’ το μυαλό, κάτι ήξερε εκείνος που εγώ έχω χαμένο. Δε βαριέσαι.
Έλα. Γδύσου να ξεκινάμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s