18. Να πώς σβήστηκε το χρήμα

Έκανα κάτι κακό. Κάτι πολύ κακό,όχι όμως τόσο όσο θα προσπαθήσουν να σας πείσουν πως ήταν. Περισσότερο κακό σαν κάτι που διαφοροποιεί, που οριστικά αλλάζει τον θύτη, όπως μία νεανική απερισκεψία, το κλέψιμο ενός αυτοκινήτου με σκοπό μία νυχτερινή βόλτα στην πόλη με μπύρες και φίλους που κατέληξε σε ένα τρομερό τροχαίο από το οποίο δεν τραυματίστηκε κανείς και που μοναδική του απώλεια ήταν ένα όχημα που κάποιος αγόρασε με τις οικονομίες μιας δεκαετίας, παρά ως κάτι καταστροφικό ή τελεσίδικο, έναν φόνο, παραδείγματος χάριν, που στέρησε τη ζωή θύματος και θύτη. Η μόνη πιθανότητα αυτό μου το έγκλημα να αντιμετωπιστεί ως αυτό που πραγματικά ήταν και όχι όπως θα συμφέρει τον κάθε Ιστορικό αφηγητή στον οποίο θα ανατεθεί η παρουσίαση της Ιστορίας έναντι ενός αντιτίμου που πλέον μου είναι αδύνατο να φανταστώ για λόγους που θα σας εξηγήσω, είναι να βρει αυτή την επιστολή κάποιος ευνοημένος (ανάμεσα στη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, ταπεινός στόχος, πράγματι) αντί για κάποιον που δέχθηκε πιο βαριά το πλήγμα -έναν τραπεζίτη ή χρηματιστή ή κάποιον παραγωγό βάμβακος, λινού ή και (ακόμα περισσότερο) οξικού πολυβινυλοχλωριδίου οπότε και θα φροντίσει να καταστρέψει κάθε ίχνος του.
Θυμάμαι καλά το πρωίνο της 31ης Οκτωβρίου 2021, έστω και μετά από τόσα χρόνια, θύμαμαι κάθε λεπτομέρεια εκείνης της μουντής μέρας. Θυμάμαι πως έφυγα από το σπίτι μου στη Μπεθέσδα κάπως καθυστερημένα, ήταν μεγάλη η απόσταση μέχρι τη Ουάσινγκτον αλλά η Έλινορ ήταν τόσο όμορφη στο λιγοστό φως του πορτατίφ και τα παιδιά δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα και το σώμα μου έλεγε πως δεν είχαν σημασία οι λεπτοδείκτες. Πολύ περισσότερο, επέμενε πως οι λεπτοδείκτες ήταν το δεύτερο πιο ανούσιο πράγμα μετά τη δύναμη που ορίζει την κίνησή τους μπροστά στο ανεβασμένο νυχτικό της Έλινορ και υπογράμμιζε αυτή την πεποίθησή του με μία εφηβικής έντασης και επιμονής στύση.
Ω, τη θυμάμαι καλά εκείνη τη μέρα, πριν ακόμα ξεκινήσει. Βγαίνοντας από το σπίτι φίλησα τα παιδιά μου και την Έλινορ και μπήκα στο αυτοκίνητο σφυρίζοντας. Σφυρίζοντας έφτασα στη θέση στάθμευσης μία ώρα μετά. Σφυρίζοντας πέρασα τις πύλες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κάτω από τον βαρύ ουρανό της Ουάσινγκτον. Σφυρίζοντας πήρα τη θέση μου στο γραφείο Πληροφοριακών Συστημάτων και πίνοντας έναν λάτε καραμέλα με κρέμα σόγιας είδα στην οθόνη του κεντρικού σέρβερ τις εξαγγελίες του Συμβουλίου Διοικητών αναφορικά με τα πακέτα στήριξης των βαρύτερα πληγέντων οικονομιών από την πρόσφατη πανδημία αλλά και σε σχέση με την Παγκόσμια ημέρα αποταμίευσης. Ήταν καλογραμμένοι λόγοι, εν ολίγοις εμπνευσμένοι και ασήμαντοι όπως οι περισσότεροι λόγοι των πολιτικών του εικοστού πρώτου αιώνα και με διασκέδασαν αρκετά, σε σημείο που ακούγοντας τη Διευθύντρια να απευθύνεται σε πεντάχρονα, και να τα προτρέπει να σκεφθούν πρακτικά -τα πεντάχρονα!- και να ξεκινήσουν τώρα -αμέσως τώρα, νεαρέ μου!- ένα αποταμιευτικό πρόγραμμα για ξέγνοιαστη συνταξιοδότηση, ξέσπασα σε γέλια ενώ προσπαθούσα την ίδια στιγμή να καταπιώ μία τεράστια γουλιά καφέ και ως αποτέλεσμα όλο το χρυσοκαφετί υγρό που είχα μέσα στο στόμα μου εκτοξεύθηκε πάνω στους κεντρικούς σέρβερ του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Τα γεγονότα από τις 11:18 που χύθηκε ο καφές μέχρι και τις 18:32 που κατάφερα να επαναφέρω τους σέρβερ είναι ασήμαντα, αν και αγωνιώδη, ακόμα και για έναν σπουδαστή πληροφορικής που διψά για ακαδημαϊκή γνώση χειρισμού κρίσεων. Όμως, στις 18:32 που επαναφέραμε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα σε λειτουργία διαπιστώσαμε πως κάτι είχε οριστικά χαθεί. Το χρήμα. Κρατικοί ισολογισμοί, οφειλές, αποθεματικά, ομόλογα, μετοχές, μηδενικά, ψηφία, τραπεζικά αρχεία, τα πάντα. Είχα διαγράψει το χρήμα, την ίδια του την έννοια. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν μερικά τυπωμένα, βαμβακερά χαρτονομίσματα και κάτι ελάχιστα κέρματα στις τσέπες των ανθρώπων αλλά χωρίς την ψηφιακή ύπαρξη χρήματος, ήταν λες και τα είχα λούσει και αυτά με διαλυτικό.

Πέρασαν τρεις μέρες μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι πολίτες, οι κυβερνήσεις και οι ισχυροί πως είχε οριστικά χαθεί το χρήμα. Οι τραπεζίτες το κατάλαβαν κατευθείαν αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, διατήρησαν μία στάση αρπακτικής αναμονής μέχρι να αποτιμηθεί η ζημιά.
Τις τρεις αυτές μέρες τις πέρασα μέσα στην αίθουσα του σέρβερ αναζητώντας τα χαμένα λεφτά της ανθρωπότητας. Όταν συνειδητοποίησα πως τα είχα οριστικά διαγράψει, εγώ ή έστω ο λάτε με κρέμα σόγιας, έφυγα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χωρίς να ενημερώσω κανέναν. Μπήκα στο αυτοκίνητο και προσπάθησα να καλέσω την Έλινορ αλλά ήταν αδύνατο να βγάλω γραμμή τόσο προς εκείνη όσο και προς οποιονδήποτε άλλον. Όταν έφτασα στη Μπεθέσδα, είδα τα μαύρα κυβερνητικά οχήματα να κλείνουν ολόκληρη τη γειτονιά. Η γωνία του τετραγώνου μου ήταν το τελευταίο πράγμα που είδα και με κάποιο τρόπο σχετίζονταν με την Έλινορ, με τα παιδιά μας, με την ίδια μου τη ζωή. Εδώ και εφτά χρόνια.
Οι πρώτες μέρες ήταν παρανοϊκές. Ο παγκόσμιος πληθυσμός μούδιασε. Δεν υπήρχε πια χρήμα. Η μία μετά την άλλη οι κοινωνίες έπεσαν σε λήθαργο ή σε ακραία βία. Μέχρι που εξαντλήθηκαν τα αποθέματα που συντηρούσαν το παλιό σύστημα. Έναν μήνα μετά οι πόλεις είχαν επανέλθει, με ποιον τρόπο δεν ξέρω, ούτε γνωρίζω τον λόγο. Ένα πρωί οι άνθρωποι απλά πήγαν στη δουλειά τους. Στις βιομηχανίες, στα καφέ, στα αεροδρόμια, στις οικοδομές, στα σούπερ μάρκετ. Όσοι είχαν δουλειά πριν χαθεί το χρήμα, επέστρεψαν σε αυτή. Πήγαιναν το πρωί στη δουλειά τους, τελείωναν το απόγευμα και έβγαιναν για φαγητό, την επόμενη μέρα έκαναν τις εβδομαδιαίες αγορές τους από το σούπερ μάρκετ, σχεδίαζαν τις καλοκαιρινές διακοπές τους, έπαιρναν τσιγάρα από το περίπτερο, μαγείρευαν κοκκινιστό με πουρέ, έφτιαχναν κέικ για τα παιδιά και αρρώσταιναν βαριά, τόσο που να χρειάζονται αιμοκάθαρση ή χημειοθεραπεία ή όχι τόσο βαριά, τόσο ώστε να γιατρεύονται απλά με ένα παυσίπονο ή ένα μπότοξ ή με ένα ζευγάρι παπούτσια των (κάποτε) τετρακοσίων δολλαρίων. Και όλοι έπαιρναν και όλοι πρόσφεραν το ίδιο χωρίς κανείς να ζητά ή να προσφέρει χρήματα.
Βέβαια, στην αρχή υπήρχαν και εκείνοι που είδαν τον κόσμο τους να γκρεμίζεται και υπήρξε ραγδαία αύξηση της ανεργίας στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος έπαψε να υφίσταται, μείωση της κατανάλωσης των πρώτων υλών του χρήματος αλλά το κυριότερο (και τραγικότερο, ίσως) σημειώθηκε μία ακραία, αν και σχετικά στιγμιαία, αύξηση των αυτοκτονιών στις τάξεις των χρηματιστών. Γρήγορα, όμως, δρομολογήθηκε και αυτό αφού οι άνεργοι (όσοι προϋπήρχαν της εξαφάνισης του χρήματος και όσοι βρέθηκαν σε αυτή τη θέση εξαιτίας της), χωρίς να υπάρχει πλέον ανάγκη χρηματοδότησης ξεκίνησαν να δραστηριοποιούνται σε διάφορους τομείς, από το λιανικό εμπόριο τροφίμων μέχρι και την ανακατασκευή εγκαταλελειμμένων κτηρίων για τη δημιουργία οίκων ανοχής ή ευγηρίας.
Δεν έπαψα στιγμή να είμαι καταζητούμενος. Ούτε τώρα που λύθηκε (σχεδόν) το πρόβλημα του υποσιτισμού ή της ανεργίας ή της εγκληματικότητας ή των κοινωνικών ανισοτήτων. Όχι.
Εντάξει, δεν είναι όλα ρόδινα, το ομολογώ. Ούτε και είμαι αναρχικός. Είμαι μάλιστα εξαιρετικά υλιστής και δεν με ενδιαφέρει ποιος ράβει τα ρούχα μου και για πόσο. Είμαι μάλλον καπιταλιστής. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα κακό σε μία νέα μορφή καπιταλισμού χωρίς κεφάλαιο. Μία αναρχοκαπιταλιστική πραγματικότητα είναι το καλύτερο στο οποίο μπορούμε ως άνθρωποι να ελπίζουμε. Δεν επιθυμούν όλοι να φορούν σανδάλια αλλά ούτε και επιθυμούν όλοι να παραθερίζουν σε ιδιωτικά σκάφη. Σε κάποιους αρέσει (στ’ αλήθεια τους αρέσει!) το κάμπινγκ. Αυτό που θέλω να πω είναι πως ο κομμουνισμός ή η κατάργηση όλων των κοινωνικών συμβάσεων δεν είναι για μένα. Αμφιβάλω πως είναι για τον οποιονδήποτε. Αλλά αυτό, αυτή η νέα τάξη πραγμάτων παραγωγής και κατανάλωσης χωρίς κανένα αντίτιμο, είναι μία πεμπτουσία της κοινωνίας.
Όλα είναι υποκειμενικά αλλά η Ιστορία είναι ο ορισμός της υποκειμενικότητας. Ίσως αυτό το γράμμα το βρει ένας παραγωγός οξικού πολυβινυλοχλωριδίου που καταστράφηκε χωρίς την παραγωγή πιστωτικών καρτών. Τότε θα με σταυρώσει για την ανικανότητά μου. Ίσως όμως το βρει και ένας πρώην άστεγος ή κάποιος νεαρός που είχε, μέσα στο άγχος της διατήρησης μίας δουλειάς ή της κατάκτησης μίας θέσης, χάσει την όρεξη ή την ικανότητα για ζωή, για έρωτα, για παιχνίδι. Τότε θα ξέρει πως δεν είχα καμία πρόθεση. Τότε θα ξέρει πως εκείνο το πρωί ήμουν απλώς ευτυχισμένος που πηδήχτηκα με την Έλινορ. Σαν να μην με ενδιέφερε τίποτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s