17. Μα… για τριάκοντα αργύρια;

Ο νεαρός συγγραφέας είχε από μήνες στείλει τα πρώτα του χειρόγραφα στον εκδότη. Στην αρχή με τρομερό ενθουσιασμό και τη βεβαιότητα πως μόλις είχε παραδώσει το χειρόγραφο για το πιο επιδραστικό έργο όλων των εποχών. Το είχε συνοδέψει με μία τολμηρή επιστολή και, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο μίας επικείμενης άρνησης, είχε σπεύσει να υπογραμμίσει και όλα τα ψεγάδια (γιατί μόνο ως τέτοια μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ελάχιστες ανορθόδοξες προσεγγίσεις του) τονίζοντας, ωστόσο, πως όλα ήταν θέμα οπτικής και πως υπό ένα διαφορετικό πρίσμα ιδωμένα, αυτά τα ελαττώματα θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως εφόδια στον δρόμο προς αν όχι την καταξίωση του έργου, αδιαμφισβήτητα προς την εμπορική του επιτυχία.

Καθώς όμως περνούσαν οι μέρες, ο νεαρός συγγραφέας διαπίστωσε πως όλο το αρχικό του σθένος και η τόση βεβαιότητα είχαν αρχίσει να εξασθενούν υπό το καθεστώς της αναπόφευκτης αμφιβολίας και της (υπό γεωμετρική κλίμακα αυξανόμενης διαβρωτικότητας) αναμονής. Του ήταν ολοένα και πιο δύσκολο να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε πέρα από την τύχη του χειρογράφου. Μετά το πρώτο εξάμηνο είχε καταλήξει εμμονικός. Κοιμόταν ελάχιστα, μόνο και μόνο για να ξυπνήσει κάθιδρος μέσα στη νύχτα, έτρωγε σποραδικά στοχεύοντας σε τίποτα περισσότερο από μια ταπεινωτική συντήρηση στη ζωή, έμενε άπλυτος για μέρες μέχρι που κάποιος από τους οικείους του, διαφορετικός κάθε φορά, αναλάμβανε να τον σαπουνίσει με τη βία για το καλό της οικογένειας και ξόδευε τον χρόνο του καθισμένος σε έναν ξύλινο πάγκο δίπλα στον φράχτη παρατηρώντας τις κινήσεις των ταχυδρομικών υπαλλήλων και το περιστασιακό φλερτ τους με τη Μαρία του κυρ- Λαζάρου που καθόταν στο τέρμα του δρόμου, ενώ την ίδια στιγμή διατύπωνε μεγαλειώδεις ρήσεις για την υπομονή και την καρτερικότητα -ή ακόμα και την ίδια την αναμονή- που σκεφτόταν πως σίγουρα έπρεπε να συμπεριλάβει σε κάποια κατοπινή, αναθεωρημένη έκδοση του αριστουργήματός του.

«Η αναμονή», σημείωνε εκείνο το απόγευμα στο χαρτί του, «είναι απείρως σκληρότερη του θανάτου. Ο θάνατος, εκμηδενίζει ενώ η αναμονή εξαθλιώνει δίχως να προσφέρει τη λύτρωση του τέλους. Είναι ένα σαδιστικό μαρτύριο, ένα βασανιστήριο που δεν αξίζει σε κανέναν», όταν σήκωσε το κεφάλι προς την άκρη της δημοσίας και είδε έναν ξένο να πλησιάζει. Όταν έφτασε κοντά συστήθηκε.

Ο νεαρός συγγραφέας τινάχτηκε όρθιος και έσπευσε να υποδεχτεί τον ξένο, ο οποίος σε τίποτα δεν έμοιαζε με όσα ο συγγραφέας υπέθετε έχοντας φτιάξει τη μορφή του άπειρες φορές με την φαντασία του όλους αυτούς τους μήνες, και χαμογελώντας μουδιασμένα τον έσπρωξε απαλά προς το εσωτερικό του σπιτιού.

Αφού ο συγγραφέας πρόσφερε το τελευταίο κρασί που του είχε απομείνει στον ταξιδιώτη, οι δύο άντρες κάθισαν αντικριστά στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας.

«Διάβασα το έργο σου και θεώρησα καλό να έρθω εγώ ο ίδιος εδώ προκειμένου να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες.»

«Τιμή μου», ψέλλισε ο συγγραφέας.

«Ενδιαφέρον κείμενο.»

«Σας ευχαριστώ.»

«Αν και λίγο ευφάνταστο.»

«Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μου, έχετε δίκιο, όμως…»

«Θέλω να πω… κρίνο; Αλήθεια; Μα πώς το σκέφτηκες!»

Στο σημείο αυτό χαμογέλασε και ήπιε λίγο από το κρασί του.

«Η φαντασία είναι βασικό συστατικό της επιτυχίας. Οφείλουμε, ως δημιουργοί, να προσφέρουμε στον κόσμο κάτι το οποίο ο ίδιος δεν μπορεί να σκεφτεί, αλλά με το οποίο ταυτίζεται πλήρως. Κι αυτό χρειάζεται φαντασία. Θέλετε μερικούς χουρμάδες; Κάπου εδώ έχω λίγους χουρμάδες, είμαι σίγουρος…»

«Αν βρεις, δεν θα πω όχι», του απάντησε και με μία χαλαρή κίνηση έβγαλε από το σακίδιο του τα χειρόγραφα που ο νεαρός συγγραφέας είδε τελευταία φορά πριν δέκα μήνες και άρχισε να τα ξεφυλλίζει.

«Έχει, βέβαια, και μία τρομερή αφηγηματική ασυνέχεια. Υπάρχουν κενά.»

«Μα», επέστρεψε κοντά του ο συγγραφέας κρατώντας ένα μπωλ με αποξηραμένα φρούτα, «δεν σχετίζεται με την ιστορία, καταλάβατε; Δεν ήθελα να κουράσω τον αναγνώστη.»

«Είναι όμως είκοσι ολόκληρα χρόνια…»

«Δεκαεφτά.»

«… από τη ζωή του κεντρικού ήρωα.»

«Δεν ήθελα να δείξω το «πώς» αλλά το «τι».»

«Μάλιστα», απάντησε σκεφτικός ο επισκέπτης. «Και όμως…»

Άφησε τη φράση ανολοκλήρωτη βυθίζοντας τον νεαρό συγγραφέα στην οικεία αγωνία του.

«Δεν είναι κακό», είπε τελικά.

«Δηλαδή θα το εκδώσετε;», ρώτησε γεμάτος ενθουσιασμό ο συγγραφέας.

«Πιθανότατα. Αν είστε διατεθειμένος να κάνετε κάποιες διορθώσεις.»

Ο συγγραφέας ένοιωσε μια καυτή λεπίδα να διαπερνά την τελειότητα του είναι του.

«Τι είδους διορθώσεις;», ρώτησε επιφυλακτικά.

Σε αυτό το σημείο ο επισκέπτης γύρισε στο τέλος του χειρογράφου και κοίταξε μερικές σημειώσεις που είχε κάνει πιθανότατα ο ίδιος -ή μπορεί και κάποιος φοιτητής της Ελληνικής ή της Λατινικής γλώσσας έναντι ενός πενιχρού μισθού- πάνω στο λευκό περιθώριο της τελευταίας σελίδας.

«Ευφάνταστο ως κείμενο, αλλά εξαιρετικά εκλεπτυσμένο. Θα πρέπει με μεγαλύτερη αμεσότητα να παρουσιάσουμε τις υπερφυσικές δυνάμεις του ήρωα», του είπε και έφερε το χέρι στο στόμα σκεφτικός.

«Α, μάλιστα!», αναφώνησε ο νεαρός συγγραφέας ενθουσιασμένος αφού αυτή ήταν μία παρέμβαση που δεν του φαινόταν ιδαιτέρα παρεμβατική ως προς την πολύτιμη ουσία του. «Τι θα λέγατε αν τον βάλουμε να φτιάχνει από το τίποτα ψωμί για τους συντρόφους του;»

«Κάτι λίγο πιο μεγάλο ίσως…»

«Για ένα ολόκληρο χωριό;»

«Χμ… σκεφτόμουν κάτι σε… πιο υπερβατικό. Καταλαβαίνεις; Να περπατάει πάνω στο νερό, ας πούμε!»

Τα μάτια του συγγραφέα πετούσαν φλόγες έξαψης.

«Λέτε;»

Ο επισκέπτης έτριβε αφηρημένα το πηγούνι του.

«Ή ακόμα, κάτι πιο μεγάλο. Να ανασταίνει άνθρωπο!»

«Ώπα, μισό λεπτό!»

«Αυτό είναι, ναι! Έναν παλιό φίλο!»

«Δεν είναι υπερβολικό, λέτε;»

«Νεκρό επί δέκα μέρες! Τρομερό!»

Ο συγγραφέας δεν ήθελε να χαλάσει τον ενθουσιασμό του και έτσι συμφώνησε με ένα άνετο νεύμα και έβαλε λίγο κρασί ακόμα στα ποτήρια τους.

«Έπειτα, υπάρχει και το θέμα της διεύρυνσης του τάργκετ γκρουπ. Με τέτοιου είδους σκηνές δράσης έχουμε σίγουρα το πιο… «μονοκόμματο», ας πούμε, αντρικό κοινό από δεκαοχτώ έως εβδομήντα χρονών, αλλά με τις γυναίκες τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Νεαρές νοικοκυρές και ώριμες ευγενείς είναι ένα τεράστιο μερίδιο της αγοράς. Οι νεαρές λόγω άγνοιας -και άρα, ονειροπόλησης- οι ώριμες λόγω βεβαιότητας -και άρα, ανάγκης διαφυγής.»

«Τι προτείνετε;»

«Χρειαζόμαστε ένα λωβ στόρι.»

«Μα, δεν είναι «τέτοιο» βιβλίο.»

«Αν δεν είναι «τέτοιο», τότε δεν θα είναι βιβλίο, νεαρέ μου. Εμπιστεύσου με. Χρειάζεται ένα λωβ στόρι. Κάτι δυνατό, ανατρεπτικό, για να σκεφτώ… αυτός άσπιλος και φωτισμένος… αυτή μια ταπεινή; Όχι. Μία ευφυής ευγενής; Όχι, ούτε. Ω!»

«Τι πάθατε, είστε καλά; Κάνετε κάτι περίεργο με τα μάτια σας…»

«Μία πόρνη!»

«Πώς;»

«Μία πόρνη που είδε στα μάτια του τη σωτηρία, τον ήρωα με το λευκό άλογο, χωρίς το άλογο, εντάξει, αλλά αυτό είναι! Μία όμορφη γυναίκα του δρόμου!»

«Μάλιστα», απάντησε ο συγγραφέας και κάθισε βαρύς στο κάθισμα του. «Θα το σημειώσω.»

«Έπειτα, χρειαζόμαστε έναν κακό.»

«Όχι πάντα. Κάποιες ιστορίες δεν έχουν κακό. Δεν έχουν καν καλό. Ποιος άνθρωπος είναι μόνο καλός ή μόνο κακός;»

«Ναι αλλά αυτή η ιστορία πρέπει να έχει έναν. Πουλάνε καλύτερα αυτή την εποχή οι ιστορίες με καλούς και κακούς, καταλαβαίνεις τον λόγο. Ο κόσμος χρειάζεται να πιστέψει κάπου. Πώς να πιστέψεις αν δεν σε προκαλέσει τίποτα; Έτσι; Από μόνος σου; Όχι, όχι! Σίγουρα θα έχουμε έναν κακό.»

«Εντάξει.»

«Και θα είναι, άκου, άκου! Ακούς;», ρώτησε ο επισκέπτης ενθουσιασμένος και ο νεαρός συγγραφέας έσκυψε προς το μέρος του για να υπογραμμίσει πως ναι, πράγματι άκουγε. «Ο κολλητός του!»

«Μα, αυτό δεν έχει λογική!»

«Θες να μου πεις πως έγραψες μία «λογική» ιστορία;»

«Όχι, αλλά…»

«Ο κολλητός του, ναι! Αλλά δεν θα το καταλαβαίνει κανείς παρά μόνο στο τέλος, εντάξει;»

Αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι.

«Που μας φέρνει στο φινάλε τις ιστορίας.»

«Τι έχει το φινάλε της ιστορίας;»

«Πρέπει να αλλάξει.»

«Γιατί;»

«Δεν πουλάει η εξορία. Πολύ χλιαρό.»

«Και…»

«Πρέπει να τον εκτελέσουν.»

«Μα, τι λέτε τώρα; Ήθελα να αφήσω ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός σίκουελ.»

«Σωστά, σωστά. Άσε που καλό είναι να έχει χάπι εντ. Ώ! Το βρήκα! Θα τον εκτελέσουν…»

«Μα τώρα δεν είπαμε πως…»

«…με τρόπο φριχτό, ξέρεις τώρα, όπως τα γράφετε εσείς οι συγγραφείς, με κόκαλα να σπάνε και χολές και τέτοια…»

«…και το σίκουελ;»

«Και μετά θα αναστηθεί!»

«Ε, δεν πάμε καλά!»

«Γιατί όχι; «Η φαντασία είναι βασικό συστατικό της επιτυχίας», εσύ το είπες! Και ποιος μας λέει ότι δεν μπορεί να το κάνει; Δεκαεφτά χρόνια έλειπε, χίλια πράγματα μπορεί να έμαθε σε αυτά τα δεκαεφτά χρόνια στους τόπους που τριγυρνούσε.»

«Ωραία. Ανασταίνεται. Και πού πάει;»

Ο επισκέπτης το σκέφτηκε για λίγο και ανασήκωσε τους ώμους.

«Μία ασάφεια ακόμα, σιγά.»

Ο συγγραφέας έδειχνε σκεφτικός. Άπλωσε το χέρι του στον ώμο του νεαρού.

«Έλα, μην κάνεις έτσι», συνέχισε ο επισκέπτης, με ύφος πατρικό. «Αν κάνουμε αυτές τις μικρές διορθώσεις, μπορεί να μην γίνει το πιο επιδραστικό έργο όλων των εποχών, αλλά θα είναι ένα πολύ τίμιο έργο.»

«Μα, δεν θα είναι καν δικό μου! Άλλο πράγμα ήθελα να γράψω, άλλο μου λέτε πως πρέπει να γραφτεί. Αν το κάνω θα είναι σαν να προδίδω όλα όσα πιστεύω!»

«Δικό σου θα είναι και πάλι. Κάνε τις διορθώσεις, άκου με που σου λέω.»

«Και μετά θα το τυπώσετε;»

«Μετά θα το τυπώσω, ναι. Εντάξει, ίσως χρειαστεί να συνδράμεις και εσύ λίγο. Τριάκοντα αργύρια. Τα μισά. Δεν είναι και πολλά.»

Ο νεαρός συγγραφέας κούνησε το κεφάλι.

«Σωστά, ναι. Θα πουλήσω το κτήμα και βλέπουμε. Άλλοι θα έκαναν χειρότερα για τριάκοντα αργύρια», είπε και έγραψε την τελευταία του πρόταση στα χαρτιά του. Του είχε φανεί πολύ πετυχημένη.


Ο πίνακας «Τα δεινά της δημιουργικής εργασίας» είναι έργο του Pasternak, Leonid Osipovich (1862-1945)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s