13. Διαβρωτική για τους ανθρώπους

Κουβαλάει ένα τελάρο κάτω από τη μασχάλη τυλιγμένο άτσαλα μέσα σε καφέ χαρτί. Φαίνεται πως ανοίχτηκε κάποια στιγμή και τυλίχτηκε ξανά με λιγότερη επιμέλεια.

Είναι σίγουρος πως κάνει το σωστό αν και η αμφιβολία είναι «βουβή πουτάνα», όπως έλεγε στον δρόμο του ερχομού ο πατέρας. Δουλεύει σιωπηλά μέχρι να σε λυγίσει και όταν φτάσει εκείνη η ώρα σβήνει χωρίς να αφήσει ίχνος και γίνεται κάτι άλλο, κάτι μεγαλύτερο. Πίσω του ζαρώνει η Κάνιγγος, φίσκα από κόσμο, άντρες κυρίως, που ξύνουν λοταρίες και ανανεώνουν χρόνο στο κινητό για να μιλήσουν με Σουδάν ή Πακιστάν και όποιον λιγότερο τυχερό έχει μείνει πίσω και όλο αυτό του θυμίζει κάτι λαϊκές συνεστιάσεις με γραβατομένους μεσήλικες να χειροκροτούν δεκαεξάχρονα κοριτσάκια ανέβασμένα στα τραπέζια των ελληνάδικων στο Μπουρνάζι ή στο Χαϊδάρι, πώς διάολο του ήρθε η εικόνα δεν μπορεί να καταλάβει, χρόνια είχε να δουλέψει σε εκείνα τα μέρη.

Ανοίγει το βήμα του δρασκελίζοντας έναν σακάτη. Δεν είναι αναίσθητος, ένας σακάτης ραγίζει καρδούλες αλλά ο συγκεκριμένος είναι και πολύ μεγάλος μαλάκας οπότε δεν του ρίχνει δεύτερη ματιά ακόμα και όταν τον φωνάζει με το όνομά του, «ρε μαλάκα Μίρτζα, πέτα ρε κανένα φράγκο, σε τόσο κίνδυνο μπήκα για σένα, κουτσός βγήκα από τη φυλακή γαμώ το σπίτι σου», μόνο συνεχίζει βιαστικά με το κεφάλι χωμένο στους γιακάδες του και τον αφήνει πίσω.

Το όνομά του δεν ήταν Μίρτζα αλλά σε όποιον ρωτούσε αυτό έλεγε. Μπασίρ Μίρτζα. Δύο μόνο κατάλαβαν ότι έλεγε ψέματα αλλά δεν είπαν τίποτα, τους πρόδωσε που κούνησαν το κεφάλι και συνέχισαν τη συζήτηση σχεδόν ατάραχοι αλλά τα λερωμένα από ακρυλικά δάχτυλά τους κινούνταν νευρικά.

«Διαβρωτική για τους ανθρώπους και σκληρή η αναμονή, η αμφιβολία. Παίρνει τα λεπτά της δαχτυλάκια και σκαλίζει τα μέσα σου μέχρι να τα βρει. Τη χαρά σου πρώτα. Τη σιγουριά σου. Τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι το φως, άρα κάθε τι υλικό που σε περιβάλλει, μαζί κι εσένα. Τη διάθεσή σου για ζωή, αν περάσει πολύς καιρός. Και άμα τα βρει και τα γραπώσει καλά- καλά μετά τα ξεφτυλίζει, τα τρώει, η άκαρδη, σαν χουρμάδες ένα- ένα. Και μετά, πάει. Δεν έχεις καρπό. Δεν σε σκοτώνει η αναμονή. Σε υποβαθμίζει σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης τόσο χαμηλό που θυμίζει θάνατο. Αλλά δε σε σκοτώνει. Σπλαχνική δεν είναι. Κανείς δεν πρέπει να περιμένει παραπάνω από όσο αντέχει. Δεν αξίζει σε κανέναν τέτοια αυτοτιμωρία.»

Έτσι έλεγε εκείνος ο ζωγράφος πριν χαθεί για πάντα. Δεν θα το ήξερε αν δεν είχε ο πατέρας του ψύχωση μαζί του. Δηλαδή όχι με εκείνον αλλά με όσα για εκείνον ήταν η έννοια του καλλιτέχνη. Του είχε δώσει να διαβάσει μια συνέντευξη όταν ήταν έφηβος για την οποία ήταν περήφανος, περισσότερο για τις λέξεις του παρά για τους πίνακές του. Παλιά ήταν και η συνέντευξη, σε μία εφημερίδα από εκείνες που δεν κυκλοφορούσαν πια και ήταν ο λόγος που ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον πάρει πριν είκοσι χρόνια και να φύγουν από το Πακιστάν. Αν έμεναν κάποιος θα πέθαινε. Καμία αμφιβολία ή αναμονή.

Μπήκε στις γειτονιές και από εκεί στο ημιυπόγειο μίας παλιάς πολυκατοικίας. Βάρδια στο μαγαζί είχε ξανά το επόμενο πρωί. Σκοτάδι γύρω του, λίγο φως από τις γρίλιες στα παράθυρα, ποια παράθυρα δηλαδή, κανονικοί φεγγίτες ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο, τριάντα επί τριάντα πόντους. Πήγε στο υπνοδωμάτιο και κοίταξε από την πόρτα. Ένας γέρος ανασαίνει βαριά με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο στραμμένο στο ταβάνι.

«Είναι χίλιες φορές προτιμότερο το άγριο, στιγμιαίο δάγκωμα της απόρριψης, της απογοήτευσης, της άρνησης, του τέλους και η συντριβή που προκαλεί από το διαρκές τσίμπημα της αναμονής, την προσδοκίας. Δεν σου επιτρέπει να υπάρχεις η προσμονή.»

Γύρισε στο άλλο δωμάτιο που είχαν για κουζίνα, σαλόνι και υπνοδωμάτιό του και ακούμπησε το δέμα στη γωνία, μπροστά σε άλλα δέματα. Δίπλα του παλιά χρώματα και ξεφτισμένα πινέλα, ένα σπασμένο καβαλέτο και λερωμένοι καμβάδες.

«Γύρισες;»

Ξύπνησε.

«Ναι.»

«Τι έγινε;»

«Πήγα να βρω εκείνον που σου έλεγα. Για το δέμα.»

«Και;»

«Έπεσα πάνω στον Αζίζ επιστρέφοντας.»

Σταμάτησε και περίμενε για κάποια αντίδραση. Δεν άκουσε τίποτα.

«Σταμάτησε να περνάει ανθρώπους από τα σύνορα.»

«Ο Θεός είναι μεγάλος», άκουσε τις λέξεις μέσα από έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

«Μου ζήτησε λεφτά.»

«Του έδωσες;»

«Αρκετά του δώσαμε για να μας φέρει.»

Λίγα λεπτά σιωπής. Λίγα λεπτά για να αποφασίσει το ψέμα που θα πει.

«Ο άνθρωπός σου;», άκουσε τη φωνή του. «Τον πήρε;»

Γονάτισε και άρχισε να σκίζει το καφέ χαρτί. Ένα τελευταίο ψέμα.

«Ναι.»

Άκουσε το γέλιο του.

«Πόσα;»

Κομμάτι- κομμάτι.

«Πολλές χιλιάδες ευρώ.»

Ξανά γέλιο.

«Έλα κοντά! Πες μου! Πες μου τι σου είπε!»

Μέχρι το τελευταίο. Και έμεινε να κοιτάει εκείνο τον πίνακα.

«Μου είπε πως έψαχνε χρόνια να βρει έναν αυθεντικό Μίρτζα».

«Ώ, παιδί μου, τι μέρα! Να τη θυμάσαι αυτή τη μέρα! Πόσα χρόνια προσπαθούμε να σταθούμε στα πόδια μας; Κι εσύ δεν με πίστευες! Κανείς, μου έλεγες, δεν νοιάζεται για έναν Πακιστανό ζωγράφο. Βλέπεις; Πόσα σου έδωσε;»

Κοίταξε τον πίνακα. Ένα τρυφερό πορτραίτο ενός κοριτσιού. Το λεπτό προφίλ, ο πλούσιος κότσος και εκείνο το λευκό λουλούδι, τα χέρια της που προσπαθούν να το στερεώσουν στα πυκνά μαλλιά, το μελαμψό της δέρμα, τα ήρεμα μάτια και μία τρομερή δύναμη ανάμεσα στο ξεπλυμένο φόντο, το κορμί της και τα στήθη της που παραμένουν κρυμμένα κάτω από ένα πορτοκάλι ύφασμα.

«Διακόσιες χιλιάδες μου έδωσε.»

Τον ακούει να κλαίει.

«Τελείωσε, γιε μου. Επιτέλους τελείωσε.»

Σηκώνεται αργά. Το βλέμμα του πέφτει στον λαιμό της. Λεπτός. Εύθραυστος. Έπειτα στη μύτη, στα χείλη. Στις μικρές αναπνευστικές οδούς.

«Τελείωσε, πατέρα. Τα κατάφερες. Και είχες δίκιο.»

«Δίκιο είχα, αλλά εσύ τα κατάφερες! Και να ήθελα δεν θα μπορούσα να σηκωθώ από αυτό το νεκροκρέβατο. Αλλά εσύ… εσύ μας έσωσες! Δεν κόπιασα άδικα για να φέρω αυτό τον πίνακα μαζί μας. Είχα δίκιο! Ο σπουδαιότερος ζωγράφος της χώρας μου. Και όλοι το γνώριζαν! Δεν ξεχνιέται έτσι απλά ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Ούτε το «κορίτσι με το λουλούδι,» είναι φτιαγμένο για τα υπόγεια. Είχα δίκιο ότι θα μας έφτιαχνε τη ζωή! Τώρα θα ζήσουμε. Μ’ ακούς;»

Περπάτησε μέχρι το στρώμα στη γωνία του υπογείου, κάτω από τον φεγγίτη και πήρε στα χέρια του το μικρό μαξιλάρι που είχε για να ξαπλώνει.

«Σ’ ακούω, πατέρα.»

«Έλα να σε αγκαλιάσω!»

Πήγε προς το δωμάτιο. Μπήκε με το μαξιλάρι στα χέρια. Δεν στάθηκε να περιμένει. Ούτε ένα λεπτό παραπάνω.

Στην εικόνα, ο πίνακας του Bashir Mirza «Το κορίτσι που καρφιτσώνει ένα λουλούδι στα μαλλιά του» (1978)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s