12. Βασικά Μαθηματικά για μικρά κορίτσια

Την πρώτη φορά που χρειάστηκε να πω λόγια μετρημένα ήμουν σχεδόν οχτώ χρονών και παρά τις πεποιθήσεις όλων, που θεωρούσαν ότι είμαι άσσος στη Γλώσσα, εγώ αποδείχθηκα εξαιρετική στα Μαθηματικά. Ήταν στον γάμο της ξαδέλφης μου. Θα έπαιρνε ένα κοπρόσκυλο, όπως έλεγε η μητέρα μου και η θεία μου μεταξύ τους. Έτυχε να τις ακούσω ένα πρωί και μόλις κατάλαβαν πως κρυβόμουν και έστηνα αφτί πίσω από την πολυθρόνα με έσυραν από την κοτσίδα μέχρι τον καναπέ και με δασκαλέψαν να μην πω καμία χοντράδα τη μέρα του γάμου που πλησίαζε και να μετράω τα λόγια μου. Είπα συνολικά εξήντα δύο λέξεις (συμπεριλαμβανομένων δεκαεφτά «γεια σας» και δώδεκα «ευχαριστώ») και ούτε μία δεν ήταν «κοπρόσκυλο», «αλήτης», «λάθος».

Όλα πήγαν καλά. Ο γάμος ήταν τέλειος, όλοι ευτυχισμένοι και εγώ χαμογελούσα πονηρά ενώ μπούκωνα το στόμα μου με λευκούς μπεζέδες και κουφέτα γιατί ήξερα ένα μυστικό που οι υπόλοιποι αγνοούσαν, κάτι που θα μπορούσε να χαλάσει τα πάντα οριστικά. Είχα τη δύναμη να διαλύσω την ευτυχία τους και δεν το έκανα. Κατά κάποιον τρόπο, όλη αυτή η υπέροχη στιγμή οφειλόταν σε εμένα.

Δεν ήταν η μοναδική φορά που κρυφάκουγα τις συζητήσεις των μεγάλων όμως είχα μάθει το μάθημά μου και δεν κρυβόμουν πια πίσω από την πολυθρόνα. Είχα εντοπίσει ευφάνταστες κρυψώνες, κάτω από τον καναπέ, μέσα στο στρίφωμα της βαριάς κουρτίνας, κάτω από το πιατάκι του καφέ, μέσα στα ποτήρια του λικέρ, δίπλα ακριβώς από τη γόβα της μητέρας μου και περνούσα απαρατήρητη ακριβώς μπροστά τους, με τα καθαρά μου φορέματα και την σφιχτοδεμένη κοτσίδα και τα μεγάλα, πεινασμένα μάτια μου πάνω στα στόματά τους να προσπαθούν να αποτυπώσουν τους τρόπους των γυναικών.

Φρόντιζα επίσης, όσα κι αν άκουγα ή έβλεπα, να μετράω τα λόγια μου και έτσι όταν η ξαδέλφη βγήκε από το νοσοκομείο είπα μόνο έξι λέξεις, «έπεσε από τις σκάλες, η χαζή» κι ας ήξερα αρκετές ακόμα. Οχτώ λέξεις στην θεία Ματούλα, «τι όμορφα που σου πάνε τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια» κι ας ήξερα ότι ο θείος γυρνούσε κάθε βράδυ μεθυσμένος, δέκα λέξεις στη δασκάλα, «καλά είμαι κυρία, όχι δεν κλαίω, κανένας δεν με πείραξε» κι ας είχε συνέχεια ο Πέτρος από το ΣΤ1 το χέρι του πάνω στους γοφούς μου, εννιά λέξεις στη γιαγιά Νόπη που είχε πέντε παιδιά και άλλες τρεις εκτρώσεις και όλο μετρούσα ξανά και ξανά προσεκτικά τις λέξεις μην πω τίποτα που περίσσευε και πάνε οι ζωές όλων μας κατά διαόλου. Όλοι πίστευαν πως είμαι καλή στη Γλώσσα αλλά στα Μαθηματικά ήμουν διάνοια γιατί δεν έχανα με τίποτα το μέτρημα και έτσι οι ζωές όλων όσων αγαπούσα παρέμειναν ακέραιες.

Και τώρα ακόμα που η ξαδέλφη μετακόμισε μόνη της και στο σπίτι της δεν έχει σκάλες και που δεν υπάρχει κρυψώνα αρκετά κοντά στη θεία, τη γιαγιά, τη μητέρα για να τις κρυφακούσω, και τώρα μετράω τα λόγια μου. Και όλα τα παιδάκια με παίζουν στο σχολείο, στη γειτονιά, στο γυμναστήριο, στη δουλειά, οι άντρες με ποθούν, τα παιδιά μου με λατρεύουν, φορώ κάτι υπέροχα μαργαριταρένια σκουλαρίκια και δεν λέω περισσότερα από όσα πρέπει. Κι αν καμιά φορά πέφτω, η χαζή, από τις σκάλες δεν είναι και τόσο τρομερό αφού ποτέ, μα ποτέ δεν χάνω το μέτρημα. Τόσο καλή είμαι στα Μαθηματικά κι ας πίστευαν όλοι πως η Γλώσσα ήταν το δυνατό χαρτί μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s