11. ΜΑΚΕΔΩΝ

Καθόταν σκυφτή απέναντι του σε έναν παλιό καναπέ που είχαν αγοράσει μαζί πριν μερικά χρόνια. Περνούσε το χέρι της πάνω από το ριγέ ύφασμα των μαξιλαριών όπως έκανε όταν έβλεπαν κάποια ταινία που δεν την ενδιέφερε καθόλου ή κάθε φορά που οι άντρες της παρέας ξεκινούσαν τις συζητήσεις για τον στρατό.

«Δεν φταις εσύ», του είπε και την ίδια στιγμή σταμάτησε να τρίβει το μαξιλάρι και τον κοίταξε. Μόρφασε αμήχανα όταν είδε πως της χαμογελούσε.

Μίλησαν λίγο ακόμα. Κανείς δεν μπορούσε να πει πόση ώρα ακριβώς, αρκετά πάντως ώστε να τελειώσει το μπουκάλι και να βαρύνουν οι ανάσες, να χυθούν λίγα δάκρυα, να θυμώσουν και οι δύο -σε διαφορετικό χρόνο ο καθένας-, να αγγίξουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου και να νοιώσουν τον πόθο να κεντρίζει το μούδιασμα του πόνου, να αναρωτηθούν αν υπήρχε κάτι που έκαναν λάθος, να διαβεβαιώσουν τους εαυτούς τους πως όχι, δεν υπήρχε, να δημιουργήσουν μέσα στις αναμνήσεις τους μερικές κλισέ στιγμές γνήσιας αμερικάνικης εικονογραφίας, να απομείνουν ολοκληρωτικά κενοί και, εντέλει, αμήχανοι μέσα στην ησυχία του μικρού τους διαμερίσματος, να τα κάνουν όλα όπως έπρεπε να γίνουν για να προσφέρουν στον έρωτα τους μία επάξια υστεροφημία που θα τους εξασφάλιζε βήμα στις μετέπειτα συζητήσεις των ώριμων ανθρώπων για τη ζωή, το μεγαλείο και τη συντριβή της ύπαρξης, αλλά κυρίως, θα τους πρόσφερε άλλοθι για όσα εγκλήματα θα διέπρατταν στο μέλλον εις βάρος όσων τυφλά θα τους αγαπούσαν, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών που κάποτε θα έκαναν.

Έφυγε από το σπίτι τους -τωρα πια ήταν δικό της- και πήρε μόνο ένα σακίδιο στον ώμο και τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

«Να προσέχεις», του είπε όσο στέκονταν στον διάδρομο περιμένοντας το ασανσέρ.

«Λίγο αργά τώρα», απάντησε και γύρισε να την κοιτάξει αλλά η πόρτα είχε ήδη κλείσει.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και οδήγησε στα στενά της γειτονιάς μέχρι την πρώτη λεωφόρο, εκείνη με τα συνεργεία αυτοκινήτων και τις παλιές μάντρες ανταλλακτικών. Έστριψε στην επόμενη, οι διαφημίσεις των νυχτερινών κέντρων γεμάτες Photoshop ομοιώματα πρώτων ονομάτων περασμένων δεκαετιών τον εντυπωσίαζαν πάντα, ακόμα και τώρα, δεν μπορούσε να πάψει να τις κοιτά και να γελάει κάθε τόσο εντυπωσιασμένος από τη ματαιοδοξία και την έλλειψη αισθητικής που την συντροφεύει. Κι άλλη στροφή και έπειτα στην εθνική οδό για ώρες μέχρι που, λίγο πριν το χάραμα έφτασε σε έναν από τους παλιούς σταθμούς ανάπαυσης που είχαν ρημάξει εδώ και χρόνια. Το βενζινάδικο κλειστό με αντλίες που έγραφαν την τιμή της αμόλυβδης ακόμα σε δραχμές, σπασμένα τζάμια, ερειπωμένο, χαμηλό κτήριο με ό,τι είχε περισσέψει από μία ξεθωριασμένη τέντα να κρέμεται σε κορδέλες από τα μεταλλικά δοκάρια και όμως, παρά την εγκατάλειψη, τεράστια γράμματα νέον -όλα κεφαλαία, με δωρικό αρχαιοελληνικό ύφος και αέρα μεγαλείου- σκορπούσαν το γαλάζιο φως τους πάνω στο έρημο πάρκινγκ γύρω από ένα «ΜΑΚΕΔΩΝ» που θύμιζε -και αυτό- κακό Photoshop παλιάς φίρμας.

Τράβηξε χειρόφρενο και έσβησε τη μηχανή.

Κατέβηκε και τέντωσε τα πόδια του. Η υγρασία τον ξύπνησε απότομα όπως τρύπωσε κάτω από το λεπτό κοντομάνικο των «Led Zeppelin». Έσκυψε και πήρε το σακίδιο του.

Ήταν τέλειο. Ήταν ιδανικό. Ήταν ότι χρειαζόταν.

Άνοιξε το φερμουάρ και ακούμπησε το σακίδιο σε να παρτέρι, λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο του σταθμού. Μπορούσε από εκεί που βρισκόταν να διακρίνει μέσα στο κτήριο τη βιτρίνα του μπουφέ. Την είδε όπως ήταν κάποτε, σκόρπια ταψιά εδώ κι εκεί με μερίδες ψητού, κατεψυγμένου κοτόπουλου, χοιρινού με σάλτσα, μακαρονάδας μπολονέζ και μουσακά που όλα μύριζαν το ίδιο, μια μυρωδιά γλυκερή, κάτι ανάμεσα σε στιγμιαίο ζωμό και σουβλάκι πανηγυριού, φέτες ψωμί σε ένα καλάθι, έτοιμες χωριάτικες σαλάτες από πάνω, κρασί εμφιαλωμένο σε μερίδες, μαχαίρια και πηρούνια σε πλαστικές λεκάνες, μεγάλες σιωπές, αργά βηματα και ούτε ένα βλέμμα.

Έστησε το τρίποδο. Πάνω του το σκούρο σώμα.

Γύρισε τον διακόπτη. Έσκυψε και κοίταξε μέσα από το σκόπευτρο. Επιθεώρησε το κάδρο.

Τα γράμματα, η μπλε τους αντανάκλαση πάνω στο τσιμέντο, τα χαλάσματα, το πάρκινγκ, οι αντλίες, πίσω η δειλή ανατολή, ανάμεσα στο φως και εκείνον οι μακρινές βουνοκορφές, ο φόβος του σκοταδιού, ήταν όλα εκεί. Για λίγο μόνο θα ήταν όλα εκεί, έξω από το «ΜΑΚΕΔΩΝ» που κάποτε ήταν και δεν σταμάτησε να πιστεύει πως ακόμα είναι.

Πάτησε το κουμπί και έτρεξε όσο άκουγε το χρονόμετρο να μετράει τα δέκα δευτερόλεπτα που είχε στη διάθεσή του.

Στάθηκε μπροστά από την είσοδο με την πλάτη γυρισμένη στο τρίποδο και το πρόσωπο να κοιτά το φωτεινό όνομα του σταθμού ενώ το χρονόμετρο χτυπούσε νευρικά το τέλος.

Μετά άκουσε το κλείστρο. Και έπειτα μόνο ησυχία.

Είχαν περάσει σχεδόν έξι μήνες από εκείνο το βράδυ. Οι πρώτες μέρες είχαν φύγει δύσκολα. Δουλειά, λίγοι φίλοι, λίγος θρήνος, μερικές αμφιβολίες, μία υποψία ανησυχίας, τρία ποτά, ύπνος, δουλειά και ξανά. Μετά κατάφερνε ανάμεσα σε όλα αυτά να παρεμβάλει δύο ή τρία -δεν πρέπει να ήταν παραπάνω- οριακά χαμόγελα που δεν ήταν ακριβώς, αλλά αρκούσαν. Έπειτα, έγιναν περισσότερα. Πιστικότερα. Λαμπερότερα. Ζωηρότερα. Μονιμότερα. Μέχρι που ένα πρωί, καθώς έφευγε για τη δουλειά, πάντα χαμογελαστή, βρήκε στο μικρό κουτί αλληλογραφίας στην είσοδο της πολυκατοικίας έναν φάκελο με το όνομά της. Τον πήρε χαμογελώντας το ίδιο λαμπερά, όπως συνήθως, και τον κράτησε δίπλα της κλειστό μέχρι που τελείωσε με την δουλειά, επέστρεψε στο σπίτι, έφαγε, πλύθηκε και κάθισε στο σαλόνι παρέα με το χαμόγελό της, σε εκείνον τον ριγέ καναπέ περιμένοντας έναν άντρα που την έκανε να χαμογελάει ακόμα πιο λαμπερά μιλώντας της, όσο εκείνη έσερνε το χέρι πάνω στο ύφασμα των μαξιλαριών. Τότε άνοιξε τον φάκελο.

Η πλάτη ενός άντρα -την ήξερε-, ένα άδειο πάρκινγκ, σπασμένες αντλίες σε ένα παρατημένο πρατήριο, ένα ερειπωμένο κτήριο της εθνικής -το ήξερε-, η ραγισμένη τζαμαρία της εισόδου -άνοιγε προς τα έξω τρίζοντας λιγάκι αν την τραβούσες απότομα-, ο σκονισμένος μπουφές -«μην φας εκείνο το κοτόπουλο, μυρίζει σαν τα πανηγύρια, θα σε θερίσει», του είχε πει μα δεν την άκουσε-, εκείνος με την μπλούζα που έγραφε στην πλάτη τις πόλεις μίας ευρωπαϊκής περιοδείας του ’84, -ώ, Θεέ μου, είναι τέλεια! Εσύ είσαι τέλεια!-, τα μαλλιά του, τα λεπτά του χέρια, το περίγραμμα του σώματός του και όλα, όλα -τα ήξερε όλα- τυλιγμένα σε ένα εκτυφλωτικό μπλε φως που ξεκινούσε από ψηλά, από εκείνα τα γράμματα στο πάνω μέρος της φωτογραφίας που έγραφαν κακόγουστα «ΜΑΚΕΔΩΝ».

Την κοίταξε καλά. Επίμονα. Πιεστικά. Χωρίς να μπορεί να κάνει διαφορετικά. Μέτρησε με το βλέμμα ένα- ένα όλα τα συντρίμμια μέσα στο κάδρο. Την γύρισε ανάποδα με κόπο. Στο πίσω μέρες έγραφε δύο λέξεις.Τις διάβασε και μετά τις ψιθύρισε.

«Χωρίς Photoshop.»

Δεν χαμογελούσε άλλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s