10. Πρώτο βράδυ

Είχε περάσει λιγότερο από ώρα και όμως, να που άκουγε ξανά εκείνη την χαρακτηριστική φωνή μέσα από τις παρεμβολές του μικρού ηχείου. Γύρισε πλευρό ζαλισμένη μέσα στη νύχτα σε μία επίδειξη πηγαίας άρνησης που όμως αποδείχθηκε μάταιη. Η φωνή επέμενε. Ανακάθισε και έφερε το χέρι της στο στήθος, τα μαλλιά της έπεφταν βρώμικα πάνω στους ώμους της. Η ζέστη του Αυγούστου ήταν αποπνικτική, ένοιωθε το λεπτό φανελάκι να κολλάει πάνω της. Το τράβηξε και το κούνησε νευρικά προσπαθώντας να δροσιστεί. Απέτυχε. Θα της ήταν εύκολο να ξεσπάσει σε λυγμούς αλλά εκείνη τη στιγμή έδειχνε το ίδιο εύκολο και να μην το κάνει αφού ήξερε από μικρή πως τα δάκρυα δεν προσφέρουν κανένα όφελος, περίπου όπως και τα χαμόγελα.

Σηκώθηκε αργά και παραπάτησε, λίγο έλειψε να πέσει στο πάτωμα όμως ο διαπεραστικός πόνος που ξεκινούσε ανάμεσα από τα πόδια της και τρυπούσε τη σπονδυλική της στήλη, όσο κι αν είχε το επίχρισμα της οδύνης, λειτούργησε προς όφελος της. Ο πόνος, ναι. Έβρισκε στον πόνο πολύ μεγαλύτερη αξία από το κλάμα ή το χαμόγελο. Ο πόνος ήταν η πηγή. Τα υπόλοιπα δεν ήταν παρά τα αποτελέσματά του.

Με τη φωνή να συνεχίζει σε ένταση και επιμονή διέσχισε το σκοτεινό υπνοδωμάτιο και βγήκε στον μικρό διάδρομο. Άναψε το φως της τουαλέτας και στηρίζοντας το βάρος της με το χέρι στον νιπτήρα προσπάθησε να κατεβάσει το εσώρουχο της. Δεν τα κατάφερε αμέσως. Δοκίμασε ξανά, πιο προσεκτικά αυτή τη φορά, αργά και μεθοδικά, με ήρεμες κυκλικές κινήσεις γύρω από τους γοφούς της. Κάθισε στη λεκάνη. Κοίταξε το νερό που κοκκίνιζε σιγά- σιγά μέχρι που πήρε ένα βαθυκόκκινο χρώμα τόσο συμπαγές που της ήρθε στο μυαλό μία ανάμνηση από κάποια Χριστούγεννα πριν χρόνια. Έπιναν και χόρευαν μέσα σε ένα γεμάτο καθιστικό, εκείνος κολλημένος πάνω της, δίπλα μερικοί φίλοι έβγαζαν φωτογραφίες τους εαυτούς τους μπροστά από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που αναβόσβηνε μονότονα εύθυμα, ίδρωνε με έναν ιδρώτα αρωματισμένο κάτω από το φόρεμά της και εκείνος έσκυβε και μύριζε τον λαιμό της κλείνοντας τα μάτια μέσα στον χορό, κοιτάζονταν μετά και χαμογελούσαν αμήχανα, όχι όμως τόσο αμήχανα ώστε να κρύβουν την επιθυμία και τότε κάποιος φώναξε πως έπρεπε να φιληθουν και κράτησε ένα γκι πάνω από τα κεφάλια τους. Μέσα στις φωνές των υπολοίπων που ζητούσαν θέαμα, θυμόταν πως είχε σηκώσει το βλέμμα ψηλά, σε εκείνο το κατακόκκινο, πλαστικό καρπό του χειμώνα. Μετα τον φίλησε. Μετά χαμογέλασε ξανά. Κάποια στιγμή εκείνο το βράδυ ίσως και να είχε κλάψει.

Σηκώθηκε με κόπο και τράβηξε το καζανάκι. Χάθηκε το κόκκινο, εμεινε η φωνή μέσα στη νύχτα. Φόρεσε καθαρό εσώρουχο, έκανε ρολό και πέταξε το παλιό. Πλύθηκε ενώ μουρμούριζε «έρχομαι, έρχομαι».

Με κάθε βήμα ο πόνος έφτανε βαθύτερα μέσα της. Έστριψε στην πόρτα του δωματίου, η φωνή δυνάμωσε, ένα μικρό φως άναβε σε σχήμα αχιβάδας πάνω στον τοίχο, ένα ακόμα έφεγγε κιτρινωπό σε σχήμα μισοφέγγαρου από το κομοδίνο, μύριζε όξινα και την ίδια στιγμή παράδοξα ευχάριστα, σχεδόν τρυφερά, εκεί μέσα και η φωνή δυνάμωνε και διακόπτονταν από βαθειές ανάσες μέχρι που άπλωσε τα χέρια και σήκωσε με κόπο ένα μικρό πλάσμα και το έφερε κοντά στο στήθος της ακουμπώντας το πάνω στους γυμνούς της ώμους.

Κάθισε σε μία πολυθρόνα που είχε σχεδιαστεί για να προσφέρει την μεγαλύτερη δυνατή εργονομία και άνεση, ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Την βρήκε ανυπόφορη. Κατέβασε τη λεπτή τιράντα της και αποκάλυψε το ένα της στήθος. Μετά η φωνή σταμάτησε. Έμεινε μόνο ένα λεπτό χουρχουρητό και γρήγορες, δυνατές ανάσες την ίδια ώρα που μέσα της επικρατούσε το ξάφνιασμα των αδένων της όπως γέμιζαν με γάλα και την έκαναν να θέλει να σκίσει το δέρμα της. Κράτησε ελάχιστα μα ήξερε πως θα επέστρεφε εκεί δεκάδες φορές στο μέλλον, ακόμα και σε ένα μέλλον που θα την έβρισκε τελείως άλλη. Έκλεισε τα μάτια, βρήκε ξανά την ανάσα της.

Έμεινε για λίγο ακίνητη. Κοίταξε εκείνο το πλάσμα που έτρωγε από το σώμα της. Πέρασε το δάχτυλο πάνω από το μάγουλό του.

Χαμογέλασε.

Μετά έκλαψε.

Όταν γύρισε στο κρεβάτι μισή ώρα αργότερα εκείνος τη ρώτησε αν ήταν εντάξει.

Του απάντησε πως όλα ήταν καλά. Απλώς πονούσε.

Της είπε πως έτσι ειναι οι πρώτες μέρες και πως θα περάσει.

Συμφώνησε και έσβησε το φως.

Έμεινε να ακούει την απαλή ανάσα από την ενδοεπικοινωνία.

Μία όξινη μυρωδιά, αηδιαστική και την ίδια στιγμή ανακουφιστική αναδυόταν από το κορμί της και την ωθούσε στο χαμόγελο ενώ την ίδια στιγμή συμπιέζε δάκρυα στις άκρες των ματιών της. Για καλή της τύχη, πονούσε τρομερά και έτσι δεν άργησε να την πάρει ξανά ο ύπνος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s