8. Ramolli

Καθόταν σκυφτός πάνω από το άδειο φλυτζάνι του καφέ και κοιτούσε απορροφημένος το κατακάθι. Λεπτές στρώσεις η μία δίπλα στην άλλη που δεν αποκάλυπταν απολύτως τίποτα για τη ζωή σε οποιοδήποτε στάδιό της, σε οποιονδήποτε χρόνο αλλά ακόμα και αν έδειχναν όλα όσα επρόκειτο να συμβούν ή όσα είχαν ήδη συμβεί και έμεναν ξεχασμένα μερικά χρόνια πίσω, εκείνος δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να τα γνωρίζει. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να παρατείνει το τώρα. Φορούσε το σακάκι του, το γιλέκο, το κοτλέ παντελόνι του, ένα γαλάζιο πουκάμισο με καφετιές ρίγες, τα γυαλιά με τον μεταλλικό σκελετό, τα παπούτσια του, καθαρά και με προσεκτικά δεμένα κορδόνια, έτοιμος να φύγει. Και να που εκείνος επέμενε να κοιτά το κατακάθι μέσα στο φλυτζάνι, πανέτοιμος και ακίνητος, ίδιος με σκληρό βράχο.

«Θα πας;»

Γύρισε και την είδε στην άκρη του καθιστικού μέσα στη γκρι ζακέτα της, τα χέρια σταυρωμένα, τα μάτια ένοχα. Έπειτα στράφηκε ξανά στο τραπέζι. Δίπλα στο φλυτζάνι είχε μια στοίβα από την αλληλογραφία της εβδομάδας που δεν ήταν, όπως σε όλες τις περιπτώσεις σύγχρονης αλληλογραφίας, παρά λογαριασμοί και ειδοποιητήρια εκπρόθεσμων χρεών.

«Δεν είναι περίεργο που επιμένουμε να αποκαλούμε όλα αυτά», είπε και έδειξε προς τη στοίβα, «αλληλογραφία; Γράμματα;»

«Όχι. Όχι, δεν είναι.»

«Θυμάσαι πως είναι ένα γράμμα;»

«Ναι.»

«Πότε πήρες τελευταία φορά γράμμα;»

Εκείνη έδειξε να προσπαθεί να υπολογίσει.

«Πριν είκοσι; Εικοσιδύο χρόνια;»

«Και δεν σου φαίνεται περίεργο που επιμένουμε να λέμε μερικές τυπωμένες σελίδες έτσι;»

«Για πολλά πράγματα επιμένουμε.»

Είχε δίκιο.

Επί σαράντα χρόνια επέμενε να διατηρεί εκείνο το βιβλιοπωλείο, παρά τις δυσκολίες και τα πολυκαταστήματα που φύτρωναν σαν μανιτάρια. Με τον ίδιο τρόπο. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν τίποτα όλα αυτά τα χρόνια και ο λιγοστός κόσμος που τον προτιμούσε έδειχνε ικανοποιημένος μέσα στην απλότητα που τους πρόσφερε η σταθερή ύπαρξη εκείνου του καταστήματος και του ιδιοκτήτη του ο οποίος στη συνείδηση των βιβλιόφιλων (κυρίως των νεότερων) είχε γεννηθεί σίγουρα με την τωρινή μορφή του: λευκό μουστάκι, λευκά μαλλιά, βαθιές ρυτίδες γύρω από τα αυτιά και τα μάτια. Ένα κανονικό «ραμολιμέντο». Δεν δίσταζαν, μάλιστα, έτσι να τον αποκαλούν ακόμα και όταν εκείνος ήταν παρόν. Με τα χρόνια το όνομα του είχε ξεχαστεί και όλοι τον αποκαλούσαν, χωρίς ίχνος ψόγου, «κύριο Ραμολιμέντο». Σε αυτό ίσως συνέβαλε και το γεγονός πως το όνομα του βιβλιοπωλείου του ήταν «Ramolli».

Τίποτα, λοιπόν, δεν είχε αλλάξει στη βιτρίνα του «Ramolli» όλα αυτά τα χρόνια. Με εξαίρεση εκείνη τη σημείωση που είχε προσθέσει πρόσφατα ο κύριος Ραμολιμέντο για να κρατά τους πελάτες του ενήμερους σχετικά με την απειθαρχία του. Παρά το ψευδώνυμο που είχε υποκαταστήσει το αληθινό του όνομα, με τη σημείωση αυτή έδειχνε πως μόνο μαλακός δεν ήταν, ιδιαίτερα σε σχέση με όσα βαθύτατα μισούσε. Ήταν σκληρός, φτιαγμένος από ατσάλι, με όσα ένοιωθε ότι προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και εκείνο το σημείωμα στη βιτρίνα του «Ramolli» ήταν η απόδειξη πως θα παρέμενε σκληρός μέχρι την τελευταία του πνοή.

Φρόντιζε, πριν κλείσει το μαγαζί του το μεσημέρι του Σαββάτου να τοποθετήσει το σημείωμα σε σημείο εμφανές ώστε να μπορούν να το διαβάσουν όλοι. Έπειτα τακτοποιούσε τις υπόλοιπες λεπτομέρειες που συμπλήρωναν την εικόνα ενός ανθρώπου άκαμπτου απέναντι στους νομούς.

Το σημείωμα έγραφε:

«Αγαπητέ αναγνώστη,

λυπάμαι τρομερά που δεν μπορείς να αγοράσεις το βιβλίο που ήθελες.

Μπορείς, παρ’ όλα αυτά, να δανειστείς ένα από αυτά που άφησα στο τραπεζάκι, έξω από τη βιτρίνα. 

Παρ’ το μαζί σου ή, αν προτιμάς, κάθισε στην καρέκλα του τραπεζιού να το διαβάσεις. 

Άναψε και τη θερμάστρα αν έχει κρύο.

Και αν σου κάνει κέφι ένας καφές, ζητά από τα παιδιά του απέναντι καφενείου να σου φέρουν έναν, κερασμένο από εμένα.

Τσιγάρα έχω αφήσει δίπλα στο περβάζι.

Υ.Γ. Η Κυριακή δεν φτιάχτηκε για εργασία. Φτιάχτηκε για να είναι πιστευτή η έννοια της ζωής.»

Σηκώθηκε απρόθυμα και πήρε το καπέλο του. Περπάτησε προς την έξοδο.

«Θα πας, λοιπόν;»

Γύρισε με την πόρτα μισάνοιχτη και της χαμογέλασε.

«Θα πάω.»

«Δεν θα επιμείνεις;»

«Δεν με λένε «κύριο Ραμολιμέντο» χωρίς λόγο, ξέρεις», της απάντησε και έδειξε με μία κίνηση του κεφαλιού προς τη στοίβα των λογαριασμών. «Μαλακώνει ο άνθρωπος όσο γερνάει.»

Όταν έφτασε στο «Ramolli» μία κοπέλα καθόταν στο τραπεζάκι. Διάβαζε έναν παλιό Μίσσιο, κάπνιζε στιφτά και έπινε τσάι. Έδειχνε φρέσκια και εξώκοσμη μέσα στο βυσσινί παλτό της. Την ήξερε. Ντράπηκε.

«Καλημέρα, κύριε Ραμολιμέντο. Δεν πιστεύω να ανοίξετε!»

Ξεκλείδωσε και πριν μπει στο μαγαζί γύρισε στην κοπέλα.

«Πέτρο», είπε. «Πέτρο με λένε.»

Μπήκε, έβγαλε το σημείωμα από τη βιτρίνα και γύρισε το ταμπελάκι της πόρτας ώστε να φαίνεται η επιγραφή «ΑΝΟΙΚΤΟΝ».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s