6. Άγριο χρώμα

Είχε πάντα ένα παράδοξα αόριστο βλέμμα και το ήξερε, από παιδί ακόμα. Κάποια στιγμή στα πρώτα χρόνια της ζωής της είχε αντικρίσει την ανατολή. Εκείνη η έκρηξη χρωμάτων την είχε μαγέψει τόσο ώστε της ήταν αδύνατο να πάψει να αναζητά τις βιολετιές αποχρώσεις του ουρανού οποιαδήποτε στιγμή της μέρας, σε οποιοδήποτε ερέθισμα. Όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των ενηλίκων δεν κατάφερνε να εστιάσει στο πρόσωπο του συνομιλητή της για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Κοίταζε επίμονα για λίγο κατευθείαν μέσα στις πτυχές της ίριδας των ματιών που είχε απέναντί της και αφού αφομοίωνε τις λεπτές αποχρώσεις στο πιο ζωηρό από τα ανθρώπινα χρώματα, έχανε το ενδιαφέρον της και έστρεφε το βλέμμα στον ουρανό, στα φύλλα των δέντρων, στο κόκκινο φωτιστικό του κομοδίνου, στα σχέδια του σεντονιού προσπαθώντας να μετρηθεί με την ανατολή μέσα της.
Καθώς μεγάλωνε ο κόσμος γινόταν απόμακρος. Οι άνθρωποι την απέφευγαν όμως την ίδια στιγμή έλκονταν με τρόπο μοχθηρό από αυτή της την στάση που μετέφραζαν ως περιφρόνηση. Καθώς την προσπερνούσαν ένοιωθε να την κοιτούν γεμάτοι μίσος και επιθυμία, μία τρομερή διάθεση να την ελέγξουν, να την βάλουν στη θέση της και την ίδια στιγμή να την διαγράψουν, αυτή και την αλαζονεία της. Κάποιες φορές αναλάμβανε η μάνα της να την συμμορφώσει. Κάποιες άλλες ο πατέρας της. Αφού δεν κατάφεραν να την κάνουν να στέκεται απέναντι στους ανθρώπους με σεβασμό, όπως έκαναν όλοι, την παράτησαν μόνη, σκαρφαλωμένη στην ταράτσα, ξεχασμένη στον χωματόδρομο μπροστά από το σπίτι, κρυμμένη σε μία γωνιά που δεν ήξεραν ότι υπήρχε. Δεν την αναζήτησε κανείς όταν χάθηκε. Το μόνο που άφησε πίσω ήταν ανακούφιση. Αυτό δεν το ήξερε με βεβαιότητα, αλλά το υποπτευόταν συχνά.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι άνθρωποι την ξέχασαν ολοκληρωτικά και εκείνη συνέχισε να στέκεται με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όσους περιστασιακά την πλησίαζαν.
«Κοίτα με», της έλεγαν συχνά φέρνοντας τα χείλη τους κοντά, υπερβολικά κοντά στο αφτί της ή το στόμα της αλλά εκείνη διατηρούσε ένα αμυδρό χαμόγελο και δεν τους έριχνε δεύτερη ματιά. Κάποιοι ήταν επίμονοι. Δοκίμαζαν να γυρίσουν το κεφάλι της έτσι ώστε να την αναγκάσουν να τους κοιτάξει. Μόνο τότε, όταν δεν είχε άλλη διέξοδο, έκλεινε τα μάτια. Κάποιοι άλλοι έμεναν εκεί αμίλητοι, αμήχανοι μέσα στην απόρριψη. Ελάχιστοι -και αυτοί αποτελούσαν το μοναδικό της διάλειμμα- δεν ζήτησαν ποτέ να τους κοιτάξει παρά μονάχα συνέχιζαν ανενόχλητοι να την συναναστρέφονται, ακόμα και μέσα στην απουσία της. Όταν τελείωναν μαζί της, έφευγαν όλοι τους σχεδόν τρέχοντας από κοντά της.
Καθώς χαράζει φεύγει και ο τελευταίος. Μένει μόνη μέσα στο δωμάτιο. Από το παράθυρο βλέπει τον ουρανό να γεμίζει βιολετιές αποχρώσεις, τα σύννεφα παίρνουν ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα, το μπλε κερδίζει το μαύρο. Κοιτάζει επίμονα. Προσπαθεί να αποτυπώσει κάθε ελάχιστη διαβάθμιση του κόκκινου πάνω στα σύννεφα με τον ώμο ακουμπισμένο στο περβάζι σε μία θέση τόσο οικεία μέσα στο στενό δωμάτιο που δείχνει τόσο φυσική όσο και η αναπνοή της.
Μετά από ώρα τα παρατάει. Πάει στο μπάνιο, βγάζει τα εσώρουχά της και αφήνει το νερό να τρέξει πάνω στο σώμα της με το βλέμμα στυλωμένο στην αντανάκλαση του καθρέφτη που θαμπώνει. Φτάνει η στιγμή να βρέξει τα μαλλιά της. Διστάζει. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθεί, αλλά δεν τα έχει καταφέρει παρά ελάχιστες φορές. Η ανταμοιβή, η γαλήνη ήταν τέτοια εκείνες τις φορές που την ωθεί να προσπαθεί ξανά και ξανά. Η ελπίδα έχει χαθεί, το ψέμα όμως είναι αρκετό για να συνεχίζει. Σηκώνει το χέρι ψηλά και αφήνει το νερό να τρέξει στο κεφάλι της. Κρατάει τα μάτια ανοιχτά μέχρι που αρχίζουν να πονάνε από το νερό που περνάει πάνω από τις κόρες. Τότε μόνο, όταν ο πόνος γίνεται ανυπόφορος, τα κλείνει. Πίσω από το σκοτάδι των βλεφάρων της παρελαύνουν τώρα οι βιολετιές αποχρώσεις της ανατολής, η πρώτη ώρα της μέρας στα πιο άγρια χρώματά της. Χαμογελάει και αφήνει τον αέρα που τόση ώρα κρατούσε μέσα στα πνευμόνια της να βγει με έναν απαλό αναστεναγμό. Εκεί το πορτοκαλί και το κόκκινο και το βαθύ μπλε, εκεί τα βαμμένα σύννεφα και πιστεύει πως θα τα καταφέρει, σίγουρα θα τα καταφέρει. Μέχρι που το χρώμα του ανθρώπου επιστρέφει. Πτυχές της ίριδας καστανές με πράσινες κηλίδες, γαλάζιες στρώσεις με γκρίζο περίγραμμα, μαύρες γραμμές πάνω σε σκούρο καφέ. Σφίγγεται ολόκληρη προσπαθώντας να κρατήσει τα χρώματα του ουρανού. Όμως χάνει. Τα μάτια κερδίζουν και γύρω τους ανασυνθέτουν τα πρόσωπα εκείνων.
Της μάνας. «Κοίτα με όταν σου μιλάω.»
Του πατέρα. «Κοίτα με όταν σε αγγίζω.»
Του νεαρού που μπήκε με το κεφάλι σκυφτό. «Κοίτα με, σε παρακαλώ.»
Εκείνου του άντρα με το πονηρό χαμόγελο. «Κοίτα με, κοίτα με στα μάτια.»
Του γέρου που δεν της είπε λέξη εκτός από «κοίτα με, τώρα.»
Τρίβει το σώμα της δυνατά και βγαίνει αργότερα από το μπάνιο τυλιγμένη με μία πετσέτα. Στέκεται ξανά στο περβάζι. Έξω έχει ξημερώσει. Χάθηκαν τα χρώματα.
Ξαπλώνει. Είναι μόνη της τώρα. Κανείς δεν την υποχρεώνει να τον κοιτάξει. Μπορεί να κοιμηθεί και για λίγο να ξεχάσει. Μα για να το κάνει αυτό, θα πρέπει να κλείσει τα μάτια. Το κάνει. Πίσω από το σκοτάδι των βλεφάρων της παρελαύνουν τώρα οι βιολετιές αποχρώσεις της ανατολής…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s