4. Για να νικήσουν

Μπήκε στο κακοφωτισμένο γραφείο συνοδεία ενός νεαρού αστυνομικού. Κάθε φορά που εκείνος πλησίαζε έστω και λίγο για να δείξει τον δρόμο ή για να παραμερίσει ώστε να περάσει κάποιος που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση φρόντιζε να αποτραβιέται τόσο ώστε να αποφύγει το άγγιγμα. Είχε τα χέρια τυλιγμένα σφιχτά στο στήθος και έτριβε τα γυμνά μπράτσα που αιμορραγούσαν ακόμα σε διάφορα σημεία. Ένας θλιμμένος μεσήλικας καθόταν στο γραφείο.
Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το μελανιασμένο πρόσωπο.
«Κάτσε», είπε και έδειξε προς την καρέκλα απέναντί του με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού. Ο ιδρώτας μαζευόταν γύρω από τον χοντρό λαιμό του και άφηνε πάνω στον γιακά του γαλάζιου πουκάμισου μια λεπτή κίτρινη γραμμή.
Έκατσε.
«Πες μου τι έγινε», είπε ενώ έκανε νόημα στον νεαρό αστυνομικό να φύγει. Πάτησε μερικά πλήκτρα στον υπολογιστή του.
«Ξέρεις καλά τι έγινε.»
«Πώς μπορώ να ξέρω; Μόλις μπήκες εδώ μέσα. Σε λήστεψαν;»
«Ξέρεις τι έγινε γιατί ήταν και δύο δικά σου αρχίδια μπροστά και δεν έκαναν τίποτα.»
«Καλά θα κάνεις να προσέχεις πως μιλάς», απάντησε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στο χτυπημένο πρόσωπο. Ήταν δύσκολο κάτω από τις μελανιές, το ξεραμένο αίμα και τη σπασμένη μύτη να αναγνωρίσει έναν άνθρωπο. «Καλά θα κάνεις να προσέχεις γενικότερα.»
«Εγώ φταίω, λες;»
«Δεν είπα αυτό.»
«Δεν πρόσεχα αρκετά, ε;»
«Πες μου τι έγινε.»
Μία μικρή παύση, μια βαθειά ανάσα, ένα λερωμένο στήθος φούσκωσε απαλά κάτω από μια σκισμένη ροζ αμάνικη μπλούζα, μία εκπνοή γεμάτη ήρεμη παραίτηση.
«Είναι μάταιο, δεν έπρεπε να έρθω εδώ», είπε και έκανε να σηκωθεί.
«Μείνε», τον άκουσε να λέει. «Ήρθες ως εδώ. Πες τα τουλάχιστον.»
«Γιατί; Τι θα γίνει;»
Ο αστυνομικός σήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Δεν ξέρεις καμιά φορά.»
Γέλασε. Κάθισε παρ’ όλα αυτά, περισσότερο για να απαλύνει τον πόνο που ένιωθε στον θώρακα.
«Βγήκα από το σπίτι στις πέντε», ξεκίνησε.
«Έτσι;», ρώτησε ο αστυνομικός και έδειξε με το στυλό.
«Ναι, έτσι.»
«Με αυτό το ρούχο;»
«Παίζει ρόλο το ρούχο μου, ρε μαλάκα;»
«Ήρεμα τώρα, μην τα κάνεις χειρότερα.»
Ανάσα και πάλι.
«Με αυτό το ρούχο. Πήγα στην πλατεία. Βρήκα τους υπόλοιπους. Θα κατεβαίναμε με τα πόδια στο Σύνταγμα και από εκεί θα ξεκινούσε η πορεία. Δεν προλάβαμε.»
«Τι έγινε;»
«Δεν ξέρω πότε και δεν θυμάμαι πώς, όμως βρέθηκα σε ένα στενό, το πρόσωπό μου τριβόταν στον δρόμο και ήταν ένας από πάνω μου και έριχνε, έριχνε όπου έβρισκε.»
«Εσύ τι έκανες;»
«Εγώ έκρυβα το κεφάλι μου. Φώναζα να σταματήσει. Εκείνος δεν μου έδινε σημασία.»
«Σου μίλησε;»
«Ναι.»
«Θυμάσαι τι είπε;»
«Είπε ότι θα με σκίσει. Όπως ακριβώς γουστάρω.»
«Τον είδες;»
«Όχι. Προσπαθούσα να γυρίσω αλλά είχε το ένα χέρι στο κεφάλι μου και πίεζε το πρόσωπο μου στο σκαλοπάτι μίας εισόδου. Με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τη γωνιά του δρόμου. Και τίποτα άλλο.»
«Αυτό είναι όλο; Έχεις κάτι άλλο να δηλώσεις; Κάτι που να βοηθήσει τις έρευνες;»
Γέλασε.
«Ωραίος», είπε και συνέχισε να γελάει. «Θα το ερευνήσουν δηλαδή το θέμα οι αρχές;»
«Ναι.»
«Ρώτα τότε και τους δύο δικούς σου που στέκονταν στη γωνία και κοιτούσαν όσο εκείνο το καθίκι έκανε τη δουλειά του. Ρώτα τους.»
«Δεν υπάρχει αναφορά για περιπολία οργάνων στην περιοχή.»
«Με άφησαν εκεί μέχρι που έχασα σχεδόν τις αισθήσεις μου. Μετά τους άκουσα να φωνάζουν «έλα, κοψ’ το, φτάνει» και ήρθαν προς το μέρος μου. Με μάζεψαν και με έφεραν εδώ. Ποιος έκανε την προσαγωγή;»
Ο αστυνομικός χαμογέλασε.
«Άκου να δεις τι θα γίνει. Θα φύγεις από ‘δω, θα πας σπίτι να πλυθείς και να ξεκουραστείς και όταν ξυπνήσεις θα ξεχάσεις αυτή την τραυματική εμπειρία. Θα την ξεχάσεις. Για το καλό σου.»
«Αλλιώς;»
«Αλλιώς θα μείνεις στο κρατητήριο μέχρι να εξετάσουμε τις κατηγορίες.»
«Εγώ είμαι το θύμα.»
«Όλοι είμαστε λίγο ή πολύ. Θέλεις να είσαι λίγο ή πολύ θύμα;»
Βγήκε στον δρόμο με το στομάχι σφιγμένο. Περπάτησε αργά και μέχρι τα μεσάνυχτα έφτασε στο σπίτι. Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε και πίσω της στεκόταν εκείνος με βλέμμα γεμάτο ανησυχία που μετουσιώθηκε σε τρόμο μπροστά στο θέαμα που αντίκρισε.
«Ω, Θεέ μου! Τι έγινε; Πες μου τι έγινε;»
Μπήκαν μέσα και αγκαλιασμένοι πήγαν στο μπάνιο. Ξεκίνησε να μιλάει μέσα από κύματα λυγμών. Του τα είπε όλα καθώς εκείνος έβγαζε τα κουρελιασμενα ρούχα από το χτυπημένο σώμα.
«Δεν ξέρω, ρε Τζίμη. Φασίστες; Χρυσαυγίτες; Πατριώτες; Δεν ξέρω ποιος ήταν, αγόρι μου.»
«Το ίδιο είναι, αγάπη μου. Τα σκατά, όπως και αν τα αποκαλείς, βρωμάνε το ίδιο», απάντησε και γέμισε τη μπανιέρα. «Έλα, μπες. Να καθαρίσουμε αυτό το πρόσωπο. Και θα περάσει.»
Μπήκε. Το νερό ήταν ζεστό. Έκλεισε τα μάτια και έμεινε να ακουμπάει πάνω στα χέρια του.
«Δεν θα γίνουμε ποτέ κάτι που να μπορεί να κοιτά ο άλλος άνθρωπος, αγάπη μου. Δεν θα γίνει ποτέ η εικόνα μας, αυτή εδώ η στιγμή, μία εικόνα αγάπης. Πάντα θα είμαστε δυο τέρατα.»
«Δεν με νοιάζει. Με νοιάζει να είσαι καλά. Με νοιάζει να σ’ αγαπάω.»
«Και αυτή η αγάπη που λες, δεν είναι δικιά μας. Δεν μπορούμε να αγαπάμε. Μόνο εκείνοι μπορούν. Εμείς όχι.»
«Εκείνοι ξέρουν μόνο να μισούν», απάντησε και έσφιξε ακόμα περισσότερο την αγκαλιά του. «Δεν θα νικήσουν εκείνοι.»
Άρχισε να καθαρίζει τα χτυπημένα μέλη.
Πρώτα τα χέρια του.
Μετά το στήθος του.
Τον λαιμό του.
Το μέτωπό του.
Τα μάτια του.
Τη μύτη και το στόμα του.
Και όσο το έκανε μουρμούριζε ξανά και ξανά:
«Η αγάπη θα νικήσει.»

3 Comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s