Ένας τρελός ακόμα.

 

PORT SAID, Νοέμβριος 1964

Έφτασαν στο κανάλι δύο ώρες νωρίτερα. Στα ανοιχτά του Λιβυκού το «Jean Laborde» έπιασε εύκολα τους δεκαεφτά κόμβους, άδειο σχεδόν το σκαρί.
«Η γραμμή έχει σπάσει πολύ και η εποχή δεν είναι καλή για την αποικία. Πολλές φήμες ακούγονται.»
Ο Βίκτωρ δεν δίνει δεκάρα για την αποικία. Την πρώτη φορά που το είπε αυτό καθόταν σε ένα σκαμνί και είχε αρπάξει ξύλο να βάλει και στις τσέπες του αλλά τον άφησαν να φύγει γιατί είχε χαρτί από το Βινατιέρ της Λυόν. Οι δρόμοι ήταν υπερβολικά σκληροί μαζί του, η λαμαρίνα από την άλλη έδειχνε να τον αγκαλιάζει. Είναι άλλο πράγμα να πρέπει ένας τρελός να αναμετρηθεί στο βάθος και την έκταση της παράνοιάς του με την παράνοια ογδόντα αντρών περικυκλωμένων για μέρες ή και μήνες από κύματα και κάτι τελείως διαφορετικό να πρέπει να το κάνει με τις οργανωμένες κοινωνίες των υπολοίπων ανθρώπων.
Το χαρτί το έδειξε μια φορά στον καπετάνιο και άλλη μία στον αρχιμάγειρα. Μετά όλοι ήξεραν. Και όσοι νέοι έρχονταν για να αντικαταστήσουν εκείνους που έφευγαν από το πλοίο αποκτούσαν στιγμιαία, θα έλεγε κανείς, την γνώση των προηγούμενων. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από το πρώτο του ταξίδι. Το χαρτί το είχε πάντα διπλωμένο πάνω του αλλά λίγο η αλμύρα, λίγο ο χρόνος το είχαν κάνει άχρηστο. Κανείς δεν ήξερε γιατί το κουβαλούσε πάνω του ακόμα κι ας μην μπορούσε να διαβαστεί πια έτσι που είχε ξεπλυθεί το μελάνι του και είχε γίνει μία μπλε σκιά πάνω σε κίτρινο ξέφτι.
Σε αυτά τα τέσσερα χρόνια, ούτε ένας δεν ρώτησε για την μητέρα του ή για εκείνη την αγαπητικιά που είχε στα δεκαεφτά του -όλοι υπέθεταν πως υπήρχε μία αγαπητικιά- λίγο πριν πατήσουν πόδι στην επαρχία οι Γερμανοί ή ακόμα, τι είναι η «θεραπεία με ραδιοκύματα» που άκουσαν πως έγραφε εκείνο το χαρτί από το τρελάδικο στην Λυόν που τον είχαν κλείσει τρία ολόκληρα χρόνια, για άγνωστη σε όλους αιτία. Ήταν μια φήμη τώρα πια που κάποιος κάποτε διέδωσε και αντηχούσε ακόμα σε ολόκληρη τη γάστρα από τα πλωριά βαρούλκα μέχρι τους κάβους της πρύμνης.
«Γαμώ και τις φήμες. Και τι ξέρουν αυτοί; Ποιοι είναι αυτοί που μας τις σερβίρουν;»
Ήταν ο Βίκτωρ που φουντάριζε κάβο πρωτοκλασάτα σε κάθε πόρτο, που άμα ξυπνούσε ανάποδα ο καπετάνιος τον έστελνε στο δάπεδο βολισμό και έβγαζε πάντα λάθος τις τεχνολογίες του βυθομέτρο. Ήταν ο Βίκτωρ. Ένας από όλους μέσα στη λαμαρίνα όπως και εκείνοι και δεν είχε σημασία τι ήταν πριν ή τι ήταν τώρα μέσα σε αυτή την χρονοκάψουλα που τους κρατούσε σε μια διαφορετική εποχή από λιμάνι σε λιμάνι και από ναύλο σε ναύλο, φτάνει να μην ήταν χαφιές και σκατόψυχος. Αυτός δεν ήταν τίποτα από τα δύο.
«Η κυβέρνηση κόβει πόρους σταδιακά. Λένε πως την έχουμε χάσει τη Μαδαγασκάρη και δεν το ξέρουμε», λέει ενώ τρώει μια μπουκιά ψωμί ο δεύτερος μάγειρας. Απέναντι του κάθεται ο τροφοδότης και ο λοστρόμος του πλοίου. «Άκουσα πως έχουμε δεν έχουμε πέντε χρόνια ναύλα. Μετά παλιοσίδερα. Εμείς αλλού. Για αυτό είμαστε άδειοι.»
«Ε, και άδειοι δεν είμαστε, μεταξύ μας τώρα. Διακόσιους έχουμε του στρατού όλοι, μην κοιτάς που δεν το λένε», του απαντάει ο λοστρόμος και φέρνει μια βόλτα με το βλέμμα όλο το εστιατόριο πληρώματος. Μικρή βόλτα. Κανένας ρουφιάνος. Σπάνιο πράγμα έτσι κι αλλιώς το ρουφιανιλίκι ανάμεσα σε ογδόντα ψυχές περιτριγυρισμένες από νερό. Όχι, δεν είναι κάποιου είδους ναυτικός κώδικας τιμής. Φόβος είναι. Αλλά κάνει το ίδιο καλά την δουλειά του.
«Ναι αλλά τους εκατόν πενήντα και παραπάνω θα τους αδειάσουμε στο Πορτ Σάιντ. Αν μας αφήσουν να μπούμε ποτέ στο κανάλι, βέβαια. Ξέρεις γιατί μας έχουν εδώ τόσες ώρες, έτσι δεν είναι;»
Ο τροφοδότης σηκώνει το ποτήρι του. «Η Μασσαλιώτιδα φταίει και η σημαία μας! Ζήτω η Γαλλία!»
«Να χέσω και τη σημαία», ακούγεται από το βάθος του δωματίου. Ο Βίκτωρ. Πρέπει να είναι αυτός. Πάντα είναι αυτός.
Ο τροφοδότης σφίγγει τα φρύδια του.
«Πού μεγάλωσες, ρε μούλε;» τον ρωτάει. «Σε καμιά γερμανική εξοχή μεγάλωσες, ρε;»
Ο δεσπετζέρος είναι καθισμένος λίγο πιο μπροστά από τον Βίκτωρ και όσο τους ακούει γελάει δυνατά. «Σαν μωρά», μουρμουρίζει.
«Γαμώ και τη σημαία», επαναλαμβάνει ο Βίκτωρ. «Αν δεν είχαμε χώσει κωλοδάχτυλο σε ολόκληρο τον κόσμο, με αυτή τη σημαία τυλιγμένη γύρω από την παρανυχίδα μας, δεν θα μας είχαν τώρα όλοι στη μπούκα, αυτό λέω εγώ. Φτάσαμε απομεσήμερο και έχει πέσει η νύχτα, γαμώ το κεφάλι τους και γαμώ και τον «έλεγχο των στενών». Ωραίος έλεγχος!» συνεχίζει ο Βίκτωρ και πλησιάζει τον δεσπετζέρο που έχει δακρύσει από τα γέλια.
«Μην συνεχίσεις, τρελάρα Βίκτωρ», του λέει κοφτά ο τροφοδότης, «τον μπελά σου θα βρεις».
«Μαλάκες», καταριέται κοιτάζοντας από το φινιστρίνι στο εστιατόριο του πληρώματος και κρεμάει ολόκληρο το χτικιάρικο κορμί του πάνω από το κεφάλι του δεσπετζέρου για να δει, «πέντε ώρες αρόδο μας έχουν οι αράπηδες, γαμώ τις μάνες τους. Γαμώ και το Πορτ Σάιντ, γαμώ και το Φαούντ. Αλλά καλά μας κάνουν», συνεχίζει και γυρίζει το ένα του χέρι με το μεσαίο δάχτυλο υψωμένο προς του υπόλοιπους μέσα στο εστιατόριο. «Κωλοδάχτυλο ρε! Μακρύ, βρώμικο, λιμανίσιο, Γαλλικό κωλοδάχτυλο!»
«Μαζέψου, ρε ηλίθιε, θα με καβαλήσεις στο τέλος!» φωνάζει ο δεσπετζέρος και τον σπρώχνει να καθίσει.
Εκείνος γυρνά προς το μέρος του και βάζει τα γέλια. Τα μάτια του είναι αρπαγμένα, θαρρείς, από τις άκρες και γέρνουν παράξενα πάνω στα μάγουλά του, γυαλίζουν κάτω από τα λιγοστά φώτα και αυτό τα κάνει τρομαχτικά. Αν δεν ήταν ισχνός και σκελετωμένος δεν θα τολμούσε κανείς να του μιλήσει. Τώρα τον έχουν για περίγελο. Το εστιατόριο έχει μερικούς άντρες ακόμα που πίνουν ποτά από νεροπότηρα, στην άκρη έχουν παρατήσει ό,τι απομένει από το φαγητό τους, δεν τρώνε άσχημα, η MesMar είναι προσεκτική με τα πληρώματα, το μικρό δωμάτιο θολώνει από τον καπνό και ο ανεμιστήρας στη γωνία ανακατεύει τα χνώτα, τα ντουμάνια και την ζέστη σε έναν χυλό που βρωμάει φαγητά και ντίζελ και βράζει στη ζέστη της λαμαρίνας και τον αδιάκοπο βόμβο των μηχανών.
Σκύβει στο αφτί του δεσπετζέρου.
«Θα σε καβαλούσα, αν μου το ζητούσες ευγενικά. Το ίδιο έκανε και η μάνα σου πριν σαλπάρουμε από Μασσαλία».
Ο δεσπετζέρος πετάγεται όρθιος και τον αρπάζει από το πουκάμισο. Φοράει τη στολή του κρύου μπουφέ με το καρό παντελόνι και το δίκοχο στο κεφάλι. Του πέφτει και το αρπάζει βιαστικά στον αέρα ενώ ο δεσπετζέρος τον κολλάει στον τοίχο και ετοιμάζεται να του καρφώσει το χοντρό του χέρι μέσα στα δόντια.
«Ηρέμησε! Ηρέμησε!» του φωνάζει πνιγμένος στα γέλια. «Ένα αστείο ήταν!»
Ο δεσπετζέρος χαλαρώνει απρόθυμα την λαβή του. Βλαστημάει μέσα από τα δόντια του αλλά δεν τον λογαριάζει για άνθρωπο στα καλά του. Ο τρελάρας ο Βίκτωρ που τον έχουν όλοι οι καμαρότοι και οι μάγειρες μέσα σε μία δική του φυλακή πάνω στην φυλακή όλων. Παραέξω δεν τον ξέρει κανένας. Δεν τα μετράς τα λόγια του τρελού.
Ο Βίκτωρ γλιστράει και πέφτει στο πάτωμα με την πλάτη ακόμα στον μπουλμέ.
«Ένα αστείο ήταν! Ένα αστείο! Και να παρακαλούσε ακόμα, στη μάνα σου δεν τον έδινα!»
Ο δεσπετζέρος γυρίζει προς το μέρος του φωνάζοντας «θα σε σκοτώσω, ρε πουτάνας γιε!», οι υπόλοιποι πετάγονται όρθιοι και πέφτουν προς το μέρος του, χέρια τον τυλίγουν μα είναι πολύ αργά. Στέκεται πάνω από τον Βίκτωρ που τον κοιτάει ακουμπισμένος στον μπουλμέ και γελάει, όλο γελάει χωρίς να σταματάει, σηκώνει το πόδι και ετοιμάζεται να το κατεβάσει με το σκληρό τακούνι ακριβώς ανάμεσα στα δύο του μάτια στα όρια της τρέλας. Έξω από την μικρή πόρτα του εστιατορίου βλέπει με την άκρη του ματιού του δύο μπλε σκιές να περνάνε αστραπιαία και να χάνονται στο τέρμα του διαδρόμου.
«Οι μηχανές;»
«Γιατί τρέχουν έτσι;»
Ένας τρίτος μηχανικός τους ακολουθεί, σταματάει λίγα βήματα μακριά, στη ζώνη ασφαλείας και γυρίζει προς το εστιατόριο πληρώματος. Δυο ναύτες έχουν βγάλει τα κεφάλια τους από το στενό άνοιγμα της πόρτας και κοιτάνε ανήσυχα.
«ΤΡΕΞΤΕ!» φωνάζει και πριν προλάβουν να καταλάβουν τι συμβαίνει τραβάει τον μοχλό του συναγερμού και το πλοίο γεμίζει από εκείνο τον κουδουνιστό ήχο που δεν μπορεί παρά να σημαίνει ένα μόνο πράγμα: θάνατο.
Ο Βίκτωρ σηκώνεται όρθιος και όσο οι υπόλοιποι προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται κρεμιέται ξανά από το φινιστρίνι παραμερίζοντας τις σειρές των τραπεζιών και τις καρέκλες.
«Ω, Μαρία Παρθένα… να σου γαμήσω» ψελλίζει και οπισθοχωρεί κάνοντας τον σταυρό του. «Στην κουβέρτα, αδέλφια! Τώρα στην κουβέρτα!»
Όσοι είναι στην τραπεζαρία τρέχουν προς τα φινιστρίνια. Ο Βίκτωρ δεν σταματάει να φωνάζει, «στην κουβέρτα!» όμως η περιέργεια είναι ισχυρότερη από το ένστικτο επιβίωσης, το έχουν άλλωστε υποσκελίσει όλοι από την ώρα που πάτησαν πρώτη φορά σε κατάστρωμα. Στριμώχνονται και προσπαθούν να διακρίνουν. Εκεί τα πρώτα φώτα του Πορτ Σάιντ, δίπλα τα σκοτάδια της διώρυγας, πάνω στα μαύρα νερά τα λίγα σκόρπια πορθμεία κάνουν δρομολόγια ανάμεσα σε δύο ηπείρους και από την άλλη όχθη ασθενικά τα φώτα του Φαούντ, στα ανοιχτά καμιά δεκαριά εμπορικά περιμένουν σειρά για το πέρασμα. Δύο επιβατικά, τρεις φορτηγίδες ανοιχτού τύπου, ένα οχηματαγωγό και κάνα δυο γκαζάδικα τα ένα άδειο ακουμπάει απαλά πάνω στο νερό και τραμπαλίζεται στο απαλό κύμα. Το άλλο φορτωμένο, επιστρέφει από τον Κόλπο ίσως ή το Άντεν και είναι η κουβέρτα του ίσα με τη θάλασσα, η γέφυρα σχεδόν στο ύψος των ματιών τους όμως παρά το βάρος και το έρμα δείχνε να ταλαντεύεται περισσότερο από το αδειανό.
«Τι ‘ναι αυτό;» ρωτάει και στενεύει τα βλέφαρα του προσπαθώντας να εστιάσει ο λοστρόμος. «Γκαζάδικο δεν είναι;»
Πέφτουν μερικά «ναι», ο Βίκτωρ φωνάζει ακόμα «τι το κοιτάτε; Όλοι επάνω!» και κάποιος λέει πως το ξέρει, κάτσε λίγο… Ναι. Αμερικάνικο. Το «Ranger» είναι, τώρα ξεχωρίζει το όνομα του όμως… κινείται;
Ακούγεται απελπισμένο το παρατεταμένο σινιάλο κινδύνου από τη τσιμινιέρα του «Jean Laborde» και τότε το αίμα τους παγώνει.
«Ανάθεμα με, έρχεται κατά πάνω μας!»
«Θα μας εμβολίσει! Θα πνιγούμε… Θα πνιγούμε!»
Ο συναγερμός χτυπάει ακόμα ενώ τώρα πια το «Jean Laborde» κλυδωνίζεται άγρια από τα απόνερα του «Ranger» που πλέει full ahead με γραμμή την πλώρη τους. Απέχει λιγότερο από τριακόσια μέτρα τώρα πια και δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα περισσότερο από μια προσευχή.
Ξεχύνονται στους διαδρόμους, βγαίνουν στους χώρους των επιβατών, βρίσκουν αρκετούς ανήσυχους στα σαλόνια, οι καμαρότοι τους δείχνουν τις εξόδους, στο κατάστρωμα μοιράζουν σωσίβια και ακούγονται οδηγίες, «βρείτε κάτι να κρατηθείτε, η πρόσκρουση είναι σίγουρη», παίρνουν όλοι θέση και κοιτάνε την μαύρη καρίνα του «Ranger» που πλησιάζει, φτάνουν στα αφτιά τους τα σινιάλα του, «τώρα το κατάλαβαν; Θα μας σκοτώσουν όλους!», προσπαθούν να εκτελέσουν μανούβρα αποφυγής και επιβραδύνει γρήγορα. Κόντρα σε κάθε νόμο τη φύσης, μόνη τους σωτηρία θα ήταν η ανάποδη λειτουργία των μηχανών του «Ranger». Όμως τα τέσσερα βήματα από την πλήρη ταχύτητα μέχρι την αναστροφή θέλουν χρόνο. Απελπιστικά πολύ χρόνο.
Τους τυλίγει απότομα το σκοτάδι. Οι μηχανικοί έριξαν τις ηλεκτρογεννήτριες, φοβούνται έκρηξη, ο λοστρόμος το ξέρει καλά, τώρα θα σφραγίζουν τα στεγανά σε κάθε τμήμα, μόνο να βγήκαν όλοι.
Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο εκτός από να περιμένουν σφιχτά αρπαγμένοι πάνω στα δοκάρια, τις κουπαστές και τα κρένια των λέμβων. Επικρατεί ησυχία μετά το μπλακ ουτ. Ούτε συναγερμοί, ούτε φωνές, ούτε σινιάλα. Στα λίγα δευτερόλεπτα που χωρίζουν τις λαμαρίνες χωράνε όλα τα χρόνια των ανθρώπων, χωράνε οι ίδιοι, η χρονοκάψουλα θα διαρρηχθεί, τι θα βρουν μέσα είναι άγνωστο ακόμα και στους ίδιους.
Είναι σκληρό το φιλί της λαμαρίνας. Ουρλιάζει καθώς λυγίζει και διπλώνεται κάτω από το σαρωτικό βάρος. Το πλοίο παίρνει κλίση και άνθρωποι πέφτουν στη θάλασσα. Η καρίνα του «Ranger» σκίζει τα πλευρά τους και ανοίγει ρήγμα μέτρων. Τα στεγανά πλημμυρίζουν και το «Jean Laborde» επιπλέει σκαλωμένο στην πλώρη του τάνκερ.
Ακούγονται ξανά φωνές.
«Ζούμε… σκατά, ζούμε!» φωνάζει κάποιος και ξυπνάει τους υπόλοιπους. Πέφτουν οι βάρκες και κατεβαίνουν ναύτες και αξιωματικοί.
«Πόσοι; Πιάσε το χέρι μου! Θα σε τραβήξω!»
«Ηλίθιοι! Εγκληματίες! Γαμώ τις μάνες σας ρε!»
«Βίκτωρ, το σωσίβιο, έχει και εδώ ανθρώπους! Βίκτωρ;»
«Οι μηχανικοί βγήκαν; Βγήκαν; Βγήκαν!»
«Πλησιάζει το λιμενικό με τρία ρυμουλκά, θα μας πλευρίσουν, προσοχή εκεί κάτω!»
«Η κουζίνα πλημμύρισε; Έπιασαν τα στεγανά. Χάσαμε κανέναν; Λοστρόμε, αναφορά! Χάσαμε κανέναν;»
«Αδύνατο να πω, καπετάνιε. Ακόμα μαζεύουμε ανθρώπους, στείλτε το S.O.S., έχουμε κλίση, οι ηλεκτρογεννήτριες έπεσαν, το αντλιοστάσιο είναι αποκλεισμένο. Αν το «Ranger» τραβηχτεί θα φουντάρουμε μπανταρισμένοι.»
Το ξημέρωμα του βρίσκει ασφαλισμένους από ρυμουλκά. Το «Ranger» έχει αποκολληθεί πρώτο. Το φορτίο του είναι τοξικότερο και ακριβότερο από το δικό τους. Το ρήγμα είναι ψηλά, πάνω από την ίσαλο γραμμή. Τους ενημερώνουν πως μπορούν να απασφαλίσουν τα στεγανά, έχουν προχωρήσει σε αποστράγγιση του μηχανοστασίου και του κομοδέσιου πληρώματος. Δεν κατέγραψαν θύματα. Οι χώροι ήταν άδειοι.
Μετράνε επιβάτες στο κατάστρωμα. Μετράνε και στις λέμβους. Όλοι ζωντανοί. Οι μηχανικοί είναι όλοι εκεί, φεύγουν πρώτοι για να δώσουν ρεύμα στις γεννήτριες. Οι ναύτες είναι σκόρπιοι αλλά ο λοστρόμος τους αναφέρει όλους παρόντες. Καμαρότοι, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, γαλονάδες, όλοι εκεί. Ο Αρχιμάγειρας μετράει. Μάγειρες, τροφοδότες, δεσπετζέροι, όλοι εκεί. Καθαριστές…
«Πού είναι; Βρείτε τον! Εδώ είναι, τον είδε κανείς; Κάποιος μου είπε πως τον είδε. Βρείτε τον!» φωνάζει και ψάχνει μαζί με τους υπόλοιπους, κάποιοι λένε τον είδαν στις λέμβους, άλλοι τον είδαν στις υδατοστεγείς να προσπαθεί να τις ασφαλίσει, όμως τον είδαν σίγουρα.
Ψάχνουν παντού. Μέχρι μέσα στο μηχανοστάσιο. Είναι παράξενη η θέα του λιμανιού μέσα από το σκισμένο πλευρό του πλοίου. Είναι μία κάθετη ρωγμή, η λαμαρίνα έχει διπλώσει άγρια προς το εσωτερικό του μηχανοστασίου, έχει ξηλώσει το κιγκλίδωμα και τον περιμετρικό υπερυψωμένο διάδρομο αλλά οι δεκαβάλβιδες μηχανές είναι ανέπαφες. Τον βρίσκουν εκεί, καθισμένο στο χείλος του ρήγματος. Ο λοστρόμος τον πλησιάζει. Μαζί και ο αρχιμάγειρας.
«Τι κανείς εδώ εσύ, Βίκτωρ; Έχεις τρελαθεί τελείως;» βάζει τρομαγμένος τις φωνές ο αρχιμάγειρας. «Όλο το πλήρωμα εσένα ψάχνει! Είσαι τρελός; Είσαι στ’ αλήθεια τρελός, ανάθεμα σε!»
Ο Βίκτωρ χαμογελάει. Βάζει το χέρι στην τσέπη του πουκαμίσου και βγάζει το διπλωμένο χαρτί.
«Έτσι μου είπαν αυτοί, μάστορά μου», απαντάει και το κουνάει στον αέρα πιασμένο ανάμεσα στα δύο του δάχτυλα. «Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο;»
«Έχει και αστείο η υπόθεση, ρε μαλάκα;»
«Το αστείο, μάστορά μου, είναι ότι δεν ήμουν ποτέ τρελός. Αλλά δεν ήθελα να σηκώσω και όπλο στα μούτρα άλλου ανθρώπου. Ας ήταν και Γερμανός», απαντάει και γυρνάει προς το μέρος τους. «Σκέφτηκα πως σήμερα θα πεθάνω, εδώ, σε αυτό το πλοίο. Κι άλλες φορές το έχω σκεφτεί μπροστά στην απειλή. Αυτή όμως ήταν αλλιώς, ανάμεσα στον δεσπετζέρο, τον λοστρόμο τον δεύτερο μάγειρα και τους καμαρότους.»
«Γιατί έτσι;» τον ρωτάει ο λοστρόμος και κάθεται πάνω στο φτέρνες του δίπλα από τον Βίκτωρ.
«Γιατί θα ήμουν εντάξει με αυτό τον θάνατο», απαντάει και πετάει το διπλωμένο χαρτί στη θάλασσα. «Δεν ήμουν τρελός. Μόνο αγαπούσα πολύ τους ανθρώπους.»
Κάθονται εκεί για μια στιγμή και κοιτάζουν τα μακρινά φανάρια. Τους τυφλώνει η ομορφιά της ζωής όπως ισορροπεί πάνω από το στόμα του θανάτου.
«Έλα», του λέει ο λοστρόμος και τον πιάνει από τον ώμο.
Τον βοηθάει να σηκωθεί.
«Αυτή η σχισμή στο πλοίο μας», λέει χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα φώτα της ακτής και την υγρή έκταση που τους κρατάει μακριά της, «αυτή η σχισμή, λοστρόμε, δεν μοιάζει με μουνί έτοιμο να γεννήσει άνθρωπο;»

jlab26

Τον Νοέμβριο του 1964 το γαλλικό φορτηγοποστάλι «Jean Laborde» εμβολίστηκε από το αμερικανικό πετρελαιοφόρο «Ranger» ενώ ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του Πορτ Σάιντ. Αυτό το διήγημα είναι εμπνευσμένο από εκείνο το περιστατικό.

13410329295_859c7d0696_b

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s