3. Να υπάρχει δίπλα του όπως εκείνη επιθυμούσε

Εκείνο το πρωί σηκώθηκε αργά. Το μικρό διαμέρισμα ήταν γεμάτο από πλαστικά ποτήρια και άδεια μπουκάλια. Όλος αυτός ο κόσμος είχε έρθει και είχε χαθεί πριν το χάραμα. Θα τους συναντούσε ξανά αργότερα, όταν θα έβρισκε ένα τρόπο να του περάσει ο πονοκέφαλος.

Πήγε στο σαλόνι και μάζεψε τα γεμάτα σταχτοδοχεία. Άδειασε τα αποτσίγαρα και τα έβαλε στον νεροχύτη μαζί με τις στοίβες των ποτηριών. Έβαλε την καφετιέρα να δουλεύει και ξεκίνησε να πλένει μέχρι να γίνει ο καφές.

Καθώς έτρεχε το νερό, κροτάλιζαν τα ποτήρια, κόχλαζε ο καφές και το ραδιόφωνο έπαιζε τις πρωινές ειδήσεις ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Ο θόρυβός της ζωής, όλο αυτό το ψηφιδωτό της ύπαρξής του, αυτής της αβίαστης καθημερινότητας, έφτανε στα αφτιά του απολαυστικός. Χάθηκε μέσα στις λεπτομέρειές του.

Απορροφημένος καθώς ήταν, ούτε που πρόσεξε τον απαλό ψίθυρο μέχρι που ακούμπησε και το τελευταίο καθαρό ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας και έκλεισε την βρύση.

Ήταν περισσότερο ίδιος με ανάσα, παρά πραγματική φωνή. Έμεινε στη μέση της κουζίνας και κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί πως ήταν μόνος. Έκλεισε το ραδιόφωνο. Οι ειδήσεις, άλλωστε, δεν είχαν τίποτα να του πουν για τη ζωή, τη δική του ή των άλλων ανθρώπων. Ο ψίθυρος παρέμεινε. Απαλός. Ασθενής.

Πήγε στο σαλόνι και συμμάζεψε. Όταν ο ήχος της σακούλας σκουπιδιών που κρατούσε και έσερνε από γωνιά σε γωνιά σταματούσε, ο ψίθυρος επανερχόταν.

«Πού είσαι;»

Δεν πήρε απάντηση.

Πήγε στο υπνοδωμάτιό του και ντύθηκε. Βγήκε από το διαμέρισμα και ο ψίθυρος αντηχούσε στη σκάλα της πολυκατοικίας. Έπειτα στο ασανσέρ. Ίδιος. Μία μικρή, ταπεινή αναπνοή. Μόλις άνοιξε την πόρτα στο πεζοδρόμιο ο ψίθυρος υποτάχθηκε στα τροχοφόρα και τη βοή των ανθρώπων. Περπάτησε μέχρι το περίπτερο. Χαιρέτησε τον περίπτερα που ανταποκρίθηκε με ένα βαρύ νεύμα. Πήρε τσιγάρα. Άφησε τα κέρματα πάνω στο πλαστικό πλαίσιο. Κουδούνισε το μέταλλό τους για μια στιγμή και έπειτα τα άκουσε να γδέρνουν την επιφάνεια του πλαισίου καθώς ο περιπτεράς τα τράβηξε απότομα.

Γύρισε ξανά στο διαμέρισμα. Έκοψε τη ζελατίνα του πακέτου, τσαλάκωσε το χαρτί, έβγαλε τσιγάρο. Ήπιε μία γουλιά από τον καφέ του και ακούμπησε την κούπα στο ξύλινο τραπέζι. Άναψε τον αναπτήρα. Έφερε τη φλόγα κοντά στο τσιγάρο και ρούφηξε δυνατά. Άκουσε το τσιγάρο να τρίζει. Έβγαλε τον καπνό από τα πνευμόνια του με μία δυνατή εκπνοή και ετοιμάστηκε να τραβήξει μία ακόμα τζούρα. Σε αυτό το ελάχιστο κενό ησυχίας ανάμεσα στην εκπνοή του και την επανάληψη της κίνησης, ο ψίθυρος βρήκε τον χρόνο που χρειαζόταν για να κάνει ξανά την εμφάνισή του. Έμεινε μαζί του για όλη την υπόλοιπη ημέρα, μία διακριτική παρουσία γύρω από τους θορύβους του, όσο μαγείρευε, έτρωγε, βούρτσιζε τα δόντια του, κάπνιζε, έβλεπε τηλεόραση, φυλλομετρούσε τα βιβλία της σχολής του, έξυνε το κεφάλι του. Κοιμήθηκε αργά με εκείνη την λεπτή πνοή μέσα στα αφτιά του.

Την επόμενη μέρα ο ψίθυρος ήταν ακόμα εκεί. Και την επόμενη. Και την επόμενη. Μετά από μία εβδομάδα, σηκωνόταν και έλεγε μία αόριστη «καλημέρα» στο άδειο δωμάτιο. Μετά από ένα μήνα ανησυχούσε κάθε φορά που ο ψίθυρος κρυβόταν πίσω από τους θορύβους της πόλης.

Άρχισε να περπατάει απαλά, προσέχοντας να μην καλύπτει τον λεπτό ήχο. Κάθε του κίνηση ήταν μελετημένη. Ακόμα και έτσι όμως, υπήρχαν φορές που δεν κατάφερνε να μην επισκιάσει την λεπτή ανάσα.

Όταν εκείνος ξεκίνησε να νυχοπατά, ο ψίθυρος έγινε φωνή. Μία τρυφερή, γυναικεία φωνή που του μιλούσε συνεχώς. Λίγο αργότερα η φωνή δυνάμωσε μέσα στη σιωπή που της εξασφάλισε και έγινε τραγούδι.

Στις μέρες που ακολούθησαν της ομολόγησε τον έρωτά του. Εκείνη άφησε έναν λυγμό ευτυχίας και του είπε, «θα τυλίξω τα χέρια μου γύρω σου, θα είμαι δική σου για όσο με θες» και ο πόθος του τον έπνιξε.

Κάποιο πρωί, όσο εκείνη τραγουδούσε, κράτησε τα πατζούρια κατεβασμένα, έκλεισε όλα τα φώτα εκτός από μία βιτρό λάμπα που είχε πάνω στο κομοδίνο του. Και τότε η φωνή έγινε μία σκιά που τυλίχτηκε γύρω του. Εκείνος μίκρυνε μέσα της και βυθίστηκε στο σκοτάδι της, αθόρυβος για να μπορεί να ακούει τη φωνή της, τυφλός για να μπορεί να κοιτά το περίγραμμα της. Έπειτα, μίκρυνε όσο περισσότερο μπορούσε, συμπιέστηκε τόσο που έγινε σχεδόν διάφανος σε μία προσπάθεια να την αγγίξει, η ύλη του να διασταυρωθεί με το φως της και έστω για λίγο να την νοιώσει, να της δώσει το περιθώριο να υπάρχει δίπλα του όπως εκείνη επιθυμούσε.

Έφτασε ένα πρωί που ξύπνησε και την είδε δίπλα του ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Τα καστανά μαλλιά της πάνω στο μαξιλάρι, τα μάτια της να τον κοιτούν, τα χείλη της να σκύβουν και να φιλούν τα δικά του.

Σηκώθηκε να ετοιμάσει καφέ και για τους δύο.

Πατούσε αθόρυβα.

Κινούνταν αργά.

Κράτησε τα φώτα σβηστά και τα ρολά κατεβασμένα.

Μίκρυνε όσο περισσότερο μπορούσε.

Διάφανος, όσο και ένα ριζόχαρτο.

Λίγο καιρό αργότερα, κάποιο απόγευμα που εκείνη χτένιζε τα μαλλιά της καθισμένη στην καρέκλα του υπνοδωματίου άκουσε από την κουζίνα τον βραστήρα να σφυρίζει. Σηκώθηκε και μόλις έφτασε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι και πήρε ένα πορσελάνινο φλιτζάνι, τράβηξε τον βραστήρα από τη φωτιά, άφησε το καυτό νερό να κυλίσει μελωδικά μέσα στο φλιτζάνι βύθισε ένα φακελάκι τσάι, έριξε μία κουταλιά ζάχαρη και ανακάτεψε απαλά απολαμβάνοντας τον γλυκό ήχο του κουταλιού πάνω στην πορσελάνη. Όταν έβγαλε το κουτάλι και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, στάθηκε ακίνητη και περίμενε να δράσει το ζεστό νερό πάνω στα φύλλα του τσαγιού. Σε αυτόν το ελάχιστο χρόνο σιωπής που την τύλιξε, άκουσε έναν απαλό ψίθυρο. Ήταν περισσότερο ίδιος με ανάσα, παρά πραγματική φωνή. Μία μικρή, ταπεινή αναπνοή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s