1. Αναστροφή

Οι μεγάλοι δρόμοι του άρεσαν. Μπορούσε μέσα τους να υπάρχει χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τον τρόπο, χωρίς να μπορεί κανείς να διαβάσει σωστά το αποτύπωμα που άφηνε πίσω του. Άγγιζε τα σιδερένια κιγκλιδώματα των πεζοδρομίων καθώς περπατούσε μέσα στο πλήθος. Κάθε λίγα μέτρα έβγαζε έναν μαύρο μαρκαδόρο οινοπνεύματος και έγραφε με μία τεθλασμένη γραμμή πάνω στους σιδερένιους κάδους απορριμμάτων που συναντούσε δύο λέξεις, πάντα τις ίδιες:

enola evil

Πρώτη φορά τις σημείωσε στο θρανίο, μέσα στο μάθημα Ιστορίας την ώρα που ο καθηγητής μιλούσε για τον τρόπο που βρήκαν οι Σύμμαχοι για να τερματίσουν τον πόλεμο εξαπολύοντας δύο ατομικές βόμβες στις πόλεις των Ιαπώνων. Το όνομα του βομβαρδιστικού που ανέλαβε την αποστολή ήταν μελωδικό και την ίδια ώρα τόσο σκοτεινό και λάθος. Το έγραψε στο τετράδιό του. Μετά ξανά από κάτω.
Enola Gay. Σαν μουσική.
Enola Gay. Σαν απειλή.
Enola Gay, Enola Gay, Enola Gay.
enola evil.
Περπατούσε τώρα στον μεγάλο δρόμο δίπλα από τα ξενοδοχεία και τα θέατρα του κέντρου αγγίζοντας τα κιγκλιδώματα, ανάμεσα σε ανθρώπους και οχήματα, προσπερνούσε τους ζητιάνους με το κεφάλι κατεβασμένο, απέφευγε τις στάσεις των λεωφορείων όπου ο κόσμος ήταν πυκνός και τις εισόδους των ξενοδοχείων όπου ήταν υπερβολικά λίγος και κατάφερνε έτσι να περνάει απαρατήρητος μέσα στη ροή της πόλης, ένα αιμοπετάλιο ακόμα μέσα στην αρτηρία και κάθε τόσο έγραφε την ίδια φράση. Διέσχισε έτσι αμέτρητα χιλιόμετρα, ακούμπησε απαλά τον ώμο δεκάδων ανθρώπων καθώς περνούσε, μία φορά κοίταξε ένα κορίτσι στα μάτια και του άρεσε, ίσως άρεσε και σε εκείνη μα ήταν τέτοια η ροή που δεν πρόλαβε να την ρωτήσει, έπειτα, λίγο πριν υπογράψει με τον μαρκαδόρο του πάνω στο κόκκινο πόστερ ενός προεκλογικού αγώνα, ένας άντρας γερασμένος τον άγγιξε στον ώμο και του ψιθύρισε πως αν θέλει το σημάδι του να μείνει, καλά θα κάνει να το αφήσει πάνω σε κάποιου άλλου το δέρμα. Είναι εφήμερη, του είπε, η ελπίδα και χάνεται σαν την ομίχλη. Έφυγε σέρνοντας το βήμα και μπήκε ξανά στη ροή του μεγάλου δρόμου. Βρήκε αλλού να γράψει τις δύο λέξεις του. Πάνω στον μηρό μίας όμορφης γυναίκας με μισάνοιχτα χείλη που διαφήμιζε δαντελωτά εσώρουχα σε μία άδεια στάση λεωφορείου. Εκεί δεν κινδύνευε να χαθεί, δεν θα έσβηνε ποτέ αλλά ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, πόσοι και πόσοι θα είχαν χαϊδέψει εκείνο τον μηρό με το βλέμμα;
Βάδιζε σταθερά μέχρι που, χιλιόμετρα μετά, έφτασε μπροστά στο μεγάλο άνοιγμα του σταδίου και από εκεί είδε την καρδιά της πόλης, τους μεγάλους δρόμους να σπάνε σε δεκάδες μικρότερους και να διακλαδίζονται και να σπρώχνουν ανθρώπους σε κάθε γωνιά του ιστού, τον ουρανό να ανοίγει πάνω από τα θέατρα και τα εστιατόρια και τα μεγάλα πολυκαταστήματα και τις πολυκατοικίες. Λίγα σύννεφα να τρέχουν, λίγα ακόμα να στέκονται και μερικά αεροπλάνα να διαγραφούν κύκλους πάνω από το κεφάλι του.
Πήρε στα χέρια τον μαρκαδόρο του ενώ οι άνθρωποι συνέχιζαν να περνούν από μπροστά του, ενώ τα τροχοφόρα συνέχιζαν να περνούν πίσω του, έβγαλε τα ρούχα του, τα ακούμπησε σε στοίβα μπροστά του και στάθηκε γυμνός ανάμεσά τους, άπλωσε το χέρι και άρχισε να γράφει πάνω του ξανά και ξανά τις ίδιες δύο λέξεις.
Enola evil, enola evil, enola evil, σε κάθε γωνιά του κορμιού του ως που στο τέλος δεν άντεξε άλλο να γράφει, μπορεί απλά να τελείωσε το μελάνι και πέταξε τον μαρκαδόρο στο μαύρο οδόστρωμα. Τον είδε να γίνεται ένα με την πίσσα κάτω από τις ρόδες των λεωφορείων δίχως να προβληματίσει κανέναν αυτή η παράξενη λάμψη πάνω στο μαύρο του δρόμου. Γονάτισε μετά και εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του μόνο έναν επικίνδυνο απόηχο, όπως εκείνες οι δύο Ιαπωνικές πόλεις. Και όπως και στην περίπτωσή τους, οι μελετητές που έφτασαν αργότερα στο κατόπι του ακολουθώντας τα σημάδια του μαρκαδόρου του, στάθηκε αδύνατο να εξηγήσουν τον ολοκληρωτικό χαμό του αλλά και ανίκανοι να ερμηνεύσουν το νόημα εκείνων των δύο λέξεων και έτσι έκλεισαν την υπόθεσή του όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν και μπήκαν ξανά στη ροή του δρόμου, χωρίς στιγμή να σκεφτεί κανείς να διαβάσει όχι τις ίδιες τις λέξεις, αλλά τον αντικατοπτρισμό τους, κάποιο ανάποδο είδωλο που ίσως να έβγαζε περισσότερο νόημα. Κανείς δεν διάβασε ποτέ ανάστροφα -στα μάτια του γραφιά τους ήταν πάντα ίσια- τα γράμματα των λέξεων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s