Γεμάτη η θάλασσα

Το φωτογραφικό υλικό προέρχεται από την παρακάτω διεύθυνση:
https://www.flickr.com/photos/97069214@N08/with/9134408099/
Αναρτήθηκε από τον χρήστη «MIKOS-35»

 

Είναι ξαπλωμένος στο πλευρό του και προσπαθεί να κοιμηθεί όμως είναι στενό το καμπούνι και κλυδωνίζεται ολόκληρο από τη θάλασσα και τους στροφάλους, ο θόρυβος είναι τρομερός και βρωμάει καμένο λάδι, ντίζελ και ανθρώπινο ιδρώτα. Πάνω από το κεφάλι του ακούει τον Βασίλη που ξεφυσάει και στριφογυρίζει στην κουκέτα. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει δίπλα του πάνω στο μαξιλάρι μία κατσαρίδα να τρώει τα απομεινάρια του. Τη διώχνει με τα δύο δάχτυλα και ψάχνει στο μισοσκόταδο με το βλέμμα.

Αν απλώσει το χέρι φτάνει να ακουμπήσει τον πισινό του Δημήτρη στο απέναντι κρεβάτι, του έχει κατέβει ως τα γόνατα το σώβρακο αλλά δεν κάνει και κανένα σπουδαίο θέαμα έτσι κι αλλιώς. Η κουκέτα πάνω από το Κώστα είναι άδεια, ο Σίμος, ο λιπαντής έχει δύο βράδια να φανεί. Έχει παραπάνω άγχος ο αρχιμηχανικός από τότε που κάλεσαν σε βοήθεια και έβγαλαν τον καπετάνιο στη στεριά. Ήταν κίτρινος και διπλωμένος στα δύο από τον πόνο από το Κολόμπο ακόμα. Φάρμακα ήθελαν, αλλά όταν τους πλεύρισε εκείνο το φορτηγοποστάλι και επιβιβάστηκε ο γιατρός της Messagerie Maritimes και τον είδε σε πόσο άσχημη κατάσταση ήταν, έδωσαν αμέσως σήμα κινδύνου και τον γύρισαν στο Κέιπ Τάουν για νοσηλεία.

Έμεινε μόνος του ο υποπλοίαρχος να κουμαντάρει ολόκληρο το πετρελαιοφόρο. Δεν είναι και κανένα μεγάλο το «Γεώργιος Β» αλλά άμα είσαι μόνος, φορτωμένος με ίσαλο στην κουβέρτα, με είκοσι άντρες και πρέπει να κάνεις τον περίπλου της Αφρικής, υπέθεσε πως το σκαρί μεγάλωνε στα μάτια σου αυτομάτως.
Φέρνει το καμπούνι μια γύρα με το βλέμμα μέσα στο μισοσκόταδο. Ρούχα κουβάρι, σεντόνια, παπούτσια και κάλτσες πεταμένα πάνω σε δύο μέτρα πάτωμα και στο γραφείο φωτογραφίες σωρός και κάτι γράμματα δίπλα σε μια αφίσα της Φάρα Φόσετ στην οποία ποζάρει γυμνή μπροστά από μια μαύρη ταπετσαρία με ροζ λουλούδια, με τα πόδια σταυρωμένα έτσι που να μην φαίνονται ούτε τα στήθη της, ούτε και τίποτα άλλο σε μια ύπουλη πόζα που περισσότερο βασανίζει παρά ικανοποιεί. Βρώμικα ποτήρια από το προηγούμενο βράδυ, κούπες από το προηγούμενο πρωί, μια βεντάλια του Πορτ Λούις που τον ενοχλεί περισσότερο από κάθε τι άλλο αφού ξέρει πως είναι κλεμμένη από τα κορίτσια. Ο ίδιος την έκλεψε από μία έφηβη, μία μικρή μαύρη που τον εκνεύρισε, δεν σταματούσε να κλαίει και όπως ήταν ζαλισμένος από το φτηνό ουίσκι και είχε πέσει πάνω της θυμόταν πως την χτυπούσε στο πρόσωπο ή στα πισινά, δεν ήταν σίγουρος, και της φώναζε να σκάσει μέχρι να τελειώσει. Την πλήρωσε, αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς, ήξερε πως η μικρή κρατούσε ξυράφι κάτω από το μαξιλάρι αλλά φεύγοντας και όσο εκείνη δεν κοιτούσε της άρπαξε την βεντάλια. Σαν να την γάμησε τζάμπα ήταν σε αξία.

Γυρίζει και κοιτάει τον σομιέ της κουκέτας από πάνω του. Τρίζει με τρόπο που ξέρει. Τρίζει με τρόπο λογικό. Οι κύλινδροι, το κύμα που σκάει πάνω τους, ο σομιές. Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές. Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές και ένα κλαψούρισμα.

Ο Βασίλης.

Πόσοι Βασίληδες.

Μέσα στην αποφορά και τη ζέστη των μηχανών, τη βρώμα του πετρελαίου και την δική σου και των άλλων, πάνω από τον ξάδελφο της γυναίκας σου, πάνω από τον θείο σου και την ανάγκη, ανάγκη ρε παιδί μου, ίδια πείνα, ίδια δίψα να σε τρώει, να σε καίει και να και να γίνεται η επιθυμία αγωνία και βλασφημία, φόβος και τύψεις και να μην μπορείς να ηρεμήσεις και ώρες ολόκληρες να χτυπιέσαι, τέλος να μην μπορείς να δώσεις σε αυτή την άνιση μάχη.

Ξέρει πως δεν είναι ένας οργασμός υπόθεση αυτό που κάνει τους σομιέδες να τρίζουν. Μοναξιά είναι και φόβος. Το παραμύθι ψάχνουν οι άντρες μέσα στη λαμαρίνα. Μια γυναίκα χιλιάδες μίλια πίσω τους ή εμπρός τους.

Κάνει πως δεν τον ακούει και σηκώνεται αργά, όσο πιο ήσυχα μπορεί. Πετάει όλα τα πράγματα και τα ρούχα από την μοναδική καρέκλα πάνω στο κρεβάτι του. Σπρώχνει τις φωτογραφίες, μαζεύει στην άκρη τα ποτήρια και αποκαλύπτει λίγα εκατοστά γραφείο κάτω από τις σωρούς των πραγμάτων. Ο Βασίλης γυρίζει πλευρό προς τον μπουλμέ προσποιούμενος κάποιον ταραγμένο ύπνο και παρά τη ζέστη, τραβάει το σεντόνι μέχρι τον λαιμό του.

Ανάβει ένα μικροσκοπικό φως που φέγγει ασθενικά πάνω από το γραφείο, τραβάει χαρτί, οποίο βρήκε μπροστά του, δεν έχει σημασία. Ψάχνει λίγο με τις άκρες των χοντρών δαχτύλων του και βρίσκει στυλό. Σκύβει πάνω από το χαρτί και προφέρει κάθε λέξη χαμηλόφωνα μα αρκετά δυνατά για να ακουστεί καθαρά μέσα στο στενό καμπούνι, από όποιον είναι ξύπνιος για να ακούσει.

«Πολυαγαπημένη μου Ελένη,

Εύχομαι το γράμμα μου να σε βρει καλώς. Περάσαμε προ ημερών το ακρωτήριο Καλής Ελπίδας . Το Σουέζ είναι ακόμα κλειστό και αυτό κάνει το ταξίδι μας δυσκολότερο. Χρειαζόμαστε ακόμα έναν μήνα μέχρι να φτάσουμε Ελευσίνα και αυτό είναι από μόνο του δύσκολο. Πριν έξι μέρες βγάλαμε στην στεριά τον καπετάν Αντρέα. Άρρωστος για μέρες, δεν μάθαμε από τι αρρώστια. Κουμάντο τώρα κάνει το παιδί της κυρά- Νίτσας. Καλός αλλά άπειρος, μας γεμίζει ανησυχία. Ελπίζω να μην έχουμε άλλην αναποδιά και να φτάσουμε σύντομα στην πατρίδα.

Κουβαλάω ακόμα μέσα μου την τελευταία σου εικόνα. Όταν στενεύει ο μπουλμές και βράζει η λαμαρίνα σε σκέφτομαι όπως σε άφησα. Ήσουν γυμνή, μόλις είχαμε πλαγιάσει, ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι μας μπρούμυτα…»

Στέκει λίγο και ακούει. Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές.

«… με τα χέρια σου κάτω από το μαξιλάρι, το κεφάλι σου γερμένο απαλά στο πλάι και βαριανάσαινες ακόμα και ενώ θα έφευγα εσύ χαμογελούσες με μάτια μισόκλειστα…»

Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές.

«… κι όταν σε ρώτησα «γιατί χαμογελάς» μου απάντησες πως ένοιωθες ακόμα τα δόντια μου πάνω στις θηλές σου…»

Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές, κοφτές ανάσες.

«… κι έχω και εγώ τη γεύση σου στο στόμα και περιμένω να σε δω ξανά και να σε κάνω ξανά δική μου. Ελένη, έτσι να με περιμένεις. Γυμνή πάνω στο σεντόνι με τα μάτια όλο επιθυμία και τα χείλη κόκκινα…»

Οι κύλινδροι, το κύμα, ο σομιές, ανάσες, ανάσες.

«… να γυαλίζουν από εκείνο το κοκκινάδι που σου έφερα από το Αλγέρι και σε κάνει να δείχνεις φθηνή και πρόστυχη…»

Ένα κοφτό βογγητό και η κουκέτα τραντάζεται για λίγο. Σηκώνεται βιαστικά.

«Ω, ρε Βασιλάκη, σε ξύπνησα παλικάρι μου, συγνώμη», ψιθυρίζει για να μην ξυπνήσει τον Δημήτρη που εξακολουθεί και κοιμάται ακόμα πιωμένος από μετά τη βάρδια. «Δεν με έπιανε ύπνος και είπα να γράψω γράμμα στην κυρά. Τα λέω φωναχτά για να τα ακούω, δεν μπορώ να τα γράψω αλλιώς τα γράμματα».

Σβήνει απότομα το φως και αδειάζει τα πράγματα από την κουκέτα στο πάτωμα.

«Θα τ’ αφήσω όπως είναι και το τελειώνω αύριο», λέει και πέφτει στο στενό στρώμα. «Σταματάω, πέσε κι εσύ».

Ο Βασίλης είναι αναψοκοκκινισμένος και τραυλίζει.

«Δεν πειράζει, μαστρο- Κωνσταντή. Για κατούρημα ξύπνησα. Έπιασε και ζέστη πολύ.»

«Ναι. Παράξενη ζέστη», απαντά εκείνος και γυρνάει στο πλευρό του. «Καληνύχτα, παλικάρι μου».

Ο Βασίλης κατεβαίνει από την κουκέτα και βγαίνει στον διάδρομο μουρμουρίζοντας μια καληνύχτα. Όταν επιστρέφει κάνει να σκαρφαλώσει ξανά στο κρεβάτι του μα του τραβάει το βλέμμα το γραφείο. Κοιτάει τον Κωνσταντή που ροχαλίζει βαριά. Αυτό το γράμμα…

Κοιτάει την επιφάνεια του γραφείου. Ένα λευκό χαρτί και πάνω του ένα στυλό. Γυρνάει το χαρτί ανάποδα. Είναι από το εγχειρίδιο λεβητών. Διαβάζει. «Μηχανήματα βασικά δια την λειτουργία των καυστήρων είναι τα εξής: α) Ιππάρια ή αντλίες πετρελαίου…»

Ψάχνει βιαστικά στα υπόλοιπα χαρτιά. Δεν βρίσκει το γράμμα. Ανεβαίνει ξανά στην κουκέτα του. Νευρικά σκουπίζει τα μάτια του πάνω στο κιτρινισμένο μαξιλάρι.

«Φτάνει. Γαμημένο καμπούνι», μουρμουρίζει και αποκοιμιέται.

Δυο ώρες αργότερα, η έκρηξη τον ρίχνει από την κουκέτα στο πάτωμα μαζί με τους υπόλοιπους, τις φωτογραφίες, τα ψεύτικα γράμματα που στέλνουν και λαμβάνουν, τα ποτήρια, τις αφίσες και τις ανάγκες τους.

«Τινάχτηκε το καζάνι! Τινάχτηκε το καζάνι!»

Οι φωνές του αρχιμηχανικού τους φτάνουν πνιγμένες στις κραυγές πόνου και τα εφτά σινιάλα του συναγερμού.

Βγαίνουν όλοι στους στενούς διαδρόμους, τρέχουν προς το μηχανοστάσιο, ο αρχιμηχανικός βγαίνει, πίσω του πυκνώνουν μαύροι καπνοί.

«Πίσω! Πίσω όλοι! Έσκασε το καζάνι!»

Κάνουν να αλλάξουν κατεύθυνση όμως ο υποπλοίαρχος τους κλείνει τον δρόμο καθώς προσπαθεί να φτάσει στο μηχανοστάσιο.

«Ρήγμα; Τάσο, πες μου! Έχουμε ρήγμα;»

«Ούτε εκατοστό, καπετάνιε. Εξερράγη η κύρια ατμαγωγός, χάσαμε μια μηχανή και…»

Ορμάει μπροστά φωνάζοντας «κάντε στην άκρη», τους σπρώχνει όλους και μπαίνει μέσα στο μηχανοστάσιο. Τον πνίγει ο καπνός. Ατμοί και βραστό νερό ξεπηδάνε από τις τσαλακωμένες σωληνώσεις, ο συναγερμός του παίρνει το κεφάλι και στα πόδια του ο Σίμος, ο λυπαντής, κλαίει και κρατάει το δεξί του χέρι κοντά στο θώρακα του πεσμένος πάνω στο ατσάλινο πλέγμα του δαπέδου. Το χέρι του έχει ένα μεγάλο έγκαυμα σε ολόκληρο τον πήχη. Η μια μηχανή είναι νεκρή, η άλλη ανεβοκατεβάζει πιστόνια και πάει σε πλήρη στάση.

«Στείλτε σήμα», μουρμουρίζει ακίνητος. Στηρίζεται στη μπούκα του μηχανοστασίου. «Στείλτε σήμα», επαναλαμβάνει.

Ο λοστρόμος φεύγει προς το κομοδέσιο και από εκεί στη γέφυρα να ενημερώσει τον μαρκόνη. Οι υπόλοιποι πέφτουν στις αμιαντοκουβέρτες και τα σωστικά και τα βάζουν με τη φωτιά. Ο νεαρός υποπλοίαρχος κοιτάζει παγωμένος τον Σίμο, δεν έχει χρόνο ο μηχανικός φυλακής να ασχοληθεί, πρέπει μόνος του να τα κερδίσει τα γαλόνια, δεν αρκεί να τα φοράει. Ο Κωνσταντής τον κοιτάει από τον διάδρομο. Πάει κοντά.

«Πιάσε από την άλλη», του λέει και ο υποπλοίαρχος συνέρχεται. «Να τον πάμε στο σαλόνι αξιωματικών μέχρι να σβήσουμε τη φωτιά, βράζει ο τόπος εδώ κάτω. Σταμάτα κι εσύ, μωρέ! Λες και σε σκοτώνουν κάνεις!»

Τον κουβαλάνε σηκωτό από τις μασχάλες, παραμιλάει και έχει τα μάτια του σφιγμένα από τον πόνο.

«Οι άνθρωποί σου», του είπε όταν τον ακούμπησαν στη καρέκλα και τύλιξαν το χέρι του με βρεγμένα πανιά. Ο υποπλοίαρχος δεν έδειχνε να ακούει. Ο Κωνσταντής αναστέναξε.

«Πελαγωμένος μεσοπέλαγα…», μουρμούρισε και τράβηξε τα γαλόνια του νεαρού. «Γιωργάκη, μ’ ακούς;»

Ο υποπλοίαρχος γύρισε προς το μέρος του ξαφνιασμένος με σφιγμένα φρύδια.

«Τι κάνεις;», φώναξε σχεδόν.

«Γιωργάκη, καμιά δεκαριά χρόνια πριν γεννηθείς εσύ, εγώ κι η μαμά σου παίζαμε τον γιατρό πίσω από τη μάντρα του νεκροταφείου στο χωριό. Ό,τι θέλω κάνω, κατάλαβες;»

Ο Γιώργος έμεινε να τον κοιτάει ενοχλημένος.

«Τον εγωισμό σου να τον καταπιείς αν θες να κουμαντάρεις πλοία. Οι άνθρωποι σου είναι τα γαλόνια σου. Τσακίσου και κάνε τον καπετάνιο γιατί θα σε κάνω ρεντίκολο του Φιόρε μόλις γυρίσουμε στο νησί, το ‘πιασες;»

Τον παρακολούθησε να χάνεται από το άνοιγμα της τραπεζαρίας. Ώρες αργότερα οι φωτιές είχαν σβήσει, ο Σίμος είχε πια ηρεμήσει και το χέρι του έδειχνε καλύτερα και ο Γιώργος έδινε οδηγίες ακατάπαυστα σε κάθε έναν από το πλήρωμα εκτός από τον Κωνσταντή που τον είχε βάλει κόντρα γέφυρα να κιαλάρει στ’ ανοιχτά για τη βοήθεια που τους είχαν στείλει μήνυμα πως πλησίαζε. Μπήκε και τον βρήκε όρθιο τη στιγμή που μπροστά τους αχνοφαινόταν ένα μαύρο φορτηγοποστάλι.

«Ποιο είναι;» ρώτησε και άπλωσε το χέρι να πάρει το δεύτερο ζευγάρι κιάλια από την πιλοτίνα.

«Δεν θα το πιστέψεις και να σου πω.»

«Λέγε μπάρμπα- Κωστή», απάντησε νευρικά.

«Είναι εκείνο που σε έκανε καπετάνιο. Εκείνο που ήρθε για βοήθεια πριν έξι μέρες.»

Σήκωσε τα κιάλια και τα έφερε στα μάτια του.

«Φαίνεται σου έχει αδυναμία αυτό το βαπόρι. Δύο φορές σε ξελασπώνει μέσα σε μια βδομάδα.»

Κοιτάζει προσεκτικά. Η μαύρη του καρίνα σκίζει απαλά το νερό. Είναι άδειο, βλέπει την κόκκινη ίσαλο γραμμή να εξέχει πολύ πάνω από το κύμα. Αρμενίζει πολύχρωμες σημαίες στους ιστούς, το διατρέχουν κορδέλες με λάμπες, τα κρένια του και τα άλμπουρα εξέχουν από τα πλάγια και πλέει σκίζοντας τα κύματα με δεκαεφτά κόμβους. Δίπλα στο βαρούλκο με μεγάλα γράμματα γράφει «Jean Laborde».

«Βασιλοβάπορο, ε;» ακούει τον Κωνσταντή.

«Ναι», απαντάει ο νεαρός. «Αλλά δεν με έκανε αυτό καπετάνιο. Ένας σκατόψυχος ναύτης με έκανε.»

Λεπτά αργότερα το «Jean Laborde» τους πλευρίζει. Κανείς δεν έχασε τίποτα. Ένα όνειρο ένας, ένα ψέμα κάποιος άλλος, λίγο εγωισμό ο τρίτος. Μα από τέτοια είναι γεμάτη η θάλασσα.


Στις 11 Αυγούστου 1970 το ελληνικό τάνκερ «Γεώργιος Β» βρέθηκε ακυβέρνητο στα ανοιχτά του Κέιπ Τάουν έπειτα από έκρηξη στα καζάνια της μηχανής. Το γαλλικό φορτηγοποστάλι «Jean Laborde» έσπευσε για βοήθεια. Λίγες μέρες πριν, το ίδιο πλοίο ανταποκρίθηκε σε επείγουσα κλήση του «Γεώργιος Β» και μετέφερε στο Κέιπ Τάουν τον βαριά άρρωστο πλοίαρχο του ελληνικού πετρελαιοφόρου. Το διήγημα βασίζεται στο αληθινό περιστατικό αυτής της ναυτικής ιστορίας.


Το «Γεώργιος Β» φωτογραφημένο από το κατάστρωμα του «Jean Laborde», 11.08.1970, Cape Town