IN NOMINE PATRIS

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΪΟΝ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ Ή ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ.


untitled-1

Καθόταν μπροστά στην μεγάλη τζαμαρία του καθιστικού, σε μία ξύλινη καρέκλα. Δίπλα του είχε ένα μικρό τραπεζάκι και πάνω έναν καφέ που είχε από ώρα κρυώσει. Είχε στα χέρια διπλωμένη την εφημερίδα και τα μάτια κλειστά πίσω από τους χοντρούς μυωπικούς φακούς του.

Ο Τζερολάμο Εμιλιάνι ανέπνεε αργά και άφηνε τον ανοιξιάτικο ήλιο να τρυπώνει μέσα του από το γερασμένο δέρμα και τα χλωμά του μάγουλα. Η  Ζιλμπέρτα τον πλησίασε αθόρυβα πίσω από την πλάτη και του έκλεισε τα μάτια.

«Μάντεψε ποιος.»

Ο ήλιος έφτασε μέσα του ταχύτερα.

«Αγάπη μου!»

Έσκυψε γελώντας στο πλευρό του τυλίγοντας τα χέρια γύρω από τον λαιμό του.

«Παππού μου, τι κάνεις μόνος σου εδώ μέσα;»

Γονάτισε δίπλα του. Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας.

«Το ξέρεις καλά, γλυκιά μου Ζιλμπέρτα, εμείς τα γερόντια έχουμε τις ιδιοτροπίες μας. Η εφημερίδα είναι μια από αυτές. Οι επικήδειοι, εδώ που τα λέμε. Στην ηλικία μου θυμίζουν περισσότερο αγγελίες γνωριμιών ή εκείνο το άλλο, πώς το λέτε, που στέλνετε μηνύματα ο ένας στον άλλο. Ποτέ δεν ξέρεις ποιον γνωστό θα ξετρυπώσεις στους επικήδειους. Να, προχθές διάβασα για την Μαρία Ντι Φρατέλι, την θυμάσαι;Από το Δημοτικό;»

«Αν τη θυμάμαι; Μα φυσικά, η πρώτη μου δασκάλα», είπε εκείνη γλυκά και πέρασε τα δάχτυλα της μέσα από τα μαλλιά του. «Μα είναι μέρα αυτή να διαβάζει κανείς νεκρολογίες, βρε παππού μου; Κοιτά έξω, ο ήλιος λάμπει. Δεν είναι τυχαίο, σωστά;»

«Είναι στριμωγμένος ο χρόνος μας, ξινός. Η λιακάδα βοηθάει, μυρίζει ζωή», της είπε και παίρνοντας το χέρι της μέσα στις χούφτες του, έσκυψε και μύρισε τα πλούσια μαλλιά της. «Η λιακάδα και οι νεαρές γυναίκες.»

Γέλασαν και οι δύο.

«Γερόλυκε! Ήθελα να ‘ξερα τι θα μου έλεγε η γιαγιά για τα καμώματά σου!»

Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από ένα μικρό σύννεφο. Δεν της απάντησε. Έμεινε να χαμογελάει.

Η Ζιλμπέρτα σηκώθηκε. Εκείνος την ακολούθησε με το βλέμμα.

«Φεύγεις κιόλας;»

«Έχω μάθημα στη σχολή, παππού. Πέρασα μόνο να σε δω και να προλάβω να σου το πω πρώτη, πριν από τους υπόλοιπους.»

«Φαίνεται ότι πρόλαβες. Βέβαια, δεν υπάρχει  και μεγάλος ανταγωνισμός, για να λέμε και την αλήθεια!»

«Έγινες εβδομήντα εφτά χρονών και παραμένεις ανυπόφορος, δεν είναι να απορείς», απάντησε εκείνη γελώντας, έσκυψε και τον αγκάλιασε. «Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, παππού μου!»

«Κι εγώ μικρό μου κοριτσάκι…»

«Χρόνια σου πολλά!»

Άνοιξε το σακίδιο της και έβγαλε από μέσα ένα μικρό δέμα, τυλιγμένο με γυαλιστερό χαρτί και δεμένο με κόκκινη κορδέλα.Το ακούμπησε πάνω στο τραπεζάκι.

«Μην το ανοίξεις εδώ μέσα. Να πας στο πάρκο. Ή ακόμα καλύτερα, στην Πιάτσα Ναβόνα που τόσο αγαπάς. Σ’ εκείνο το καφέ πού με πηγές όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, θυμάσαι;»

Ο ήλιος έλαμπε και πάλι, γύρισε και τον κοίταξε. Πού είχε χαθεί εκείνο το σύννεφο;

«Αντίκο Μπιάνκο! Σύμφωνοι!»

«Μου το υπόσχεσαι; Παππού, δεν είναι μέρα για επικήδειους! Είναι τα γενέθλιά σου!»

«Γλυκιά μου, μετά τα εβδομήντα πέντε, κάθε μέρα είναι υποψήφια για έναν καλό επικήδειο», της απάντησε και έβαλε τα γέλια βλέποντας τα μάτια της να γουρλώνουν.

«Είσαι ένας ανυπόφορος παλιόγερος», του είπε για να τον πειράξει και του έριξε μια απαλή μπουνιά, ίδια με χάδι, στον ώμο. «Απορώ γιατί σ’ αγαπάω τόσο!»

«Μεταξύ μας κι εγώ», της απάντησε γελώντας. «Άδειασέ μου τώρα τη γωνιά. Έχω σημαντικά πράγματα να κάνω» συμπλήρωσε και κούνησε την εφημερίδα μπροστά στο πρόσωπο της.

Τον φίλησε ξανά και πήγε προς την πόρτα. Καθώς το έκανε τον άκουσε να ανοίγει την εφημερίδα. Ο ήχος την σταμάτησε. Γύρισε αργά προς την καρέκλα και συνέχισε να τον παρακολουθεί από απόσταση. Χίλιες χιλιάδες φορές τον είχε συναντήσει σε αυτή την καρέκλα, στο ίδιο δωμάτιο. Θα ορκιζόταν ότι ο παππούς της δεν έκανε ποτέ τίποτα άλλο. Δεν δούλεψε σε σχολείο, δεν παντρεύτηκε, δεν έκανε παιδιά, δεν πόνεσε όταν έχασε την γυναίκα του, δεν σηκώθηκε από την καρέκλα όταν έχασε τον γιο του, όταν του είπαν για την αρρώστια του που σύντομα θα έκλεινε και τα δικά του βλέφαρα, δεν σηκώθηκε ποτέ από εκείνη την καρέκλα, δεν σταμάτησε ποτέ να διαβάζει εκείνη την εφημερίδα που ήταν πάντα ίδια όλα αυτά τα χρόνια. Έμεινε πίσω του χωρίς να την καταλάβει και τον κοιτούσε και κάτι από μέσα της έρρεε προς εκείνον και μόνο προσπαθούσε να τον χορτάσει όπως γύριζε αργά- αργά τα φύλλα. Αυτό της ήταν αρκετό. Ίσως και η ανάμνηση του τσιγάρου του όπως έκαιγε κιτρινίζοντας τα δάχτυλά του και του πανετόνε που της έδινε αν κατάφερνε να του πει με δύο ανάσες την προπαίδεια του εννιά.

Γύρισε ξανά σελίδα και είδε την άκρη των γυαλιών του να κουνιέται καθώς τα μάτια του πάλευαν να διαβάσουν τις λέξεις. Τον έτρωγε αργά η αρρώστια. Δεν έχει σημασία, της είχε πει ο γιατρός. Είναι πολύ μεγάλος πια για θεραπεία. Το πιθανότερο είναι πως θα τον σκοτώσει πριν προλάβει να το κάνει ο καρκίνος.

Αυτό το θρόισμα των φύλλων και το παχύ άρωμα του δωματίου,σκόνη, βαρύ άφτερ σέιβ, καπνός, καφές, φρέσκο πουκάμισο, παππούς. Η Φελίπε τον πρόσεχε καλά τα τελευταία χρόνια, από τότε που έμαθε για την αρρώστια του, δεν το ομολογούσε φυσικά, φοβόταν μόνος και την προσέλαβε για οικονόμο, όπως έλεγε. Όμως η μοναξιά τον έτρωγε περισσότερο από τη σκόνη και τον καρκίνο.

Ένοιωσε να δακρύζει. Η αγάπη πονάει πολύ όταν τελειώνει. Πονάει περισσότερο όταν το ξέρεις πως τελειώνει. Ακόμα μία σελίδα. Γύρισε να φύγει και τότε τον άκουσε. Κοφτές ανάσες, ένα μουγκρητό, έφερε το χέρι του τρέμοντας στο στόμα και δάγκωσε τις κλειδώσεις. Η εφημερίδα του έπεσε από τα χέρια.

Έτρεξε κοντά του.

«Παππού μου; Τι έπαθες, παππού;»

Στάθηκε μπροστά του και άπλωσε τα χέρια της στους ώμους του. Έκλαιγε. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε μετά έπεσε μέσα στην αγκαλιά της. Εκείνη τον έσφιξε πάνω της.

«Τι έπαθες; Είσαι καλά;»

Το χέρι του σταμάτησε να τρέμει μετά από ώρα όμως έτρεχε αίμα έτσι όπως το είχε δαγκώσει. Βρήκε με κόπο τα λόγια του.

«Ζιλμπέρτα, αγάπη μου, λυπάμαι, συγνώμη που σε τρόμαξα», ψέλλισε κουρασμένα και σηκώθηκε. Ήταν ψηλός, το ριγωτό του πουκάμισο περιποιημένο, το γιλέκο του καλά κουμπωμένο και το μουστάκι του λεπτό και άψογο, μια εμμονή με την τελειότητα της αξιοπρεπούς εμφάνισης από τα χρόνια που δούλευε σαν δάσκαλος. «Έψαχνα χρόνια έναν φίλο. Τον μοναδικό μου φίλο από τότε που ήμουν παιδί στη Βερόνα, δεν στο είπα ως τώρα.»

Ξέσπασε ξανά σε δάκρυα.

«Ησύχασε παππού μου», απάντησε εκείνη τρυφερά. «Δεν με πειράζει, τίποτα μην μου πεις, αν δεν θες, ξέρω, μου ‘χεις πει και έχω καταλάβει. Ήταν δύσκολα χρόνια. Ήσουν ορφανός από μικρός, παππού. Μη μου πεις τίποτα, αν δεν θες.»

«Στη Βερόνα, σ’ εκείνο το ορφανοτροφείο», συνέχισε εκείνος χωρίς να μπορεί να την κοιτάξει. Έτριβε τα μάτια του με τον δείκτη και τον αντίχειρα του ενός χεριού κάτω από τα γυαλιά του και με το άλλο στηριζόταν από τον ώμο της, «σ’ εκείνο το μέρος, που έμεινα δώδεκα χρόνια, έκανα μόνο έναν φίλο, Ζιλμπέρτα. Το όνομα του ήταν Νίκολα Σπεράρε. Ήμουν έξι χρονών, εκείνος πέντε, όταν βρεθήκαμε  σε διπλανά κρεβάτια για πρώτη φορά. Χαθήκαμε όταν φύγαμε εγώ για το Πανεπιστήμιο κι εκείνος για τη Νάπολι.»

«Κρίμα, παππού μου. Λυπάμαι πολύ», απάντησε εκείνη μουδιασμένα. Δεν περίμενε πως ο παππούς της είχε τελειώσει την αφήγησή του, απλώς ένοιωσε πως έπρεπε κάτι να του πει.

«Τον βρήκα, Ζιλμπέρτα», της είπε, έσκυψε, σήκωσε την εφημερίδα με τόσο κόπο που τον έκανε να μοιάζει πως λυγίσει ολόκληρος από το βάρος του χαρτιού στα χέρια του και την έδωσε στην εγγονή του. «Είναι εδώ, κοίτα. Εδώ ακριβώς, στη σελίδα ογδόντα δύο. Μεσαία στήλη».

Η Ζιλμπέρτα πήρε το φύλλο και διάβασε. Τα μάτια της βούρκωσαν.

«Αχ, παππού μου», ξεκίνησε να λέει όμως τα δάκρυα του μπερδεύτηκαν με τα δικά της κι έτσι έμεινε σιωπηλή.

«Φύγε.»

Ήταν τόσο ξαφνικός ο ήχος της λέξης. Ξαφνικός και τραχύς.

«Θα αργήσεις στο μάθημα, μικρή μου. Κι εγώ στην τελευταία συνάντηση με έναν παλιό μου φίλο.»

«Όμως, παππού…»

«Έλα, έλα! Δεν θέλω να με χρησιμοποιήσεις σαν πρόφαση για μια δικαιολογημένη απουσία. Κράτα τη καλύτερα για τη δική μου κηδεία.»

Τον κοίταξε σφίγγοντας τα φρύδια.

«Δεν είναι ώρα για αστεία, παππού.»

Την πλησίασε ζωηρά. Έδειχνε να έχει συνέλθει πλήρως.

«Ξεχνάς και δεν είσαι ούτε είκοσι χρονών, Ζιλμπέρτα. Όλα έτσι ξεκινάνε. Πρώτα ξεχνάς τα λόγια. Μετά ξεχνάς τη μορφή.»

Την κοίταξε τρυφερά με κάτι γλαυκά, σχεδόν άσπρα, μάτια χαρακωμένα από κόκκινες φλέβες.

«Τι σου έλεγα όταν ήσουν μικρή;»

Εκείνη χαμογελάει.

«Πάντα είναι ώρα για αστεία», απαντάει, τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Τον κρατάει μέσα στα χέρια της. «Μου έλεγες και κάτι ακόμα.»

Εκείνος ξαφνιάζεται. Δεν ήταν από αυτά που έλεγε για να εντυπώσει στο μυαλό του παιδιού μία εικόνα αξία του παππού που ασυνείδητα φιλοδοξούσε να γίνει. Κι όμως, κάτι ακόμα από αυτόν είχε μείνει, παρά τις προθέσεις του.

«Τι σου έλεγα, αγάπη μου;»

«Τα μάτια, μου έλεγες, δεν τα ξεχνάς ποτέ.»

***

Ήταν περασμένες τρεις όταν έφτασε στο νεκροταφείο της Σάντα Μαρία Ντι Γκαλερία. Η Λάτσιο ήταν αρκετά μακριά από εκεί που ζούσε ο ίδιος και με έναν παράξενο τρόπο απελπιστικά κοντά.

Κατέβηκε από το τραμ και περπάτησε αργά προς την πύλη, ο ήλιος έλαμπε ακόμα όμως ο φθινοπωρινός αέρας ερχόταν δροσερός. Σήκωσε τους γιακάδες του σακακιού του και τέντωσε όσο περισσότερο μπορούσε το κορμί του.

Είχε φτάσει αργά, αυτό βέβαια ήταν κάτι που επιθυμούσε. Δεν ήθελε να δώσει εξηγήσεις σε ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν.

Πέρασε την πέτρινη είσοδο και βάδισε αργά στον μακρύ χαλικόδρομο. Προσπερνούσε μαρμάρινους σταυρούς, θλιμμένους αγγέλους, αγάλματα με βλέμμα στραμμένο στον ουρανό και χέρια υψωμένα παρακλητικά, ψηλούς τύμβους με ανθοστήλες, κυπαρίσσια και λεύκες μέσα από το παλαιότερο τμήμα του νεκροταφείου. Προσπέρασε μία νεαρή γυναίκα που καθόταν στο μαρμάρινο σκαλί ενός τάφου κοινού, θύμιζε πρόχειρη κατασκευή δίπλα στα γλυπτά και τα στολισμένα μνήματα γύρω του. Στο εσωτερικό του, ο Τζερολάμο ήταν βέβαιος πως επικρατούσε η ίδια εικόνα με όλων των υπολοίπων. Και στην επιφάνεια, εκείνη η Μαντόνα της πρώτης άνοιξης, ένα κορίτσι με μακριά καστανά μαλλιά, σκισμένο τζιν και καρό πουκάμισο και μια θλίψη συγκρατημένη, βέβαιη, στο βλέμμα. Στα χείλη ένα τραγούδι και τα δάχτυλα πάνω στο μάρμαρο για όσο αυτό αντέχει το άγγιγμα πριν σπάσει ή πριν παγώσει το χέρι της από το άψυχο λευκό του.

Βάδιζε με την βεβαιότητα του γνώστη, χωρίς χάρτη ή οδηγίες και παράλληλα χωρίς να λαθέψει ούτε ένα βήμα. Έφτασε στο νεότερο τμήμα του νεκροταφείου, ένας σωρός από χώμα κάλυπτε την επιφάνεια στα δεξιά του, όχι ιδιαίτερα μεγάλος, τόσο μόνο όσο είναι αναγκαίο για να γίνει η δουλειά. Σταμάτησε μπροστά του. Δίπλα ακριβώς οι εργάτες είχαν αφήσει τα φτυάρια τους και ένα καρότσι. Σύντομα θα έρχονταν οι μαρμαράδες να βάλουν τα σημεία της μνήμης. Λάσπη, λευκές πέτρες, σκαλιστούς σταυρούς, ίσως ένα άγαλμα, μία επιτύμβια επιγραφή. «Νίκολα Σπεράρε, 23 Φεβρουαρίου 1942- 28 Σεπτεμβρίου 2018, αγαπημένος σύζυγος, πατέρας, παππούς».

Κι αυτό ήταν όλο. Όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι θα έμεναν για πάντα χαμένοι. Γιος δεν υπήρξε κανενός. Φίλος όμως… Αδελφός;

Γονάτισε μπροστά στο χώμα και βούλιαξε σε ένα σαρωτικό κλάμα.

Πέρασε έτσι ώρα, σηκώθηκε με κόπο και πλησίασε τα φρέσκα χώματα. Γονάτισε ξανά και γέμισε τη χούφτα του με πέτρες, χώμα και μικρές σπασμένες ρίζες.

«Σε έψαχνα. Όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησα να ψάχνω για εσένα. Από όλους εσένα, Νίκολα αγαπημένε μου… φίλε. Δεν έμαθες, δεν ήξερες. Κι εγώ έκανα πως δεν ήξερα κι ακόμα το ίδιο κάνω. Δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα.»

Γέλασε δυνατά.

«Δεν ξέρω! Τι ποιο απλό και εύκολο από αυτό; Δεν είδα τίποτα! Ω, πόση ανακούφιση προσφέρει το καταφύγιο της άγνοιας. Σε τι είδους άρρωστη μέθη μπορεί να βυθιστεί εκείνος που γνωρίζει και δεν έκανε τίποτα, Νίκολα; Δεν μιλήσαμε ποτέ. Δέκα χρόνια στο ίδιο δωμάτιο. Δέκα χρόνια δίπλα μου. Θυμάμαι σαν χθες τον Ντον Πεντρότσι όταν σε έφερε στο ορφανοτροφείο. «Αυτός είναι ο Νίκολα Σπεράρε. Είναι πέντε χρονών. Έρχεται από τη Νάπολι. Θα καταλάβετε και μόνοι σας πως χρειάζεται λίγη βοήθεια παραπάνω από εσάς τους υπόλοιπους. Περιμένω να είστε ευπρεπείς μαζί του». Έτσι σε παρουσίασε. Ζήτησε από εμάς να είμαστε ευπρεπείς, Νίκολα! Ο Ντον Πεντρότσι! Αχ, μόνο να μπορούσες να τον δεις, τότε θα καταλάβαινες, αγαπημένε μου φίλε. Χαμογελούσε και τα μάτια του, εκείνα τα μάτια του θύμιζαν κάρβουνα, Νίκολα! Αναμμένα κάρβουνα! Έμοιαζε με Θεό, με τον ίδιο τον Θεό μέσα στα μαύρα ράσα του με το λευκό κολάρο και τον σταυρό του κρεμασμένο πάνω του. Τα μαύρα του μαλλιά γυάλιζαν πάντα και τα μάτια του… αξέχαστα, βαθιά, μολύβδινα μάτια.»

Τον σταματάει ένας λυγμός που γρήγορα γίνεται κρίση βήχα. Βγάζει ένα καρό μαντήλι από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και σκουπίζει τα μάτια και τον στόμα του.

«Τότε, το πρώτο βράδυ που ξάπλωσες στο διπλανό κρεβάτι δεν κατάλαβα. Δεν νοιάστηκα αρκετά για εσένα. Σε άφησα να κλαις με εκείνο τον περίεργο τρόπο που είχες να κλαις, περισσότερο σαν να παριστάνεις το πρόβατο, παρά σαν να κλαις. Και το μόνο που έκανα ήταν να κρυφογελάω μαζί με τα υπόλοιπα αγόρια. Μαζί σου! Με το παράξενο κλάμα σου, αδελφέ μου. Μην με παρεξηγείς, ήμουν έξι χρονών και ήδη τρία χρόνια μέσα σε αυτή την κόλαση. Τι καταλαβαίνεις όταν είσαι έξι; Πόσο συμπονάς; Ελάχιστα. Στην αρχή, τουλάχιστον. Για αυτό πρέπει τώρα να σου μιλήσω και ίσως, τώρα πια να καταφέρεις να με ακούσεις, για πρώτη φορά από εκείνη την μέρα, ίσως με ακούσεις, τι λες;»

Κοίταξε γύρω του περιμένοντας με τρόπο παράλογο και όμως ειλικρινή μία απάντηση. Ο αέρας έκανε τις λευκές να θροΐζουν κι αυτό του φάνηκε αρκετό για να κουνήσει το κεφάλι και να συνεχίσει.

«Αυτό το βιολί κράτησε έναν ολόκληρο μήνα. Ένα βράδυ, θυμάμαι, δεν άντεξα άλλο. Το κλάμα σου δυνάμωνε συνέχεια, τα γέλια τους το ίδιο κι εσύ στο σκοτάδι και την σιωπή έκλαιγες μόνος. Αυτό με ταρακούνησε. Όλοι μας είχαμε λόγους να κλαίμε, είχαμε λόγους να είμαστε φριχτοί ο ένας με τον άλλο και ο καθένας με όλους, όμως εσύ ήσουν μόνος. Σηκώθηκα από το κρεβάτι εκείνο το βράδυ, σήκωσα την κουβέρτα και τρύπωσα από κάτω δίπλα σου. Ήσουν ξαπλωμένος στο πλευρό σου και τρόμαξες όταν ένοιωσες το βάρος μου, γύρισες απότομα και μέσα στα απλανή σου μάτια είδα απελπισία. Είχες παράκληση στο βλέμμα. Τέτοια βαθιά παράκληση, Νίκολα, αδελφέ μου. Σου είπα «μη φοβάσαι» και ακούμπησα τον ώμο σου, όσο πιο απαλά μπορούσα. Έκλεισες σφιχτά τα μάτια και ξάπλωσες πάλι στο πλευρό σου. Κατάλαβα πως δεν ήσουν καθησυχασμένος. Ήσουν παραιτημένος. Ξάπλωσα κι εγώ και σε κράτησα στην αγκαλιά μου. Είχε κρύο. Ήσουν μόνος, μόνος. Άκουγα τους υπόλοιπους να γελάνε, όλο και λιγότεροι ως που στο τέλος δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από τις ανάσες μας. Τότε ήξερα, όταν σε κρατούσα μέσα στα χέρια μου πως εγώ ήμουν για εσένα και εσύ για εμένα όσα δεν θα μπορούσε να γίνει άλλος άνθρωπος, Νίκολα. Εκείνο το μαρτύριο… κράτησε τόσα πολλά χρόνια που στο τέλος έγινε δεδομένο. Μάθαμε να μαρτυράμε. Μάθαμε πως έτσι είναι. Αυτή ήταν η αλήθεια μας. Και το κρεβάτι που μοιραζόμασταν ήταν το λάθος, Νίκολα. Το λάθος που μας έσωσε, εμένα σίγουρα, και μας έκανε ανθρώπους. Γιατί, το ξέρουμε καλά, όσο κι αν θέλουμε να λέμε πως δεν ξέρουμε τίποτα, ότι προσπάθησαν πολύ να μας συντρίψουν, χωρίς στιγμή να νοιάζονται.»

Έψαξε μέσα στην τσέπη του. Βρήκε ένα πακέτο τσιγάρα και τον αναπτήρα. Κάθισε πάνω στο χώμα και άναψε αργά χωρίς να πάρει τα μάτια από τον φρέσκο τάφο.

«Όμως δεν μιλήσαμε. Δεν μιλούσαμε. Δεν ήξερα πώς βρέθηκες εκεί και τι είχαν απογίνει οι γονείς σου. Δεν ήξερα τίποτα για σένα, ούτε εσύ για μένα, κι όμως, ξέραμε τα πάντα, την κάθε ανάσα, την κάθε σπιθαμή δέρματος που κάλυπτε τις ψυχές μας. Τα πρωινά όταν ξυπνούσες συχνά έκανα πως κοιμάμαι, τώρα μπορώ να σου το πω. Σε άφηνα να περνάς το χέρι σου πάνω από τα μαλλιά, τα μάγουλα, τα μάτια και το στόμα μου. Σε άφηνα να ψηλαφίζεις το στήθος μου, να βάζεις το χέρι κάτω από την πιτζάμα και να αγγίζεις την κοιλιά μου. Ήμουν… ήμασταν παιδιά. Δύο παιδάκια, Νίκολα και ήσουν ό,τι πλησιέστερο είχα νοιώσει σε αγάπη, ακόμα κι αν δεν μπορούσα να το κατονομάσω, μπορούσα να το νοιώσω στο άγγιγμα σου, ήταν το αντίδοτο, καταλαβαίνεις; Εκείνη τη μέρα που έσπασες, πρέπει να ήσουν εννιά χρονών τότε. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβαινε, ήταν όμως τόσο βίαιο, τόσο… κολασμένο…»

Πετάει το τσιγάρο στο χώμα και το πατάει με τη σόλα του παπουτσιού του. Σφίγγει τις γροθιές του, τα δάκρυα τον τραβάνε κι αυτός αντιστέκεται, με όση ψυχή έχει μέσα στο γερασμένο του κορμί πολεμάει. Πρέπει να μιλήσει.

«Δεν ξέρω, ίσως φταίει που εκείνη την ημέρα ήμασταν μαζί. Δεν με έβλεπες, ίσως όμως ένοιωθες ότι εγώ σε βλέπω να υποφέρεις μέσα στο δικό μου μαρτύριο. Ναι, Νίκολα. Σε είδα. Ήμασταν μέσα στο ιερό της Σάντα Λουτσία. Μας είχαν πάει για εξομολόγηση. Χα! Εξομολόγηση, Νίκολα! Σε είχαν πάει, εσένα, για να πεις τις αμαρτίες σου! Και μας είχε φανεί φυσιολογικό! Σε όλους μας! Άλλωστε, μας πήγαιναν συχνά εκεί. Το αγαπούσαν το εξομολογητήριο. Και οι δώδεκα δάσκαλοί μας. Ήρθε και μας έβγαλε από την τάξη ο Ντον Πεντρότσι μαζί με έναν ακόμα, εκείνον τον αηδιαστικό γέρο, τον Ίγκο Μόνστρο. Όταν βρεθήκαμε οι τέσσερις μόνοι μέσα στο ιερό, ξέραμε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουμε. Μας έβαλαν να σταθούμε μπροστά στην Ιερή Τράπεζα και έκλεισαν τις πόρτες του ιερού. Ο Μόνστρο σε πλησίασε και σου έβγαλε τα ρούχα. Δεν αντέδρασες. Εγώ έβγαλα μόνος μου τα δικά μου. Ο Ντον Πεντρότσι με κοιτούσε. Είχε μία λαχτάρα στο βλέμμα, σε εκείνα τα φριχτά μάτια και χαμογελούσε. Με πλησίασε και άρχισε να με χαϊδεύει. Γύρισα το κεφάλι μου, έψαξα με  το βλέμμα κάτι να κρατηθώ, δεν άντεχα να κοιτάω εκείνα τα μολύβδινα μάτια, Νίκολα. Τότε τον άκουσα να μιλάει στον Μόνστρο. «Κοίτα Ίγκο. Κοιτά πως σκληραίνει άμα το χαϊδεύεις, βλέπεις; Ω, τόσο ωραίο και μικρό. Χωράει ολόκληρο μέσα στο χέρι μου, Ίγκο!»

Τότε γύρισα προς εσένα και σε κοίταξα. Ασάλευτος, όμοιος με νεκρό μέσα στα χέρια του, το ράσο σηκωμένο, το παντελόνι του γύρω από τους αστραγάλους και το κορμί σου γερμένο πάνω από το κωλοτράπεζο με τα λιβάνια και τα χρυσά βιβλία κι εκείνος να σκούζει «ώ, Θεέ μου, συγχώρα με, Θεέ μου!» και να σε τραβάει πάνω του με το πρόσωπο του ψηλά και τα μάτια καρφωμένα στον Εσταυρωμένο του ιερού. Ούρλιαξα, Νίκολα. Ούρλιαξα και προσπάθησα να τρέξω σε εσένα, όμως εσύ ήσουν σε τόπο σκοτεινό και σιωπηλό, σε τόπο πόνου και δεν είχα τρόπο να σε φτάσω. Ο Ντον Πεντρότσι με τράβηξε και με έφερε πάνω του. «Μην κάνεις έτσι, παιδί μου. Ένα αστείο είναι. Μεταξύ αντρών δεν είναι παρά ένα αστείο. Έλα. Να, πιάσε με εδώ, εδώ ακριβώς, ναι. Έλα, κάνε και εσύ μια πλάκα σε έναν μεγαλύτερο. Δεν θα το πω πουθενά». Μία πλάκα, Νίκολα! Μας έσπασαν για ένα αστείο. Όλα ήταν αστεία! Συνέχισε να πιέζει το χέρι μου πάνω του μέχρι που έγινε σκληρός σαν πέτρα και μετά… μετά με έβαλε να γονατίσω μπροστά του και να ανοίξω το στόμα μου. Σταμάτησα να κοιτάω, σταμάτησα να ακούω, σταμάτησα να αισθάνομαι. Τότε σε κατάλαβα, Νίκολα. Τότε μόνο κατάλαβα την μοναξιά της απουσίας των αισθήσεων. Πήγα… πήγαμε σε έναν τόπο άδειο και ξένο. Μία φορά αν βρεθείς εκεί, δύσκολα επιστρέφεις. Ήμασταν παιδιά. Έπρεπε να ζήσουμε, έπρεπε. Πώς ζεις χωρίς να νοιώθεις, Νίκολα; Ήμασταν νεκροί! Μας σκότωσαν, αδελφέ μου!»

Έμεινε σιωπηλός. Το χώμα δεν μιλάει. Ο αέρας δεν μιλάει. Ο ήλιος, το ηλιοβασίλεμα δεν μιλάει.

«Εκείνο το βράδυ με έδιωξες από το κρεβάτι σου. Τότε θύμωσα μαζί σου, τώρα καταλαβαίνω. Η μοναξιά ταιριάζει στα σπασμένα πράγματα. Όμως, Νίκολα, με τον καιρό, με την ορφάνια μας, με τα αστεία τους που δεν είχαν τελειωμό, εκείνο που είναι σπασμένο σταδιακά θρυμματίζεται. Τότε γίνεται κάτι άλλο, η σκόνη δεν αντέχει μόνη, κολλάει πάνω στα έπιπλα, πάνω σε άλλη σκόνη. Ήσουν δώδεκα πια. Εγώ δεκατριών. Ξύπνησα και σε είδα ξαπλωμένο στο μαξιλάρι μου. Μας είχαν εξομολογήσει εκείνη την μέρα, ήταν η σειρά μας. Δεν ξέρω γιατί μας έπαιρναν μαζί. Ίσως έβλεπαν πως είχαμε μια σχέση ιδιαίτερη. Το έκαναν όμως πάντα. Εγώ στο ιερό. Εσύ στο εξομολογητήριο. Πίσω στην τάξη μετά. Σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Ξανά και ξανά και ξανά.

Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που είχα δει στη θλιβερή ζωή μου, Νίκολα. Τα κλειστά σου βλέφαρα μια ανάσα από τα δικά μου. Τα σγουρά μαλλιά σου γύρω από το πλατύ κεφάλι και τα μάγουλα  σου χλωμά και νωπά. Και έπειτα, τα δάχτυλα σου πάνω στο μέτωπό μου, στις βλεφαρίδες μου, γύρω από τα ρουθούνια μου και την άκρη των χειλιών μου. Δεν ξέρω γιατί, όμως εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε το πιο φυσικό, το πιο αναγκαίο πράγμα στον κόσμο. Έσκυψα και σε φίλησα, με αγκάλιασες, τύλιξες τα πόδια σου γύρω μου. Μπήκα μέσα σου. Μετά εσύ. Ω, πόσο άχαρα και άβολα μπήκες μέσα μου. Υποθέτω το ίδιο έκανα κι εγώ. Καθώς ξημέρωνε, κρατιόμασταν αγκαλιά, χωρίς λέξεις, χωρίς ματιές.

Το σώμα σου με έσωσε, Νίκολα. Εκείνοι ερχόντουσαν ξανά και ξανά και βάφτιζαν τον θάνατο αστείο κι εμείς, κάτω από τα σεντόνια εκείνο που είχε ο κόσμος για διαστροφή, το βαφτίζαμε ζωή. Δεν σε επιθύμησα ποτέ. Ούτε τότε, ούτε μετά. Σαρκικά, στο άγγιγμα σου ήμουν ίδιος με πτώμα. Μέσα όμως, η ζέστη των δαχτύλων σου, η ασφάλεια της αγκαλιάς σου δεν μπορούσε παρά να είναι μόνο ένα πράγμα. Αγάπη. Και την είχα ανάγκη την αγάπη. Και εγώ και, αλίμονο, εσύ κι αν την είχες ανάγκη!

Τα λίγα χρόνια που απέμεναν μέχρι να μπορέσουμε να φύγουμε από την κόλαση τους, τα χρωστάω σε εσένα, αγαπημένε μου αδελφέ. Στην αγάπη που χρειαζόσουν να δώσεις και σε εκείνη που χρειαζόσουν να πάρεις.Και ό,τι ανθρώπινο έχω μέσα μου. Κι αυτό το οφείλω στην αγκαλιά σου.

Όταν φύγαμε, εσύ για τη Νάπολι κι εγώ για το πανεπιστήμιο ήξερα πως δεν θα σε έβλεπα ξανά ποτέ. Όμως, μετά από λίγο καιρό μακριά από εκείνο το κολαστήριο είχα την ευκαιρία να σκεφτώ. Και σκέφτηκα πολύ, όλα αυτά τα χρόνια. Τότε διαπίστωσα πως σε όσα ήσουν για μένα έπρεπε να προσθέσω κάτι παραπάνω από την αγάπη και την ελπίδα, καλέ μου Σπεράρε. Έπρεπε να προσθέσω και το δικαίωμα της επιλογής, της φυσικής, ανθρώπινης επιλογής. Να διαλέγω την προσφορά του σώματος. Σε εσένα, αδελφέ μου. Ήσουν περισσότερα από αγάπη, ναι. Ήσουν ελευθερία μέσα σε μία φυλακή που χωρίς αυτή την επιλογή θα είχε γίνει αιώνια.»

Σταματάει ξανά. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο, κοιτά νευρικά τον μακρύ χαλικόδρομο μέσα από τα μάρμαρα και τα κυπαρίσσια. Στο βάθος βλέπει μια μαύρη μορφή να πλησιάζει.

«Πέρασα πέντε χρόνια χωρίς να αγγίξω άλλον άνθρωπο. Έψαχνα τον έρωτα εκεί που πίστευα πως έπρεπε. Δεν είχα μάθει τίποτα διαφορετικό, άλλωστε. Οι συμφοιτητές μου. Όμορφα αγόρια, με γερές πλάτες και μακριά μαλλιά, γεμάτοι αφέλεια, ζωντανά μάτια και ούτε ίχνος σκιάς. Δεν τα κατάφερα. Μου άρεσαν υπερβολικά πολύ οι γυναικείες αναλογίες για να μπορέσω να απολαύσω το αντρικό κορμί. Ήμουν ξανά χαμένος. Μέχρι που ήρθε εκείνη. Και τότε σε ξέχασα, αδελφέ μου. Δεν της είπα τίποτα για εκείνο το ορφανοτροφείο, τίποτα δεν υπήρχε για να πω. Είχα επιβιώσει, άλλωστε. Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν είπα τίποτα.

Όμως τώρα…»

Η μορφή είναι πιο κοντά. Είναι ένας ιερέας, δείχνει νέος. Υπερβολικά ανήσυχος, υπερβολικά βλοσυρός για την ηλικία του. Το ράσο του ανεμίζει νευρικά σε κάθε του βήμα.

«Τώρα πρέπει να στο πω και ίσως, ίσως τώρα μπορείς να με ακούσεις. Σε ευχαριστώ, Νίκολα Σπεράρε. Αδελφέ μου.»

Πετάει το αποτσίγαρο του, κρύβει το πρόσωπο με τα χέρια και αφήνεται σε όσα κρατούσε χρόνια καλά κλεισμένα. Κι αυτό, του χαρίζει μια αίσθηση θλιμμένης ελευθερίας.

«Κύριε!»

Ακούει δίπλα του μια φωνή απαλή και την ίδια στιγμή ανήσυχη.

«Καλέ μου κύριε…»

Νοιώθει ένα χέρι στον ώμο του.

«Είναι περασμένη η ώρα. Δεν επιτρέπεται να είστε εδώ.»

Σηκώνει το πρόσωπο. Παγώνει.

«Είστε καλά;»

Δεν μπορεί να μιλήσει. Αυτός ο νέος άντρας. Αυτός ο ιερέας…

«Είστε μόνος, κύριε; Υπάρχει κάποιος εδώ που μπορεί να σας συνοδεύσει;»

Το ράσο του. Το λευκό κολάρο. Ο σταυρός. Τα μαλλιά. Τα μάτια, ώ Θεέ μου, εκείνα τα μάτια, τα μαύρα, φλογισμένα μάτια!

«Με ακούτε, κύριε;»

Ψελλίζει ένα αδύναμο «ναι», γυρίζει και κοιτάζει το χέρι στον ώμο του, τα μάτια του ξανά, δεν μπορεί, όχι, δεν μπορεί, δεν είναι εκείνος, όμως τα μάτια του… Τα μάτια του!

«Πώς σας λένε;»

«Τζερολάμο Εμιλιάνι» απαντάει δειλά και είναι ξανά παιδί, ένα μικρό, φοβισμένο, μόνο αγόρι.

«Συγχωρέστε με, κύριε Εμιλιάνι. Είμαι πολύ νέος κι εσείς πολύ μεγάλος. Δεν μου είναι εύκολο να σας αποκαλέσω «τέκνο μου», αν και αυτό θα ήταν το σωστό.»

Ο Τζερολάμο δεν απαντάει. Ένα ρίγος διαπερνά το κορμί του και προσπαθεί να ελευθερωθεί από το άγγιγμα του ιερέα.

«Το νεκροταφείο έχει κλείσει, κύριε Εμιλιάνι. Πρέπει να φύγετε. Λυπάμαι.»

Δεν απαντά, δεν μπορεί. Είναι νέος, ναι. Τα χείλη του είναι γλυκά, το στόμα του αγνό, τα χέρια του καθαρά, είναι όμορφος. Όμως εκείνα τα μάτια καίνε μέσα του, μολύβδινα. Κοιτά γύρω του.

«Να σας βοηθήσω να σηκωθείτε;»

«Όχι! Όχι!»

Απλώνει το χέρι και πιάνεται από το καρότσι που έχουν παρατήσει εκεί οι εργάτες. Σηκώνεται με δυσκολία.

«Χάσατε κάποιον δικό σας;»

Κοιτά το χώμα και μετά τον νεαρό ιερέα.

«Ναι», απαντάει δειλά.

«Λυπάμαι πολύ, κύριε Εμιλιάνι», λέει ο ιερέας. Δείχνει να το εννοεί. «Ήταν κάποιος κοντινός σας;»

Χάνεται μέσα στο σκοτάδι των ματιών του. Τρέμει. Όχι από φόβο. Όχι από πόνο. Από θυμό.

«Ήταν ο αδελφός μου.»

Ο ιερέας κουνάει το κεφάλι και πιάνει τον σταυρό του. Χαράζει το σημάδι του στον αέρα. Ο Τζερολάμο σφίγγει τα φρύδια και τα δόντια. Τα μάτια τον τρώνε ζωντανό, ξανά και ξανά και ξανά. Κοιτάζει γύρω του.

«Θέλετε να προσευχηθούμε μαζί; Για την ψυχή του;»

Για την ψυχή του! Του μιλάει για μία ψυχή που δεν μπόρεσε ποτέ να σπάσει. Του μιλάει για το κλειδί που άνοιξε το κελί του. Αυτός! Το φτυάρι είναι κοντά, πεσμένο μπροστά στα πόδια του.

«Ναι… πάτερ. Ναι.»

Ο ιερέας χαράζει ξανά το σύμβολο του σταυρού, πάνω του αυτή τη φορά. Ο Τζερολάμο μπορεί να σκύψει εκεί ακριβώς, τώρα που τα μάτια είναι κλειστά και δεν ξεπηδάει από μέσα τους η κόλαση, τώρα…

«In nomine Patris…»

… θα απλώσει το χέρι, θα κλείσει τα δάχτυλα γύρω από το ξύλο, ναι…

«…et Filli…»

Δεν ήταν γιος κανενός, ήταν μόνος, θα σηκώσει το φτυάρι, του γύρισε την πλάτη, κοιτά προς τον φρέσκο τάφο του Νίκολα τώρα. Θα το σηκώσει και θα το κατεβάσει με όση δύναμη του απομένει πάνω στο κεφάλι του. Το αίμα θα τρέξει πάνω στο χώμα, ναι Νίκολα. Και τότε… τότε θα κλείσουν για πάντα αυτά τα μάτια. Σκύβει. Και τότε ακούει τον ιερέα.

«…et Spiritus Sancti…»

Τα γόνατα του λυγίζουν. Πέφτει στον χαλικόδρομο. Ένα Άγιο Πνεύμα. Ένα λευκό περιστέρι. Αντίο, Νίκολα, αντίο.

Ο ιερέας προσπαθεί να τον βοηθήσει να σηκωθεί, ρωτάει αν είναι καλά, ο Τζερολάμο κλαίει και φωνάζει.

«Βγάλτε με από εδώ μέσα! Βγάλτε με πάλι έξω! Φτάνει τόσο, φτάνει, φτάνει!»

***

Το βράδυ τον βρίσκει στην ίδια ξύλινη καρέκλα, μπροστά στην ίδια τζαμαρία. Η Φελίπε πήρε τον πρωινό καφέ ανέγγιχτο, την εφημερίδα σκισμένη. Έμεινε μόνο το χρωματιστό δέμα πάνω στο τραπέζι. Ακούει την πόρτα του δωματίου.

«Παππού;»

Της φωνάζει να περάσει. Εκείνη τον πλησιάζει. Κάθεται δίπλα του και περνάει το χέρι της γύρω από τους ώμους του.

«Δύσκολη μέρα, παππού μου;»

Της χαμογελάει.

«Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα», απαντάει γελώντας.

«Τον χαιρέτησες τον φίλο σου;»

Κουνάει το κεφάλι.

«Πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο. Ήταν ο άνθρωπος σου, τότε», μονολογεί η Ζιλμπέρτα.

«Ναι, γλυκιά μου. Αυτό ήταν.»

«Κρίμα που δεν τον βρήκες νωρίτερα. Θέλω να πω, σκέψου πόσα πράγματα είχατε να πείτε.»

Ο Τζερολάμο ξεσπάει σε γέλια. Είναι τόσο άγρια που πνίγεται από τον βήχα και γέρνει το σώμα του μπροστά για να συνέλθει. Εκείνη τον κοιτά ανήσυχα, γεμάτη απορία.

«Γιατί γελάς;», ρωτάει όταν βεβαιώνεται πως είναι καλά.

«Γιατί, καλή μου Ζιλμπέρτα, με τον Νίκολα Σπεράρε, εκείνο τον φίλο που έφυγε σήμερα, δεν μιλούσαμε ποτέ. Αλλά ακόμα και έτσι, κι αν τυχαία πέρασα δίπλα του στον δρόμο κάποια στιγμή μέσα στα χρόνια, εκείνος δεν θα με αναγνώριζε.»

Η Ζιλμπέρτα δεν καταλαβαίνει. «Γιατί;»

«Γιατί, αγάπη μου, ο Νίκολα Σπεράρε, δεν μπορούσε να δει, ούτε να ακούσει. Κι αφού δεν μπορούσε να δει ή να ακούσει, δεν έμαθε ποτέ του να μιλά, μόνο μούγκριζε και έβγαζε κάτι ήχους ίδιους με του προβάτου.»

Φέρνει το χέρι στο στόμα της, τα μάτια της είναι υγρά.

«Πώς γίνεται φίλοι χωρίς να μιλάτε ή έστω, να βλέπεστε;»

Χαμογελάει όμως αποφεύγει να την κοιτάξει.

«Έχουν τρόπους τα παιδιά να δείξουν ότι αγαπούν.»

«Ναι, αλλά πώς;», επιμένει εκείνη. «Τι κάνατε;»

Του σβήνει το χαμόγελο. Καρφώνεται στα μάτια της. Όμορφα, καθαρά, μεγάλα καστανά μάτια.

«Αστεία», απαντάει. «Κάναμε αστεία.»

***

Περπατάει στην πλατεία, ο ήλιος του καίει το πρόσωπο, γύρω του πετάνε κοπάδια περιστεριών με συντονισμό που εξηγεί την αρμονία της Αναγέννησης, πάνω στα κεραμίδια ερωτοτροπούν, μαλώνουν για ξερά ψίχουλα και σπόρια, ανοίγουν τα φτερά τους, βουτάνε στους Τέσσερις Ποταμούς, γύρω από τον Ποσειδώνα και κουρνιάζουν στους ώμους του Μαυριτανού. Ο Μπερνίνι το ήξερε. Το ήξερε καλά πως τα περιστέρια θα δώσουν στα αγάλματά του φτερά. Γι’ αυτό δεν τα σκάλισε ο ίδιος στην πλάτη κανενός.

Βρίσκει ένα τραπεζάκι μέσα στο φως. Ταιριάζει το φως στο Αντίκο Μπιάνκο. Παραγγέλνει καφέ, ανάβει τσιγάρο. Ακουμπάει το μικρό δέμα με την κόκκινη κορδέλα πάνω στο τραπέζι και κοιτά την πλατεία. Τόση ζωή σε λίγα μόλις μέτρα. Πώς λες αντίο; Πώς αποδέχεσαι το τέλος όταν έχεις παλέψει τόσο σκληρά για μια αρχή;

Ρουφάει μια γουλιά. Σκέτος και δυνατός. Χαμογελάει.

Πιάνει το πακέτο. Τραβάει την κορδέλα και βλέπει.

Είναι μια κορνίζα και μέσα, μια παλιά φωτογραφία. Η Ζιλμπέρτα δεν φαίνεται, έχει την πλάτη στη μηχανή. Ο Τζερολάμο βλέπει τον εαυτό του σε μια άλλη εποχή. Την κρατάει στην αγκαλιά του και την κοιτάει, το στόμα του κοντεύει να σκιστεί από το χαμόγελο. Τα μάτια του είναι στενά, μικρές γαλάζιες χαραμάδες γεμάτες φως που περισσεύει. Από κάτω η Ζιλμπέρτα με μαύρο, λεπτό μαρκαδοράκι έχει γράψει λίγες λέξεις. Λένε:

«Τα μάτια δεν τα ξεχνάς ποτέ.»


Το παρακάτω αρκεί για αναφορά.

Όλα τα υπόλοιπα μπορείτε εύκολα να τα βρείτε και μόνοι σας.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Hippy Foodie

Ημερολόγια Διατροφικής Επανάστασης

Pluma Verbi

Coffee, books and thoughts

simple Ula

I want to be rich. Rich in love, rich in health, rich in laughter, rich in adventure and rich in knowledge. You?

worldtraveller70

ΑΚΑΝΘΟΧΟΙΡΟΣ ii

Χρεωκοπημένοι Καιροί

Indebting Times (in Greek)

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

tasty life

tasty ways for soul & body

GynaikaEimai

Γυναίκα.... Σύζυγος, εργαζόμενη, μητέρα, νοικοκυρά, ερωμένη... 1000 ρόλοι να χωρέσουν ασφυκτικά σ' ένα έρμο 24ωρο! Είμαστε η Σοφία, η Χρύσα και η Κική! Μαζί θα γελάσουμε, θα κλάψουμε, θα προβληματιστούμε, θα συζητήσουμε με & για όλα όσα απασχολούν τη σημερινή γυναίκα! Ελάτε στην παρέα μας!

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

sifiniera

φύλλο λευκό, χαρτί

Book Tales

Once upon a time....

makestorytelling.com

Αυτοτελείς Ιστορίες που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από Μυθιστόρημα. Εδώ θα βρεις όλα τα Πρόσωπα της Διπλανής Πόρτας. Πρωταγωνιστές που ίσως σου θυμίσουν κάτι... Αν είσαι παιδί, έφηβος ή ενήλικας τότε είσαι στις σωστές ιστορίες για εσένα & είναι πάντοτε έτοιμες να τις ανακαλύψεις... Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς...

My secret book

you can find me in Instagram @mysecretbook

Luna Corde

The soul is the most beautiful masterpiece

A Court of Boooks

💗by Stella and Ioanna💗

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Αρέσει σε %d bloggers: