4.449km

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΪΟΝ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ Ή ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ.

HOMO NOCTURNUS


«Πολλά μέλη συμμοριών και μερικοί πολύ κακοί άνθρωποι έχουν αναμιχθεί μέσα στο καραβάνι που πλησιάζει τα Νότια σύνορά μας.  Σας παρακαλώ να γυρίσετε πίσω, δεν θα γίνεται δεκτοί στις Ηνωμένες Πολιτείες αν δεν ακολουθήσετε την νόμιμη διαδικασία. Αυτό που συμβαίνει αποτελεί εισβολή στη Χώρα μας και ο Στρατός μας σας περιμένει!»

Donald J. Trump, Πρόεδρος Η.Π.Α.


Ο Τζόνι Γουάιλντερ Τζούνιορ κάθεται στο γραφείο του και στρίβει ένα κέρμα πάνω στην ξύλινη επιφάνεια. Το παρακολουθεί να πέφτει μετά από μερικές στροφές και κουνάει το κεφάλι. Το ‘χει παρατηρήσει αμέτρητες φορές όλα αυτά τα χρόνια, καθισμένος σε εκείνο το γραφείο, στρίβοντας ξανά και ξανά το ίδιο εικοσιπεντάρι.

«Αφεντικό, είσαι έτοιμος;»

Από την ανοιχτή πόρτα βάζει μέσα στο γραφείο το μισό του σώμα ο Έντι. Ο Τζόνι σηκώνει το βλέμμα και τον κοιτά κάτω από το καπέλο του.

«Μπες μέσα», λέει κοφτά και γυρίζει ξανά το κέρμα. Καθώς φέρνει βόλτες, αντανακλά τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Ο Έντι υπακούει.

«Έφτασαν οι πρώτοι, Τζόνι», λέει ανυπόμονα. «Τα αγόρια είναι έτοιμα, δεν κρατιούνται.» Ο Τζόνι ακουμπάει το σαγόνι του πάνω στο γραφείο και σηκώνει τα βλέφαρα. Δεν παίρνει το βλέμμα του από το κέρμα που ακόμα γυρίζει.

«Ξέρεις, Έντι… Είμαι δώδεκα χρόνια επικεφαλής σ’ αυτό τον σκατόλακο…»

«Το ξέρω αφεντικό. Και κάνεις καλή δουλειά, τα αγόρια έχουν να το λένε», απαντάει ο Έντι αλλά ο Τζόνι δεν τον ακούει.

«Έχω στρίψει χιλιάδες φορές αυτό το κέρμα και ξέρεις τι πρόσεξα, Έντι;»

Ο Έντι δεν απαντάει.

«Πρόσεξα, που λες, ότι εννιά φορές στις δέκα, κερδίζει αυτός ο αετός και μόλις μία ο Γουάσινγκτον.»

«Αλήθεια;», ρωτάει ο Έντι και κοιτά έξω από το γραφείο προς τον περίβολο. Τα τζιπ είναι έτοιμα.

«Ναι, αλήθεια. Με προβλημάτισε αρκετά όλο αυτό το κόλπο με το κέρμα, Έντι. Γιατί, αν ο Γουάσινγκτον έφτιαξε αυτή τη σπουδαία χώρα, πώς και δεν φέρνει τούμπα τον αετό. Πώς την αφήνει να τον καπακώσει;»

Ο Έντι κουνάει το κεφάλι και μουγκρίζει.

«Και μετά κατάλαβα», συνεχίζει ο Τζόνι ενώ το κέρμα αρχίζει να επιβραδύνει. «Κατάλαβα ότι δεν φταίει ο Γουάσινγκτον, Έντι. Φταίνε εκείνες οι λέξεις που είναι γραμμένες δίπλα στο μούτρο του, τις διάβασες ποτέ;»

«Όχι αφεντικό, είναι πολύ μικρά τα γράμματα κι εγώ έχω πρόβλημα, δεν βλέπω πέρα από την μύτη μου χωρίς γυαλιά», του απαντάει και γέρνει τον τεράστιο όγκο του στο δοκάρι της πόρτας.

«Ε λοιπόν, Έντι, σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα. Θα σου πω τι λένε», συνεχίζει ο Τζόνι και σηκώνει το κεφάλι του για να δει την πλευρά του κέρματος που έχει πλέον σταματήσει πάνω στο γραφείο.

Σκύβει, κοιτάει και χαμογελάει.

«Λένε «στον Θεό εναποθέτουμε την εμπιστοσύνη μας». Γι’ αυτό χάνει ο γέρο- Τζορτζ. Και ο Αετός κερδίζει, Έντι. Η Αμερική κερδίζει κάθε πρόσωπο, κάθε ηγέτη που είχε, κάθε Πρόεδρο. Η Αμερική κερδίζει πάντα, Έντι, ξέρεις γιατί;»

Ο Έντι τον παρακολουθεί καθώς σηκώνεται, βγάζει το καπέλο και στρώνει τα ξανθά μαλλιά του που γκριζάρουν άγρια. Όπως τον κοιτά, τα μπλε μάτια του είναι σφιγμένα, μαραμένα μέσα σε ένα κουβάρι από ρυτίδες.

«Γιατί σε αντίθεση με κάθε άλλο ηλίθιο χοντρομαλάκα, η Αμερική δεν εναποθέτει την εμπιστοσύνη της στον Θεό. Η Αμερική δεν εναποθέτει πουθενά την εμπιστοσύνη της. Γιατί;»

Ο Έντι χαμογελάει. «Γιατί έχει εμάς, αφεντικό», απαντάει.

Ο Τζόνι αποκαλύπτει τα δόντια του.

«Σωστά, αγόρι μου», λέει και περπατάει προς το μέρος του Έντι. «Πόσοι;»

«Μερικές εκατοντάδες», απαντάει ο Έντι και παραμερίζει για να περάσει ο Τζόνι. «Αλλά είναι οι πρώτοι. Σύντομα περιμένουμε κι άλλους.»

«Έξι τζιπ, είκοσι τέσσερα αγόρια. Φτάνουν τόσοι.»

«Κι αν προσπαθήσουν να περάσουν τον φράχτη; Τι κάνουμε τότε, αφεντικό;»

Ο Τζόνι γυρίζει προς το μέρος του, το πρόσωπο του σκληραίνει.

«Έντι, είσαι εδώ, πόσο; Έξι μήνες;»

«Και κάτι μέρες, αφεντικό.»

«Δεν σε ρώτησα ποτέ… Παιδιά έχεις;»

Ο Έντι σφίγγεται και παρά το ότι είναι τουλάχιστον ένα κεφάλι ψηλότερος από τον Τζόνι και πολύ νεότερος κάνει ένα δειλό βήμα προς τα πίσω.

«Δύο κορίτσια, αφεντικό. Στο γυμνάσιο.»

Ο Τζόνι γυρίζει προς το γραφείο, παίρνει από την πλάτη της καρέκλας το γιλέκο του και το φοράει προσεκτικά, φροντίζοντας να ασφαλίσει καλά του ιμάντες.

«Αυτοί οι τύποι που έφτασαν ως εδώ, Έντι αγόρι μου, δεν είναι όλοι καινούργιοι.»

«Τι εννοείς αφεντικό;»

«Δεν ξέρω αν θυμάσαι το παλιό Λος Άντζελες αλλά μπορώ να σου πω ότι δεν τολμούσες να βγεις από το σπίτι σου όταν έπεφτε η νύχτα. Οι συμμορίες έκαναν κουμάντο», συνεχίζει να μιλάει ενώ φοράει ξανά το καπέλο του και διασχίζει το δωμάτιο μέχρι τα ξύλινα ντουλάπια στον τοίχο πίσω από τον Έντι. «Μετά τους μαζέψαμε και τους στείλαμε πίσω στη σκατότρυπα που είχαν για χώρα», λέει και φέρνει το πρόσωπό του λίγα εκατοστά μακριά από του Έντι τεντώνοντας το σαγόνι για να μειώσει την απόσταση μεταξύ τους. «Και τώρα επιστρέφουν, Έντι. Τώρα φέρε στο μυαλό  σου τα γυμνασιόπαιδά σου και σκέψου ότι ένας από αυτούς πάει να περάσει τον φράχτη. Τι θα κάνεις;»

Ο Έντι τον κοιτά για μια στιγμή, έπειτα τα φρύδια του σμίγουν και τα μάτια στενεύουν.

«Θα τον σκοτώσω, αφεντικό.»

«Όχι, Έντι, δεν θα τον σκοτώσεις», του απαντάει και φέρνει το χέρι του στον ώμο. «Θα φροντίσεις να κερδίσει ο αετός. Αυτό θα κάνεις.»

Γυρίζει ξανά προς το γραφείο. «Ετοίμασέ τους. Σε πέντε φεύγουμε.»

Ο Έντι πετάει ένα «μάλιστα» και φεύγει προς τον περίβολο της Εθνοφυλακής φωνάζοντας «πάμε, πάμε, πάμε αγόρια!»

Ο Τζόνι, ανοίγει το συρτάρι του γραφείου, βγάζει ένα σακουλάκι, στρώνει μία λευκή τελεία πάνω στην ανάστροφή του χεριού του, σκύβει και τραβάει τη σκόνη με τη μύτη. Γέρνει πίσω στην καρέκλα και κλείνει τα μάτια.

Όταν τα ανοίγει ξανά ξέρει τι πρέπει να γίνει. Μαζεύει την σκόνη και την βάζει πάλι στο συρτάρι.

Ο Τζόνι έψαξε. Ο Τζόνι σηκώθηκε με το χέρι μέσα στο συρτάρι. Ο Τζόνι χαμογέλασε, έκλεισε το συρτάρι και με το μέταλλο μπρος στα μάτια του, πήγε προς την πόρτα.

Ο Τζόνι πήρε το όπλο του.

***

Η Ονόρα είναι σκυμμένη πάνω από ένα μπολ χαλαπένιος και τις ξεπλένει από το αλάτι. Δίπλα της έχει ανοιχτή την τηλεόραση, έτσι για την παρέα. Από το στενό διάδρομο ακούει την πόρτα να ανοίγει.

«Μιγκέλ; Κλάρα;» φωνάζει.

«Λάθος και στα δύο, θεία. Ο Χέκτορ είμαι.»

Τα παρατάει και τρέχει προς την είσοδο ενώ σκουπίζει τα χέρια της πάνω στη μπλούζα.

«Καρδιά μου», αναφωνεί μόλις τον βλέπει και απλώνει τις παλάμες στα μάγουλα του. «Ξύπνησες, αγοράκι μου;»

Φέρνει τα χείλη της στο μέτωπο και τα μάγουλά του, τον φιλάει τρεις φορές, παίρνει απόσταση και χωρίς να τραβήξει τα χέρια από το πρόσωπό του τον κοιτάζει μέσα στα μάτια και χαμογελάει.

Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, η σκέψη πετάγεται βολίδα μέσα στο κεφάλι του -τι μουνάρα πρέπει να ήταν η θεία στα νιάτα της!-, ρίχνει το βλέμμα για λίγο στο πάτωμα, τα μάγουλα του κοκκινίζουν, όταν όμως την κοιτά ξανά, πίσω από την καμπούρα, τις ρυτίδες και τα σάπια δόντια δεν βλέπει την έφηβη, αλλά το χέρι που τον μάζεψε από τα πεζοδρόμια όταν σκοτώθηκαν οι γονείς του.

Ακουμπάει το χέρι του στην ράχη του δικού της και της χαμογελάει.

«Πες αλήθεια», της λέει πονηρά, «έλα, μην το κρύβεις από μένα, δεν θα το πω πουθενά.»

Σκοτεινιάζει εκείνη για μια στιγμή. Αν ο Χέκτορ δεν ήταν μόνο δεκατεσσάρων χρονών, αν ήξερε τις περίεργες γωνίες των μεγάλων και δεν ήταν όλα μια μεγάλη ευθεία, όπως πρέπει να είναι όταν το αίμα βράζει, θα καταλάβετε πως ο φόβος φτάνει στα μάτια των ανθρώπων όταν έχουν κάτι να κρύψουν ή από κάτι να εξαρτηθούν.

«Τι να σου πω, καρδιά μου;», τον ρωτάει αμήχανα.

«Για τα όμορφά σου μάτια ξεκίνησαν οι Μάρας τον πόλεμο, όχι για την κόκα.»

Εκείνη κάνει τον σταυρό της, κοίτα ψηλά και μουρμουρίζει, «άγιε Πατέρα, τι θα κάνω με αυτό το παιδί», τον χτυπάει απαλά όμως τα μάτια της μαρτυρούν ακόμα μεγαλύτερο φόβο, βαθύτερο σκοτάδι.

«Χέκτορ Οτσοά, μην λες τέτοια λόγια, εσύ, από όλα τα παιδιά της Ονδούρας, θα ‘πρεπε να ξέρεις καλύτερα!»

Εκείνος γελάει.

«Γιατί ειδικά εγώ, θεία μου; Οι Μάρας σκοτώνουν καμιά σαρανταριά κάθε εβδομάδα. Λες να είμαι ο μόνος με γονείς νεκρούς από συμμορίτη;»

Ανοίγει την πόρτα και κάνει να βγει. Εκείνη του αρπάζει το χέρι.

«Πού πας τώρα;»

«Για καφέ. Τι σ’ έπιασε; Θα τον πάρω και θα γυρίσω», απαντάει και γυρίζει προς το μέρος της. «Η Κλάρα;»

«Στο Νοβεδάδες Τιτίκο. Δουλεύει πρωί.»

«Ο άλλος;»

«Ο Μιγκέλ, Χέκτορ. Ο Μιγκέλ! Για τον Θεό, έχει όνομα!»

Ο Χέκτορ κουνάει το κεφάλι.

«Το είδες το τατουάζ, θεία;»

Εκείνη σκύβει το κεφάλι.

«Δεν είναι ο Μιγκέλ πια , θεία. Είναι ό,τι του πει η Μάρα Δεκαοχτώ, εντάξει;»

«Είναι ο μεγάλος αδελφός σου», μουρμουρίζει εκείνη. «Δεν γύρισε ακόμα.»

Ο Χέκτορ ανοίγει την πόρτα και βγαίνει. Καθώς το κάνει βρίζει. Εκείνη κλείνει πίσω του, γυρίζει στον πάγκο της κουζίνας και συνεχίζει την δουλειά της. Θα φτιάξει φαί για τέσσερις. Μπορεί να χρειαστεί μόνο για τρεις. Με τις Μάρας ποτέ δεν ξέρεις. Κάποια μέρα, το ‘χει σίγουρο ότι θα περισσέψει μια μερίδα.

Δίπλα της παίζει ακόμα η τηλεόραση. Ο κόσμος μαζεύεται στον σταθμό υπεραστικών του Σαν Πέδρο Σούλα. Θα φύγουν στο τέλος της εβδομάδας, λένε. Δεν είναι λίγο. Είναι μάλιστα πάρα πολύ. Παραπάνω από όσο έχουν συνηθίσει πια στον θάνατο. Δεκαεννιά παιδιά. Ξαφνικά την παίρνει το παράπονο. Φέρνει τα χέρια να σκουπίσει τα μάτια, η αλμύρα και η καψαϊκίνη την τυφλώνουν. Ανακουφίζεται. Να ‘χε μόνο κάτι να βουλώσει και τα αφτιά της.

***

Έξω από το μανάβικο. Δίστασε για λίγο μόλις τους είδε ακουμπισμένους στα τελάρα με τους ανανάδες. Κάνα δυο τους ήξερε, τους είχε δει στη γειτονιά να μεγαλώνουν, ένα βήμα μπροστά εκείνοι όλο νεύρο και πατημένο γκάζι, ασταμάτητοι, άπιαστοι, στο ύψος, στις αντρικές κουβέντες, στις γκόμενες, στην ύπαρξη ακόμα. Τους παρατηρούσε όλο θαυμασμό και φόβο.

«Έι, εσύ!»

Δεν υπάρχει επιστροφή, δεν υπάρχει άλλη λύση, μόνο μπροστά. Σέρνει τα βήματα του και τους κοιτάει λοξά.

«Όνομα.»

Σηκώνονται και τον κυκλώνουν. Είναι τέσσερις, παίζουν στα χέρια χασομέρικα πεταλούδες, οι λαιμοί τους είναι γεμάτοι σχέδια. Τέσσερα αστέρια, τρεις σταυροί, δύο χελιδόνια, μία λεπίδα.

«Χέκτορ.»

Ένας τον πλησιάζει, δεν είναι παραπάνω από είκοσι χρονών.

«Επίθετο.»

«Οτσοά.»

«Σαν τον ποδοσφαιριστή, ε;»

Ο Χέκτορ τον κοιτά μέσα στα μάτια.

«Άρεσε στον πατέρα μου η μπάλα», απαντάει κοφτά.

Μένουν έτσι για λίγο.

 «Ποιος σε έστειλε, ρε πουστόπαιδο;»

Σκύβει πάνω του και τον σκεπάζει. Ο Χέκτορ δεν λυγίζει.

«Καφέ θέλω.»

Ο άλλος γελάει, τον πιάνει από τον γιακά, ξεδιπλώνει μία δίκοπη πεταλούδα με μαεστρία και την περνάει κάτω από τον λαιμό του.

«Τον ξέρω, μένει εδώ κοντά με τη θεία και τ’  αδέλφια του», πετάγεται πίσω από την πλάτη του ένας από τους τρεις που τόση ώρα κοιτούσαν. «Τον γέρο του τον έφαγαν πριν δύο χρόνια στη γειτονιά. Ο Χούλιο Κορτάσαρ, τον θυμάσαι; Εκείνος ο μπάσταρδος της Μάρα Δεκαοχτώ.»

Η πεταλούδα μαζεύεται, η λαβή χαλαρώνει.

«Άρα είσαι δικός μας», του λέει ο ψηλός άντρας που τον κρατάει ακόμα.

«Δεν είμαι κανενός. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μου, δεν έχω καμιά δουλειά με την κόκα και τα πουταναριά», απαντάει και την ίδια ώρα ξέρει πως τα λόγια του είναι κούφια. Δεν έχει πίσω. Μόνο μπροστά.

«Άκου, Χέκτορ Οτσοά», του λέει ο νεαρός που τόση ώρα τον κρατά καθηλωμένο στη θέση του, « η Μάρα Σαλβατρούτσα, τα παιδιά του δέκατου τρίτου δρόμου, είναι τώρα ο πατέρας σου. Καταλαβαίνεις;»

Ο Χέκτορ δεν απαντά.

«Έχεις λογαριασμούς με τη Μάρα Δεκαοχτώ. Όχι μεγαλύτερους από ότι έχουμε εμείς. Είτε το θες, είτε όχι, αυτός ο πόλεμος είναι όλων μας. Είσαι μικρός. Σκληρό το πεζοδρόμιο του Σαν Πέδρο για τα μικρά αγόρια. Πράγματα γίνονται. Ατυχήματα. Μπορεί κάποια μέρα να βρεθείς στο λάθος μέρος, την λάθος στιγμή. Καλό είναι τότε να έχεις κάποιον στο πλευρό σου. Σωστά;»

«Γιατί; Στο λάθος μέρος, την λάθος στιγμή είμαστε όλοι μας, έτσι κι αλλιώς. Τι θα αλλάξει;»

Ο ψηλός με τα τατουάζ φέρνει το χέρι πίσω από την πλάτη και τραβάει ένα όπλο. Βαρύ, γυαλίζει κάτω από τον ανυπόφορο ήλιο, το κουνάει επιδεικτικά και το κολλάει στο μέτωπο του Χέκτορ.

«Αυτό. Αυτό θα αλλάξει, Χέκτορ Οτσοά.»

Το χέρι σφίγγει την λαβή, το δάχτυλο τραβάει την ασφάλεια, ο Χέκτορ τεντώνει τον λαιμό του, αν είναι να φύγει, θα φύγει όρθιος, όχι πάνω στην λάσπη όπως έφυγε ο γέρος του, ο δείκτης αγκαλιάζει τη σκανδάλη.

«Η Μάρα Δεκατρία είναι το σπίτι σου. Η μάνα σου. Τα αδέλφια σου. Ο Θεός σου», του λέει και χαμογελάει. «Μαζί μας ή με τη λάθος στιγμή και τον λάθος τόπο.»

Ο Χέκτορ προσπαθεί να μην δακρύσει, το στόμα του τρέμει, ολόκληρος τρέμει.

«Αν είναι να το κάνεις, καν’ το», λέει με κόπο. «Αλλιώς άσε με να πάρω τον καφέ μου.»

Ο ψηλός άντρας ξεσπάει σε γέλια, μαζεύει το όπλο και τον αφήνει.

«Έχεις αρχίδια, Τσίκο! Μ’ αρέσεις! Άκου λοιπόν τι θα κάνουμε. Πήγαινε πάρε τον καφέ σου. Γύρνα σπίτι και ρούφα τον. Την Παρασκευή έλα να με βρεις εδώ και πες μου τι θα κάνεις. Έτσι, ακόμα κι αν τελικά σου φυτέψω μία σφαίρα στο άδειο  σου κεφάλι, δεν θα γίνει επειδή ήσουν ούτε στο λάθος μέρος, ούτε στη λάθος ώρα. Θα γίνει επειδή το σκέφτηκες και είπες να αυτοκτονήσεις. Εσύ, η θεία σου και τα αδέλφια σου.»

Περίμενε. Περίμενε λίγο… Λίγο ακόμα.

Σωριάστηκε πάνω στο χώμα του δρόμου μόλις έστριψαν στην γωνία. Από εκεί που βρισκόταν, η ζούγκλα έδειχνε να καταπίνει το μανάβικο με τους τσιμεντόλιθους, τον χωματόδρομο, το άδειο σπίτι της Μπιάνκα Βίλα, το χαμόσπιτο του Ενρίκε Γκόμεζ, ολόκληρη τη γειτονιά που είχε ερημώσει από θάνατο ή ελπίδα. Σηκώθηκε με κόπο.  Κοίταξε προς τις παρυφές του δάσους. Ο Ρίο Μπερμέχο σερνόταν βρώμικος. Στην άλλη όχθη απλωνόταν η Κολονίας Βίλας Ντελ Σολ, ένας τροπικός παράδεισος με επαύλεις και πανεπιστήμια. Όλοι περνούσαν κάποια στιγμή τον ποταμό Μπερμέχο, από την κόλαση που ζούσαν, στον παράδεισο των πλουσίων. Τους περνούσε ο Βαρκάρης απέναντι. Εκεί ήταν και το νεκροτομείο.

Πήρε καφέ. Άναψε τσιγάρο και τον ήπιε κοιτάζοντας το ποτάμι και πέρα από αυτό. Θα ήθελε να έχει ένα όπλο. Πόσο πολύ θα ήθελε. Ίσα για να ρίξει μια βολή μέχρι την πέρα όχθη. Όχι για να σκοτώσει. Μόνο και μόνο για να σπείρει στον παράδεισο ένα ίχνος ανησυχίας. Μία υποψία θανάτου. Κάτι από την κόλαση.  Αυτό του αρκούσε.

***

Επέστρεψε το βράδυ. Η θεία του έτρεξε να τον συναντήσει μόλις άκουσε την πόρτα. Τον ευχαρίστησε, τον καταράστηκε, τον φίλησε και αμέσως μετά τον έφτυσε. Πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του και τον οδήγησε στην κουζίνα. Η Κλάρα και ο Μιγκέλ ήταν εκεί, σκυμμένοι πάνω από πιάτα με τσιμιτσάνγκας και χαλαπένιος.

«Μικρέ μου! Πού ήσουν τόση ώρα;»

Η Κλάρα σηκώθηκε και τον φίλησε. Ο Μιγκέλ συνέχισε να τρώει χωρίς να τον κοιτάξει. Εκείνος ο σταυρός πάνω στο ξυρισμένο του κεφάλι, αυτό το στίγμα του θύμισε τις φάρμες του Γουέιν και του Ίστγουντ. Κι όλα τα κεφάλια μετρημένα και σημαδεμένα.

Πήρε τη θέση του αμίλητος κι άκουγε την Κλάρα να μιλάει χωρίς να παίρνει ανάσα. Η Ονόρα κουνούσε ζωηρά τα χέρια και γέμιζε πιάτα.

«Τίποτα να μην περισσέψει, ακούτε;»

«Δουλεύω διπλό πάλι αύριο. Η ανόητη η Άλμπα… την έβαλαν στο νοσοκομείο χθες.»

«Τρώγε. Όχι μόνο λόγια. Τι έπαθε το κορίτσι;»

«Πριν μια εβδομάδα έβγαλε γλώσσα σε έναν γείτονα. Την ξέρεις την Άλμπα, δεν το κρατάει κλειστό. Τον είδε να κατουράει στον τοίχο της και του έβαλε τις φωνές. Δεν θα γινόταν και τίποτα άμα ήταν πρωί ή πολύ βράδυ. Δώσε λίγες πιπεριές ακόμα, έχει; Ναι, όμως ήταν μεσημέρι, ο άλλος είχε κατεβάσει ένα σωρό ποτό και είχε κόσμο γύρω. Άρχισαν οι άλλοι να γελάνε και το έχασε.»

«Άντρες…»

Ο Χέκτορ πήρε μια πιπεριά με το χέρι. Καθώς το έκανε, ένοιωθε τον Μιγκέλ να τον κοιτάει λοξά.

«Ναι», συνέχισε η Κλάρα. «Πήρε το μασέτι…»

«Χριστέ μου!»

«… και άρχισε να την χτυπάει με την πλατιά μεριά, αλλά τι τα θες, θεία, ξέρεις πώς τα ακονίζουν, την χαράκωσε παντού, στα μπράτσα, στο στήθος, στην πλάτη.»

«Συνήλθε; Στο νοσοκομείο είναι ακόμα;»

«Συνήλθε, η ηλίθια, και μετά πήγε στους μπάτσους.»

«Θεέ μου! Να κάνει τι; Να κάνουν τι; Οι μισοί και παραπάνω κάνουν χειρότερα στις γυναίκες τους!»

«Μια πουτάνα είναι.»

Όλα σταμάτησαν. Μόνο το πιρούνι του ακουγόταν ακόμα που χτυπούσε πάνω στο πιάτο.

«Μιγκέλ, τι λες;»

Γύρισε και κοίταξε την θεία του.

«Με άκουσες, νομίζω.»

«Έτσι σου είπαν οι φίλοι σου να λες;»

Ο Χέκτορ τον κοιτούσε με τις κλειδώσεις των δαχτύλων του να ασπρίζουν καθώς έσφιγγε τη γροθιά του. Ούτε κατάλαβε ποιος μίλησε μα όποιος κι αν το έκανε, το έκανε με τη δική του φωνή.

«Μιγκέλ, της τη φυλούσε μετά. Την πέτυχε εχθές έξω από το σπίτι της. Τη βίασε. Και μετά τη χτύπησε πάλι με το μασέτι.»

«Καλά της έκανε.»

«Ήταν αδελφός σου, ρε μαλάκα; Είναι στη Μάρα;»

«Σταματήστε… αγάπες μου, σταματήστε.»

«Της έκοψε τα πόδια, ρε μαλάκα! Της τα έκανε κομμάτια.»

«Πήγαινε γυρεύοντας.»

«Έτσι θα κάνεις κι εσύ στην αδελφή μας, Μιγκέλ; Άμα σου μπει στη μύτη, θα την κόψεις;»

«Δεν θα περπατήσει ποτέ ξανά! Ακούς, Μιγκέλ;»

«Για όνομα του Θεού, σταματήστε!»

«Τέτοια σε μαθαίνουν τα αδέλφια σου στη Μάρα Δεκαοχτώ, ρε αρχίδι; Πώς να σφάζεις γυναίκες και να φυτεύεις σφαίρες σε αθώους; Πες το, ρε μπάσταρδε!»

Ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε πάνω από τον αδελφό του με τα χέρια περασμένα στον λαιμό του. Ο Μιγκέλ σηκώθηκε με δυσκολία. Ήταν μεγαλύτερος, ήταν ψηλός και γεροδεμένος. Βρέθηκε όρθιος στη μέση του δωματίου με τον Χέκτορ κρεμασμένο από την πλάτη του να προσπαθεί να σφίξει τα χέρια του, όλο και πιο πολύ. Τον έπιασε από τα μαλλιά και τον πέταξε πάνω στο τραπέζι. Με το ένα χέρι πίεζε το μάγουλο του πάνω σε σπασμένα γυαλιά και πιάτα και με το άλλο έπιασε μια χούφτα χαλαπένιος.

«Είχες μεγάλη όρεξη απόψε, αδελφέ. Σ’ αρέσουν οι πιπεριές, ε μικρέ;»

«Άφησέ με!»

«Τις κατεβάζεις δυο- δυο, ρε μπάσταρδε. Δυο- δυο! Ρώτα τη θεία να σου πει. Πού τις βρήκε τις χαλαπένιος, ρε μαλάκα.»

Η Κλάρα φωνάζει, η Ονόρα κλαίει βουβή, ο Χέκτορ σπρώχνει με τα χέρια, τεντώνεται προσπαθώντας να ελευθερωθεί, τα πιάτα σκορπάνε στο πάτωμα, τα πατάει ο Μιγκέλ που κρατάει με το ένα χέρι το κεφάλι του αδελφού του πάνω στο τραπέζι, πάνω στα κομμάτια ενός ποτηριού. Το μάγουλο του αιμορραγεί και λερώνει το τραπέζι, τα ρούχα του, το φαί, το σπίτι με οργισμένο αίμα.

«Η Μάρα τις πλήρωσε, Χέκτορ. Ακούς;»

«Αν δεν τους είχαν σκοτώσει, θα τις πλήρωνε ο μπαμπάς, ρε σκουπίδι.»

«Με τι; Με ποια δουλειά, αδελφέ;»

«Με τα χέρια του, γαμημένε. Όχι με την κόκα.»

«ΜΗ ΜΙΛΑΣ! Χωρίς τη Μάρα, θα είχαμε πεθάνει και εμείς. Τίποτα δεν θα ήμασταν αν είχα πει όχι. Εγώ νεκρός. Εκείνη πουτάνα, η θεία στο χώμα. Εσύ… εσύ φονιάς! Ακούς ρε; Εσύ φονιάς.»

Τον άφησε απότομα και έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Χέκτορ σηκώθηκε και τον κοίταξε. Στο κουρασμένο του πρόσωπο είδε δάκρυα. Στο δικό του ένοιωθε αίμα.

«Μας έσωσες δηλαδή, αδελφέ…»

«Σκάσε.»

«Θα θέλεις να σου πω «ευχαριστώ», σωστά;»

«Βούλωσέ το. Μόνο αυτό θέλω.»

«Να σου πει η Κλάρα τότε, που δεν την πούλησες ακόμα για να πάρουμε κι άλλες πιπεριές. Κι άλλες πιπεριές!»

Το όπλο βγήκε γρήγορα, η Ονόρα έτρεξε πάνω του ουρλιάζοντας, η Κλάρα μπήκε μπροστά στον Χέκτορ.

«Τράβα την, ρε! Ρίξε τη σφαίρα. Πες πως με πήρε με το μέρος της η Σαλβατρούτσα. Πήγαινε με στον γαμιά σου, στ’ αφεντικό σου. Πυροβόλα! Πες τους πως σκότωσες τον αδελφό σου για να αποδείξεις την αφοσίωση σου στη Μάρα. Καν’ το!»

Η Ονόρα έχει κρεμαστεί από το χέρι του Μιγκέλ, η Κλάρα αγκαλιάζει τον Χέκτορ και προσπαθεί να του κλείσει το στόμα με τα χέρια.

«Βούλωσ’ το…» ψελλίζει.

«Τράβα τη σκανδάλη. Υπάρχει μία σφαίρα με το όνομα του καθενός μας. Ρίξε εσύ τη δική μου. Ίσως σου δώσουν καμιά κονσέρβα χαλαπένιος για να φας. Να φας, μαλάκα! ΤΡΑΒΑ!»

Ο κρότος της πόρτας ήταν λυτρωτικός. Ο Μιγκέλ έξω στη νύχτα. Ούρλιαζε σαν τρελός. Ο Χέκτορ μέσα στη νύχτα. Σιωπηλός και άδειος. Και πάνω στα δύο μισά, οι γυναίκες σαν φθηνό ράμμα που είχε σπάσει κι από κάτω η πληγή αιμορραγούσε.

***

Η νύχτα καίει τα στρώματα και η υγρασία εξασθενεί τα κορμιά. Από τα ανοιχτά παράθυρα ακούγονται φωνές και πυροβολισμοί κάθε τόσο. Ο ύπνος είναι λίγος και σκληρός. Πάνω στο στρώμα ο Χέκτορ κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να τον συναντήσει. Βαλτώνει το μυαλό, μουδιάζει, φτάνει κοντά όμως ένας κρότος, βιαστικά βήματα στον χωματόδρομο, μια γυναικεία κραυγή τον επαναφέρουν. Σηκώνεται και πάει προς το παράθυρο. Κοιτάζει προς την άκρη του δρόμου. Βλέπει καπνό μακριά, ακούει σειρήνες και κλάματα. Δεν κοιμούνται.

Το ξημέρωμα τον βρίσκει ξαπλωμένο με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Ακούει την πόρτα. Βήματα μετά. Ακούει ψιθύρους από το δωμάτιο της Κλάρα. Ο Μιγκέλ. Εκείνη τον ρωτάει κάτι. Θυμώνει. Κλαίει. Φτάνει σιγανό το κλάμα στ’ αφτιά του. Σηκώνεται και πάει στην πόρτα, τελευταία στιγμή διστάζει. Η Κλάρα κλαίει ακόμα, ο Μιγκέλ μιλάει με τη βαριά φωνή του, ο Χέκτορ στέκεται με το χέρι στην πόρτα, κοιτά γύρω του, δεν βρίσκει τίποτα που να μπορεί να χρησιμοποιήσει, θα πάει στην κουζίνα, θα πάρει ένα μαχαίρι και θα γυρίσει. Θα μπει στο δωμάτιο της Κλάρα. Η Κλάρα κλαίει. Ο Μιγκέλ μιλάει, όλο μιλάει κι εκείνη σβήνει κάτω από τα λόγια του. Θα πάει στην κουζίνα. Θα βρει ένα μαχαίρι.

Κλείνει τα μάτια, σφίγγει τα δόντια. Αφήνει το χερούλι και επιστρέφει στο κρεβάτι, φέρνει το μαξιλάρι στο πρόσωπό του. Το δαγκώνει, η Κλάρα σταμάτησε, ο Μιγκέλ σταμάτησε. Η πόρτα του ανοίγει. Ανασηκώνεται και στηρίζεται στους αγκώνες. Ο αδελφός του είναι βρώμικος και το πρόσωπο του μελανιασμένο. Αίμα έχει τρέξει από την μύτη πάνω στο στόμα του. Κρατάει ένα κουτί παπουτσιών κάτω από τη μασχάλη.

«Θα φύγουμε την Παρασκευή», λέει.

«Τι έκανες στην Κλάρα;»

«Θα φύγουμε με το καραβάνι.»

Ο Χέκτορ τον κοιτάει. Δεν είναι απειλή. Είναι παραίτηση.

«Τι σου έκαναν;»

«Δεν έχει σημασία. Την Παρασκευή φεύγουμε.»

«Είναι μακριά η Καλιφόρνια, Μιγκέλ. Μπορεί να μην τα καταφέρουμε.»

Ο Μιγκέλ χαμογελάει.

«Αν μείνουμε εδώ δεν θα τα καταφέρουμε σίγουρα. Θα φύγουμε, αδελφέ.»

«Γιατί;»

«Γιατί φοβάμαι», απαντάει και γυρίζει προς την έξοδο.

«Τη Μάρα Δεκαοχτώ;»

Σταματάει.

«Όχι, Χέκτορ, όχι τη συμμορία.»

«Τότε τι;»

«Εμένα. Και τα έξι γράμματα που μπορεί να γράφει η σφαίρα στη θαλάμη του όπλου μου.»

Ο Χέκτορ μουδιάζει, ο Μιγκέλ γυρίζει να φύγει. Καθώς το κάνει, ο Χέκτορ τον ρωτάει τι κουβαλάει μέσα στο κουτί. Δεν του απαντάει.

***

Φτάνουν στην όχθη και κατεβαίνουν χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Μπροστά τους το σιδερένιο τοίχος βουτάει στη θάλασσα, η αστερόεσσα σέρνεται πάνω στο σίδερο κρεμασμένη στον ιστό,  άνευρα μέσα στην άπνοια. Ο Τζόνι κατεβαίνει πρώτος. Βλέπει το πανί και χαμογελάει. Πίσω από τις γρίλιες του τοίχους μαζεύονται αρκετοί. Τρέχουν στην κατηφορική πλαγιά, βουτάνε μέσα στις αποχετεύσεις του Τιχουάνα και ορμάνε στο τοίχος σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο. Στο λιγοστό φως του ήλιου, ο Τζόνι κοιτάζει τους σταυρούς που προεξέχουν.

Βρέθηκε κάποτε από την άλλη μεριά.

«Εντάξει, παλικάρια», φωνάζει. «Προειδοποίηση στα μεγάφωνα!»

 «REGRESA. NO PASAR. NOSOTROS TE DISPARAREMOS.»

Από άκρη σε άκρη του τοίχους δίπλα στην ακτή μπορούσε να δει μόνο λευκούς σταυρούς κρεμασμένους, τον ένα πάνω στον άλλο. Εκατοντάδες σταυρούς και φέρετρα με ζωγραφιές των ψυχών και επάνω χρονολογίες και αριθμούς. «1993 408, 1994 283, 1995 651…»

Ούτε ξέρει πόσα χέρια οδήγησε  να βάλουν λευκούς σταυρούς  πάνω στο σιδερένιο τοίχος. Ούτε ξέρει, ούτε τον νοιάζει. Ξέρει όμως ότι το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό. Ο σταυρός.

«REGRESA. NO PASAR. NOSOTROS TE DISPARAREMOS.»

Η πίστη. Η ηλίθια πίστη. Όσοι προσπαθούσαν επέλεξαν να πιστέψουν και να αγνοήσουν το αυτονόητο. Περνάνε μόνο όσοι πρέπει. Η πίστη δεν βοηθάει. Η κοκαΐνη βοηθάει. Τα όπλα βοηθάνε. Οι πουτάνες βοηθάνε. Τα σύνορα είναι ανοιχτά για τριακόσιους τόνους κόκας κάθε χρόνο, τα μπουρδέλα θέλουν φρεσκαρισμένα σεντόνια, οι νομοταγείς πολίτες από το Σαν Ντιέγκο μέχρι το Μέιν θέλουν ασφάλεια. Πίστη!

«REGRESA. NO PASAR. NOSOTROS TE DISPARAREMOS.»

Συνεχίζουν. Προσπαθούν να σκαρφαλώσουν. Αν είναι να τους φάνε, καλά θα κάνουν τα σώματα να πέσουν από την άλλη μεριά.

«Ξεκινήστε προειδοποιητικές βολές.»

«Κατεβαίνουν κι άλλοι, αφεντικό», ο Έντι τον πλησιάζει αναψοκοκκινισμένος. «Ο καταυλισμός της Τιχουάνα έχει καταρρεύσει.»

Ο Τζόνι Γουάιλντερ Τζούνιορ κοιτάζει ευθεία μπροστά, προς το τοίχος. Βλέπει τα χέρια τους που προσπαθούν να πιαστούν.

« Έρχονται μετά από εξήντα μέρες πεζοπορίας, έχουν διασχίσει σχεδόν τρεις χιλιάδες μίλια, με τα πόδια. Πεινασμένοι, βρώμικοι, εξαθλιωμένοι και σκαρφαλώνουν εκείνο τον φράχτη ενώ ξέρουν ότι τους περιμένουμε από εδώ με τα όπλα γεμάτα. Τι σου λέει όλο αυτό, Έντι;»

Ο Έντι δεν έχει να απαντήσει κάτι. Ο Έντι ποτέ δεν έχει να απαντήσει σε τέτοιες ερωτήσεις. «Τι θα φάμε αύριο», ναι. «Θες να γαμηθούμε», σίγουρα. Αλλά κάτι τέτοια τον μπερδεύουν. Και δεν του αρέσει να μπερδεύεται, είναι απλός άνθρωπος ο Έντι. Θέλει την ησυχία του.

«Δεν βγάζω άκρη, αφεντικό», λέει τελικά.

«Η πίστη, Έντι. Αυτή η πουτάνα η πίστη τους οδηγεί. «Πάμε», λένε, «και ο Θεός θα μας φροντίσει». Τόσο σάπια είναι η ζωή τους, Έντι, τόσο γαμημένη από όλες τις μεριές που πιστεύουν ότι αν περπατήσουν τρεις χιλιάδες μίλια, πεθάνουν μερικοί στο δρόμο, άλλοι τόσοι απαχθούν από τις συμμορίες και πουληθούν για ανθρώπινα ανταλλακτικά, βιαστούν οι μισοί, αρρωστήσουν όλοι μέχρι να φτάσουν εδώ, τρέξουν με όση δύναμη τους απομένει, σκαρφαλώσουν τον φράχτη και κάνουν το τελευταίο άλμα μέσα σε μια βροχή από σφαίρες, το πιστεύουν Έντι, στ’ αλήθεια το πιστεύουν ότι ο Θεός θα τους βοηθήσει. Εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε Εκείνον.»

«Αυτό θα είναι, λογικά, αφεντικό.»

«Όμως από την άλλη μεριά είναι ο Αετός, Έντι. Ο περήφανος αετός με τις αστραπές στα πόδια.»

Γύρισε και τον κοίταξε.

«Ρίξτε δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες να διαλυθούν. Μετά πάμε σπίτι, αγόρια.»

***

Πάνω στο χάραμα τους ακούει να γρυλίζουν έξω στο δρόμο, στο χωμάτινο στενό της γειτονιάς. Παράθυρα δεν ανοίγουν, ούτε πόρτες, ούτε οι γυμνές λάμπες των σκυφτών σπιτιών. Δύο σκυλιά προσπαθούν να φάνε το ένα τη σάρκα του άλλου. Βαδίζει προς το παράθυρο, κοιτάει, μέσα του κάτι έχει παραλύσει όμως ό,τι δεν το έχει κάνει, τον σπρώχνει προς την κατεύθυνση των ουρλιαχτών. Ο ένας είναι άσπρος, τα δόντια γυαλίζουν στο ημίφως, ο άλλος μαύρος, έχει περασμένη στον λαιμό μια σκουριασμένη αλυσίδα, ποιος ξέρει από τι αφέντη τρέχει να γλυτώσει. Σέρνεται πάνω στο χώμα και προσπαθεί να διώξει τον λευκό σκύλο που δαγκώνει τον λαιμό του.

Φύγετε! Προσπαθεί να φωνάξει όμως δεν το κάνει, μόνο κοιτάζει τα ζώα πάνω στο αιματοκύλισμα. Ο λευκός υποχωρεί, κουτσαίνει, έχει πληγωθεί, τα σαγόνια του είναι κόκκινα, τα μάτια του μαύρα. Στέκονται δίπλα- δίπλα και τον κοιτούν, οι τρίχες στη ράχη τους όρθιες, τα δόντια τους προβάλουν, φτιάχνει ολόκληρο παράγοντα φόβου από αυτό το εργαλείο επιβίωσης των ζώων, τόσο καθηλωτικό που αναγκάζεται να κλείσει τα μάτια.

Πετάγεται ιδρωμένος. Κουνάει τα χέρια του μέσα στο ζεστό αέρα προσπαθώντας να διώξει τα θηρία. Όταν διαπιστώνει πως είναι μόνος, συνεχίζει να κουνάει τα χέρια του προσπαθώντας να διώξει το όνειρο.

Από μέσα ακούει φωνές. Μπερδεύεται η χαρά, ο ενθουσιασμός, ο φόβος και η ελπίδα πάνω στα χείλη της Ονόρα. Προσεύχεται, δίνει οδηγίες, αυτό θα το πάρουν, το άλλο θα το αφήσουν, το ένα είναι αναγκαίο, το διπλανό του είναι σκουπίδι.

Σηκώνεται και κοιτά τον απέναντι τοίχο. Εκεί όπου κάποτε είχε το κάδρο της Μαρίας Παρθένου, υπάρχει μόνο ένα περίγραμμα φωτεινότερο πάνω στο λεκιασμένο πράσινο. Εκείνη η εικόνα ήταν ό,τι είχε απομείνει από το σπίτι που μεγάλωσε. Την θυμόταν κρεμασμένη πάνω από ένα ντιβάνι, οι τρεις του εκεί, στο πάτωμα με τα μάτια ορθάνοιχτα να την κοιτούν, τα στόματα γεμάτα ταμάλες, άδεια από κρέας, γεμάτα με γλυκά κρεμμύδια, ο ένας δίπλα στον άλλο και η μητέρα τους, πάνω στο σούρουπο, με την εικόνα πίσω της να τους λέει τον ίδιο πάντα μύθο των El Cadejos και για τους τρόπους των ανθρώπων να αποφεύγουν το σκοτάδι γιατί φέρνει θάνατο και πόνο. Το φως, το λευκό φως όλο παιχνιδίσματα και χαρές, γλυκιά ζωή και δουλειά και στομάχια γεμάτα.

Όταν βγήκαν από το σπίτι είχε ο καθένας πάνω του λίγα δολάρια, λίγα λεμπίρας και μια τσάντα ώμου με μερικά ρούχα. Η Ονόρα κρατούσε το κάδρο κάτω από τη μασχάλη. Ο Μιγκέλ κρατούσε το κουτί. Το πέταξε όταν έστριψαν στη γωνία.

Η Ονόρα τον ρώτησε γιατί το πέταξε. Της είπε πως ήταν άδειο. Πως όσα έπρεπε να έχει μαζί του είχε φροντίσει να ταξιδέψουν με ασφάλεια.

Η Κλάρα περπατούσε αργά λίγο πίσω του, φροντίζοντας να διατηρεί την απόσταση μεταξύ τους.

Πριν αφήσουν πίσω τους τη γειτονιά, ο Χέκτορ έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. Στο τέρμα του δρόμου στεκόταν και τον κοιτούσε κατευθείαν μέσα στα μάτια, τα σαγόνια του κόκκινα, το πόδι κομμένο, οι τρίχες στη ράχη τεντωμένες. Και τα μάτια, τα μάτια θεοσκότεινα και άδεια. Λευκός και μόνος στο βάθος του δρόμου.

***

Οι πύλες στο Κορίντο τους περίμεναν ανοιχτές. Κανείς δεν είχε σκοπό να τους σταματήσει. Η μόνη φυλακή τους ήταν η αγάπη. Για τον τόπο τους, τους τρόπους τους, τις ελπίδες τους. Χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν αργά τη γραμμή. Χάθηκαν μέσα στα στενά όμως είχαν προνοήσει. «Αν χαθούμε, να κάνουμε στάση στο πρώτο βενζινάδικο στο δρόμο για τον Ρίο Ντούλτσε». Πρώτος έφτασε ο Χέκτορ, η Ονόρα και η Κλάρα έφτασαν μαζί. Ο Μιγκέλ τελευταίος.

Το καραβάνι κρατούσε τη συνοχή του. Συχνά έφταναν μηνύματα από μπροστά. «Όλοι μαζί μπορούμε! Είμαστε πολλοί! Είμαστε ασφαλείς! Ο Θεός θα μας βοηθήσει!»

Πολλές οικογένειες πάνω στο δρόμο. Πολλά παιδιά. Πολλοί εργάτες, λίγοι συμμορίτες που προσπαθούσαν να ξεκόψουν, τους έβλεπες, τους ξεχώριζες από τα τατουάζ και το περπάτημα, γεμάτο απερισκεψία, μαριχουάνα και ξεθωριασμένη απειλή.

Όλοι γελούσαν και τραγουδούσαν, ήλπιζαν με την βεβαιότητα ηλίθιου, μωρού που έχει πλήρη άγνοια, τυφλοί μπροστά στο φόβο που τους έδιωξε, κουφοί μπροστά στην ελπίδα που τους τραβούσε, πως θα τα κατάφερναν.

Η Γουατεμάλα ήταν ένας περίπατος που κράτησε δώδεκα μέρες. Οι ντόπιοι τους φρόντιζαν. Του έδιναν χρήματα, φαΐ και νερό. Έκαναν δρομολόγια με τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά τους για να τους κουβαλήσουν μέχρι το Τεκούν Ουμάν. Τα κατάφερναν! Η Ονόρα προσευχόταν τα βράδια, η Κλάρα έκλαιγε ή δεν μιλούσε, ο Μιγκέλ κάπνιζε και χανόταν μέσα στο πλήθος με τις ώρες. Και ο Χέκτορ κοιτούσε μακριά από τις φωτιές του καταυλισμού, πέρα από τους χιλιάδες του καραβανιού προς την όχθη, τη πεδιάδα, τη ζούγκλα ή το βουνό. Και κάθε βράδυ έβλεπε εκείνο τον μαύρο σκύλο με τα πρησμένα πέλματα και την κόκκινη αλυσίδα να τους κοιτάει μέσα από τα σκοτάδια και να περιμένει. Τον έβλεπε να τους ακολουθεί πεισματικά κι από εκεί που έμοιαζε πριν μέρες να χάνει από ένα λευκό σκυλί πάνω στο χωματόδρομο της γειτονιάς, τώρα έμοιαζε να κερδίζει. Ο Χέκτορ πλησίαζε καμιά φορά την Ονόρα και έσκυβε στην προσευχή της. Άλλες φορές άπλωνε το χέρι στην Κλάρα, τη ρωτούσε αν ήταν καλά και γιατί έκλαιγε. Εκείνη του απαντούσε «ναι» και «για τίποτα». Ξάπλωνε μετά, μέσα στην ερημιά των χιλιάδων ανθρώπων και πριν αποκοιμηθεί, θυμόταν τη μητέρα του και πόσο τον φόβιζε ο μαύρος Καντέχο. Ο Μιγκέλ του έριχνε σφαλιάρες στον σβέρκο για να ξεχαστεί και να θυμώσει. «Εγώ είμαι ο μαύρος Καντέχο, σπόρε! Εγώ, εγώ, εγώ!»

Θύμωνε τότε και τον κυνηγούσε. Όμως άλλο δεν φοβόταν.

***

 Ξερνούσε σώματα. Για ώρες ήταν μια ανοιχτή πληγή κι από μέσα της έρεαν άνθρωποι κάτω από ένα σαδιστικό ήλιο. Ένα τοίχος από ασπίδες και γκλοπ έσπαγε τη ροή όμως η ορμή ήταν τεράστια, οι πύλες πάνω από τον Ρίο Σουτσιάτε υποχώρησαν στην τρίτη επιδρομή. Πάνω στη στενή γέφυρα επικρατούσε πανικός, οι Μεξικάνοι τους χτυπούσαν με δακρυγόνα, οι πύλες κρεμόντουσαν πάνω από τις όχθες καθώς η μάζα έσπρωχνε τους μπροστινούς να προχωρήσουν, παραταγμένοι και αμέτοχοι εκατοντάδες αστυνομικοί της Γουατεμάλα κοιτούσαν τον κόσμο που προσπαθούσε να σπάσει την άμυνα των Μεξικανών. Οπλισμένοι με το σθένος του απελπισμένου, με την θέληση εκείνου που δεν έχει τίποτα στο οποίο να μπορεί να επιστρέψει. Συμπιέστηκε η γέφυρα, λύγισε από το βάρος και άρχισε να τρέμει. Το πλήθος πηδούσε μέσα στον ποταμό. Ο Σουτσιάτε γέμισε ανθρώπους. Τότε ήρθαν τα ελικόπτερα.

Ο Χέκτορ βρέθηκε μόνος μέσα στο νερό, ούτε ήξερε πού μπορεί να ήταν οι υπόλοιποι. Τα Μεξικάνικα ελικόπτερα έκαναν χαμηλές πτήσεις σηκώνοντας κύματα.

«Θα μας πνίξουν!»

«Ερνέστο! Μανουέλ!»

Χαμήλωναν περισσότερο τώρα, οι φτερωτές αντηχούσαν μέσα στο κεφάλι του, πάλευαν να ξεριζώσουν τα σωθικά του καθώς χτυπούσε μανιασμένα τα χέρια του και προσπαθούσε να αναπνεύσει, άκουγε φωνές, «βοήθεια», «μωρό μου», «κρατήσου», «κρατήσου».

Συνήλθε ώρες μετά. Ο ήλιος είχε χαθεί, το πλήθος είχε σκορπίσει, μερικοί τελευταίοι περνούσαν τώρα τη γέφυρα, ο ποταμός ήταν ήρεμος, οι Μεξικάνοι είχαν υποχωρήσει, τη θέση τους είχαν πάρει τα συνεργεία των ειδήσεων. Κοίταξε γύρω του. Αυτός στην όχθη και μέσα στο νερό, μέχρι το γόνατο μια γυναίκα χτυπούσε με τις γροθιές την επιφάνεια του ποταμού και φώναζε, φώναζε ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, δύο ονόματα και όσο δεν έπαιρνε απάντηση, ούρλιαζε και τραβούσε τα ρούχα της και τα μαύρα μαλλιά της. Έμεινε να την κοιτά για ώρα χαμένος μέσα στα «αγάπες μου», πνιγμένος στα «καρδιές μου» κι όπως την έβλεπε να λυγίζει λεπτό με το λεπτό το μόνο που σκεφτόταν ήταν να βοηθήσει, να βρει τρόπο να σταματήσει ο πόνος. Σηκώθηκε αργά μέσα από τη λάσπη και τις πέτρες όμως πριν κάνει το πρώτο βήμα προς το μέρος της την άκουσε να φωνάζει ξανά τα δύο ονόματα. Η φωνή ήταν ίδια, ο πόνος ίδιος με εκείνου που έχει δύο καρδιές, δύο αγάπες ξαφνικά χαμένες, όμως έφτανε υπόκωφος, μουντός πίσω από έναν σιγαστήρα παραίτησης.

Τότε ακριβώς το ήξερε πως αν ήθελε πραγματικά να βοηθήσει εκείνη τη γυναίκα, έπρεπε να μείνει ακίνητος. Αυτό έκανε. Με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά έμεινε όρθιος να την κοιτά, όπως κοιτούσε μικρός τον ιερέα μέσα στον ναό της Σάντα Μαρία ντε Φλόρες λίγο πριν λάβει την όστια και καταπιεί τον Θεό, καθώς εκείνη έφερνε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και βάδιζε αργά προς την κοίτη του ποταμού με το σώμα να βυθίζεται όλο και περισσότερο μέχρι που χάθηκε τελείως κάτω από το βουβό ρέμα.

Τα ξημερώματα έφτασε το καραβάνι και όργωσε από άκρη σε άκρη το δρόμο πάνω από σώματα που κοιμόντουσαν ή μόλις είχαν ξυπνήσει. Τους άκουγε να μιλάνε. Έλεγαν για δύο αγόρια που σκότωσαν οι Μεξικάνοι. Ήταν εξαγριωμένοι. Δεν τους άξιζε τέτοια υποδοχή. Πράγματα θα συνέβαιναν. Είχαν όπλα μαζί τους. Είχαν τρόπους. Οι Μάρας ήταν κάπου ανάμεσά τους. Το αίμα ξεπλένεται με αίμα.

Τους άκουγε και έψαχνε για την Ονόρα, για την Κλάρα, ακόμα και για τον Μιγκέλ. Δεν υπήρχε στόμα να μη μιλάει για τον πνιγμό των παιδιών. Ήταν μικρά, έλεγαν. Κι εκείνη η μάνα τους; Τι ήταν εκείνη η μάνα τώρα; Μία Llorona. Μία καταραμένη.

Έκαναν σταυρούς, άναβαν κεριά, έκλαιγαν, αδιαφορούσαν, πονούσαν από το ξύλο, πονούσαν από τη μοναξιά.

Τους βρήκε το μεσημέρι, όταν το καραβάνι είχε αποχωρήσει και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Η Ονόρα έκλαιγε. Έκλαψε ακόμα περισσότερο όταν τον είδε και έπεσε πάνω του. Η Κλάρα τον έσφιξε στην αγκαλιά της, ο Μιγκέλ του χαμογελούσε.

Είχαν ακόμα λιγότερα πράγματα τώρα πια. Η εικόνα είχε χαθεί μέσα στο ποτάμι.

«Πολλά μας πήρε το ποτάμι, θεία. Γάμα την εικόνα», απάντησε και βοήθησε την Ονόρα να σηκωθεί. Την κράτησε αγκαλιά και περπάτησε μαζί της στο δρόμο που μάκραινε σε μια μαρτυρική ευθεία καυτής πίσσας. «Φτάσαμε στο Μεξικό. Κοντεύουμε.»

***

 Ταπατσούλα, Οαχάκα, Γουαδαλαχάρα, μπλόκα, καθιστικές διαμαρτυρίες, απαγωγές, ληστείες, βιασμοί, λίγοι θάνατοι, πληγές στα πόδια, πανό και διαμαρτυρίες, «γυρίστε πίσω», «έξω από το Μεξικό» και η Ονόρα να προσεύχεται, η Κλάρα να λιώνει και να μην μιλάει, ο Μιγκέλ σκυφτός και χαμένος να σφίγγει την τσάντα του και οι μέρες να περνάνε και τα κορμιά να βρωμάνε και τα δόντια να σαπίζουν και το τραγούδι να τελειώνει και τα χιλιόμετρα να στερεύουν και η Τιχουάνα να μην φτάνει, το τέλος να μην λέει να φανεί.

Στο δρόμο από Χερμοσίλο καβαλάνε ένα φορτηγό που πάει Μεξικάλι, γραμμή ολόκληρη τη Σονόρα, δεν πιστεύουν στην τύχη τους και έχουν δίκιο, δεν είναι τύχη. Αγάπη είναι, ανθρωπιά. Ο οδηγός, ένας άντρας γερασμένος στο τιμόνι κουβαλάει φρούτα από τη Γουατεμάλα μέχρι το Σαν Ντιέγκο χρόνια ολόκληρα. Άδεια η καρότσα από καφάσια, γεμάτη με ανθρώπους. Βγήκε να βοηθήσει. Είναι το τρίτο δρομολόγιο που κάνει στη σειρά. Κατέβηκε άδειος, ανέβηκε γεμάτος και ξανά και ξανά. Τους βάζει μπροστά, ο Χέκτορ ψυλλιάζεται ότι γουστάρει την Ονόρα, της κάνει τα γλυκά μάτια σ’ όλη τη διαδρομή.

«Δεν καταλαβαίνω», λέει. «Ο Τραμπ έχει τα σύνορα ανοιχτά. Αφήνει να περάσουν ανανάδες, αφήνει μπανάνες, μάνγκο, χαλαπένιος. Ανθρώπους δεν αφήνει.»

«Εμάς θα μας αφήσει», απαντάει ξέπνοα η Ονόρα. «Είμαστε πολλοί. Πρέπει να μας αφήσει».

Είναι αναψοκοκκινισμένη και κάθιδρη, ζεματάει δύο μέρες τώρα από πυρετό, το κορμί της εξασθενεί από διάρροιες. Εκεί όμως ο γέρο- Γκονζάλες, της χαμογελάει και την πειράζει. Εκείνη το ανέχεται με χαμόγελο. Ο Μιγκέλ τον κοιτάει λοξά, θα τον σκότωνε ευχαρίστως αν δεν ήταν ο άγιος που είναι. Ο Χέκτορ το ξέρει, η θεία θα τον έκανε χαρούμενο μέσα στην καρότσα αν δεν ήταν άρρωστη, θα του τα έδινε όλα μια και καλή, στο πιάτο μπας και τους πετάξει κανένα ξεροκόμματο παραπάνω.

«Έχετε γίνει η φωνή της Λατινικής Αμερικής! Ο κόσμος σας θαυμάζει, πίνει νερό στην υγειά σας. Όλος ο πλανήτης μιλάει για το κατόρθωμα σας», λέει και κουνάει το κεφάλι ενθουσιασμένος. «Ξέρεις πόσο είναι από το Σαν Πέδρο Σούλα μέχρι την Τιχουάνα, Τσίκο;» ρωτάει και κοιτάει τον Χέκτορ.

«Όχι. Ούτε πόσες μέρες είμαστε στον δρόμο δεν ξέρω καλά- καλά, χάσαμε το μέτρημα».

«4.449 χιλιόμετρα!», αναφωνεί. «Τα έχω κάνει αμέτρητες φορές από τότε που το Σαν Πέδρο έγινε φορολογικός παράδεισος! Όλοι οι ραντσέρος ήθελαν ένα κομμάτι εκεί κάτω κι έβγαζαν… και τι δεν έβγαζαν που να μην το ζητάνε οι γκρίνγκος! Αμέτρητες φορές…»

Μιλάει κι όσο μιλάει η θεία σβήνει σε έναν ταραγμένο ύπνο. Ο Χέκτορ σκουπίζει τον ιδρώτα της, η Κλάρα της χαϊδεύει τα μαλλιά, η φωνή βαθαίνει και το φορτηγό καταπίνει χιλιόμετρα.

Τους αδειάζει ένα βήμα έξω από την Τιχουάνα. Όλα τελειώνουν, φτάνουν συνέχεια άνθρωποι με χαμόγελο και δάκρυα.

Τρεις μέρες μετά τους στοιβάζουν στις παρυφές της πόλης. Τους περισσότερους σε σκηνές, τους άρρωστους στο αναρρωτήριο, εκεί πάνε την Ονόρα, φοβούνται για μαλάρια, δεν τους επιτρέπουν να την δουν. Ένα μήνα μετά, αυτοί είναι ακόμα εκεί, το τοίχος στη μέση και από την άλλη μεριά, δέκα χιλιάδες στρατιώτες με την εντολή να σκοτώσουν κάθε λαθραίο.

Η ώρα του κογιότ πλησιάζει. Όμως ποιος έχει έξι χιλιάδες δολάρια για να αγοράσει πέρασμα;

Κάθε μέρα πάνε μέχρι τον συνοριακό σταθμό. Κάθε βράδυ επιστρέφουν περνώντας πάνω από τον οχετό που έχει απομείνει από τον Τιχουάνα.

Σαπίζουν ο ένας πάνω στον άλλο κάτω από τη ζέστη, το άθλιο φαγητό και τα ούρα τους που απειλούν να τους πνίξουν. Ρεπόρτερ και ανθρωπιστές, εθνικόφρονες και παράνομοι ζουν στο πλευρό τους και τρέφονται από τα κομμάτια τους. Και ο Χέκτορ περιμένει να έρθει η σειρά του και δεν του επιτρέπουν να δει την θεία του. Είναι ζωντανή, αναρρώνει, του λένε. Και ο Μιγκέλ έρχεται και φεύγει, φεύγει για ώρες φορτωμένος το σακίδιο του και επιστρέφει ιδρωμένος και σκυθρωπός. Μέχρι που πάνω στον μήνα, ο Χέκτορ τον βλέπει να πλησιάζει. Είναι ξαπλωμένος στον τοίχο του αναρρωτηρίου και γλύφει έναν φριχτό πουρέ φασολιού που του έχουν σερβίρει. Περιμένει. Αυτό μόνο έχει απομείνει. Δεν απαντάνε πια στις ερωτήσεις του. Οι γιατροί είναι πολύ απασχολημένοι με τα κρούσματα που πληθαίνουν. Φοβούνται επιδημία.

Ο Μιγκέλ περπατάει γρήγορα, σχεδόν τρέχει. Τον έχει αρπάξει άγρια ο ήλιος, τα μαλλιά του έχουν μακρύνει πια και δεν φαίνεται εκείνο το αηδιαστικό τατουάζ πάνω στο κρανίο του. Τον προσπερνά χωρίς να τον δει, ο Χέκτορ τον ακολουθεί πρώτα με το βλέμμα και μετά, χωρίς να ξέρει τον λόγο, με τα πόδια. Κάτι του φαίνεται λάθος. Πολύ λάθος. Πάει κατευθείαν στη σκηνή, τα γυμνά πέλματα της Κλάρα εξέχουν από το άνοιγμα καθώς κοιμάται ξαπλωμένη μπρούμυτα. Της τραβάει το ένα και την ξυπνάει, εκείνη βγαίνει θυμωμένη στο άνοιγμα.

«Τι;» φωνάζει πριν τον δει όμως όταν σηκώνει τα μάτια της στο πρόσωπο του της κόβεται ο θυμός. Ο Χέκτορ πλησιάζει τον Μιγκέλ, κρυμμένος πίσω από ρούχα που στεγνώνουν στο σχοινί  και όσο το κάνουν, βρωμούν χειρότερα από πριν πλυθούν. Τον ακούει να της λέει απαλά «ήρθε η ώρα, αδελφούλα».

Βάζει τα κλάματα εκείνη.

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, Μιγκέλ; Πες μου πως υπάρχει!»

«Ο άλλος τρόπος είναι να περιμένουμε εδώ μέχρι να σαπίσουμε. Το προτιμάς;»

«Και η θεία;»

«Δεν φτάνει η κόκα για όλους. Μόνο για δύο.»

Εκείνη κουνάει το κεφάλι.

«Δεν μου το είπες, Μιγκέλ… δεν μου το είπες!»

«Δεν θα άλλαζε κάτι. Εγώ και εσύ τώρα. Ο μικρός και η θεία με τη σειρά, όπως τους πάρουν στα σύνορα.»

«Θα τους στείλουν πίσω…»

«Η κόκα φτάνει για δύο», επιμένει και χαμηλώνει μπροστά στο άνοιγμα της σκηνής. Βάζει τα χέρια του στις δύο τσέπες και τα βγάζει γεμάτα με γυαλιστερούς, μπλε σβώλους. Τους ακουμπάει πάνω στα πόδια  της. «Κάνε χώρο να μπω. Θα σε βοηθήσω.»

Σηκώνει το χέρι και το κατεβάζει στο πρόσωπό του.

«Μαλάκα! Είμαι η αδελφή σου!» φωνάζει, τρυπώνει στη σκηνή και κλείνει το άνοιγμα με το φερμουάρ μέχρι επάνω αφήνοντάς τον πεσμένο πάνω στο τσιμέντο.

«Όλα καλά, αδερφέ;»

Γυρίζει και τον κοιτά ξαφνιασμένος. Σηκώνεται βιαστικά και τον προσπερνάει. Καθώς το κάνει του πετάει ένα ξερό «κοίτα τη δουλειά σου, Τσίκο.»

Ο Χέκτορ δεν τον χάνει από τα μάτια του. Καθώς περνάει μέσα από τον λαβύρινθο των σκηνών,  μυρίζει στον αέρα την μυρωδιά του ξεραμένου κάτουρου και κάτι ακόμα, κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει. Για κάποιο λόγο, του ‘ρχεται ξανά στο μυαλό η μάνα του κι εκείνο το χαζό παραμύθι των Καντέχος. «Ένας λευκός για καλή τύχη. Ένας μαύρος με ματωμένα πέλματα και κόκκινη αλυσίδα για τον θάνατο. Παραμονεύει στα σκοτεινά, στις όχθες των ποταμών τους ταξιδιώτες. Κουβαλάει σκοτεινή μοίρα ο Μαύρος Καντέχο. Τόσο σκοτεινή που ούτε ο Λευκός αδελφός του δεν μπορεί να βοηθήσει τον άτυχο που θα τον συναντήσει. Κι όλο μυρίζει γύρω σου κάτουρα και θειάφι πριν τον συναντήσεις. Γι’ αυτό να προσέχεις, μικρέ μου. Μείνει μακριά αν κάτι σου βρωμάει.»

Στέκεται απότομα. Ο Μιγκέλ χάνεται μέσα στο πλήθος, τον αφήνει και επιστρέφει στη σκηνή της Κλάρα.  Τον άφησε να φύγει. Η βρώμα όμως μένει.

***

Φέρνει στα μάτια ένα ζευγάρι κιάλια και παρατηρεί την περίμετρο.

«Ανοίξτε ρυθμό, αγόρια. Οι μαλακές επιμένουν», φωνάζει.

Ο Έντι σκύβει στο πλευρό του.

«Βραδιάζει αφεντικό.»

«Το ξέρω.»

«Κι εκείνοι συνεχίζουν να έρχονται. Όπου να ‘ναι θα αρχίσουν να ορμάνε τα κογιότ.»

«Ω, Έντι αγόρι μου, έχει πολλά χέρια ο θείος Σαμ», του απαντάει χαμογελώντας. «Δέκα χιλιάδες χέρια, εδώ που τα λέμε. Ο στρατός θα τακτοποιήσει τα κογιότ, μην ανησυχείς. Εσύ έχεις μια και μόνο έγνοια: να κατεβάσεις τους λαθραίους από το τοίχος μας. Πάνω τους.»

Βάζει τις φωνές και όλα επιταχύνονται. Τα δακρυγόνα πέφτουν βροχή, εξήντα μέτρα πιο νότια χίλιοι άνθρωποι βουτάνε με το κεφάλι μέσα στον οχετό του Τιχουάνα, μέσα σε περιττώματα αρρώστων, μωρών, αντρών και γυναικών, μέσα στα κάτουρα μια ολόκληρης πόλης για να γλιτώσουν από το θειάφι των χημικών και τα δάκρυα που τους τυφλώνουν, πανικοβάλλονται, μια γυναίκα τρέχει ουρλιάζοντας, τραβάει ένα κορίτσι από το χέρι και φωνάζει «μας ρίχνουν, βοήθεια! Δεν ακούει κανείς; Μας ρίχνουν!»

Δεν ακούει κανείς εκτός από τον Τζόνι που είναι εκεί για αυτός ακριβώς τον λόγο. Για να ακούει το κέρμα όπως γυρίζει πάνω στην λεία επιφάνεια. Και να γελάει. Να γελάει. Όχι από σαδισμό. Απλώς, έχει κάτι λυτρωτικό ο ήχος της παραίτησης και του φόβου. Έχει κάτι καταπραϋντικό, μια ζεστή θαλπωρή ασφάλειας, απομόνωσης και σκοπού.

«Όποιος περάσει το πόδι πάνω από το φράχτη, πέφτει αγόρια. Κρατήστε την περίμετρο!»

***

Τους είδε μέσα στο σκοτάδι να ξεμακραίνουν. Νωρίτερα προσπάθησε να βρει την θεία τους, να της μιλήσει, να της πει ότι κάτι βρωμάει τρομερά. Δεν τον άφησαν. Γύρισε στη σκηνή, ήταν ακόμα κλειστή και περίμενε κρυμμένος πίσω από την ένταση των υπολοίπων. Ο καταυλισμός έβραζε φυγή και ελπίδα. Τοξικά συστατικά.

Πριν τα μεσάνυχτα τον είδε να πλησιάζει. Περπατούσε βιαστικά και παράξενα. Άνοιξε το φερμουάρ και άπλωσε το χέρι. Βγήκε και εκείνη. Τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.

«Πονάει…»

«Κι εμένα στην αρχή. Θα συνηθίσεις.»

«Όχι, Μιγκέλ. Πονάει πολύ.»

«Τότε βιάσου να τελειώνουμε. Σε λίγες ώρες θα είμαστε στην Καλιφόρνια και όλα αυτά θα είναι μόνο ένας εφιάλτης. Πάμε, μας περιμένει στην ακτή.»

Περπατούσαν με δυσκολία. Ο Χέκτορ τους ακολούθησε μέσα από τα στενά του καταυλισμού μέχρι την ακτή. Είδαν πολλούς στον δρόμο. Άλλους να πηγαίνουν με φρύδια σφιγμένα, αποφασισμένοι να τα παίξουν όλα για όλα και άλλους να γυρνάνε φορτωμένοι κλαμένα μάτια και απελπισία. Η Κλάρα στηριζόταν πάνω στο μπράτσο του Μιγκέλ και τρέκλιζε στην άμμο. Όταν έφτασαν στην όχθη του Τιχουάνα, λίγα μέτρα μακριά από τα σύνορα ο Χέκτορ σταμάτησε να τους κοιτάει και κάρφωσε τα μάτια του στο τοίχος. Χιλιάδες λευκοί σταυροί κρέμονταν ο ένας δίπλα στον άλλο, ο ένας πάνω στον άλλο.

«Εδώ τελειώνουν όλα…» μουρμούρησε και πλησίασε δειλά. Δίπλα τους, ούτε εκατό μέτρα πιο ψηλά στην ξηρά οι συνοριοφύλακες έριχναν χημικά για να διαλύσουν το σθένος μα το μόνο που κατάφερναν ήταν να μετατρέψουν την πίστη σε απελπισία. Όταν έφτασε κοντά στον μίζερο ποταμό, η οσμή του υπονόμου και τα χημικά τρύπησαν τα ρουθούνια του. Θειάφι και κάτουρο. Όμως το να μείνει μακριά ήταν πολυτέλεια. Η Κλάρα κατέρρευσε πάνω στη τσιμεντένια όχθη και διπλώθηκε από σπασμούς.

«ΚΛΑΡΑ!»

Ο Μιγκέλ έπεσε πάνω της.

«Κρατήσου! Κρατήσου λίγο ακόμα!»

Ο Χέκτορ άρχισε να τρέχει. Όπως είδε τον αδελφό του πεσμένο στα γόνατα πάνω από το σώμα της αδελφής τους ένοιωσε τη λογική να γλιστρά στην όχθη, το αίμα να παγώνει και την οργή να σαρώνει όσα είχαν απομείνει και ήταν η μίζερη ύπαρξη του.

Έτρεξε ως εκεί και κατέβασε το παπούτσι του στο στόμα του αδελφού του στέλνοντας τον μέσα στον οχετό.

«ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ; ΤΙ ΤΗΣ ΕΚΑΝΕΣ;»

Ο Μιγκέλ προσπαθεί να σηκωθεί, φτύνει αίμα και μουγκρίζει «τίποτα», η Κλάρα ουρλιάζει από τον πόνο και φωνάζει βοήθεια, ψάχνει το χέρι του Χέκτορ, το αρπάζει και το σφίγγει.

«Βοήθησέ με, Χέκτορ», λέει και λυγίζει ξανά. «Η κόκα… η κόκα.»

Ο Χέκτορ κοιτά σαστισμένος, όπως η Κλάρα τραντάζεται βλέπει το αίμα της να ρέει ανάμεσα στα πόδια της.

«Όχι. Όχι!»

Την σπρώχνει, την γυρίζει μπρούμυτα και κατεβάζει το παντελόνι της. Προσπαθεί να την γδύσει, τραβάει το ματωμένο εσώρουχο της μέχρι τα γόνατα, το αίμα τρέχει από μέσα της, βήχει και γεμίζει το στόμα της.

«Φοβάμαι, Χέκτορ…» την ακούει να λέει αλλά επιμένει.

«Την χάσαμε, Χέκτορ», ακούει τον Μιγκέλ αλλά δεν σταματά.

Χώνει τα δάχτυλα του μέσα στον πρωκτό της, εκείνη δεν αντιδρά, αναπνέει άνευρα, τα χώνει βαθύτερα και ψάχνει μέχρι που αγγίζει κάτι στρογγυλό και λείο. Καθώς το τραβάει, η Κλάρα σβήνει.

«Κρατήσου. Κλάρα! Κλάρα!»

Τραβάει τα δάχτυλα του, είναι γεμάτα αίμα, τα φέρνει μπροστά στα μάτια του, τρέμει.

«Έσπασε, Χέκτορ», τον ακούει.

Σκύβει και την φιλάει στα μαλλιά.

«Όχι.»

«Έσκασε μέσα της….»

Σηκώνεται αργά.

«… την έλιωσε…»

«Σταμάτα να κλαις.»

Περπατάει προς τον Μιγκέλ.

«Τα τρυπάει όλα η πουτάνα η σκόνη…»

Κάθεται ακόμα μέσα στον οχετό.

«Δεν έχεις δικαίωμα να κλαις…»

«Το κογιότ μου τα ετοίμασε. Έφερα την κόκα μαζί μου.»

Λίγα βήματα τους χωρίζουν και ο τόπος βρωμάει.

«Για να τον πληρώσω, Χέκτορ! Καταλαβαίνεις;»

Βρωμάει κάτουρο και θειάφι.

«Μισά εκείνη μέσα της, μισά εγώ… αυτός τα ετοίμασε! Αυτός!»

Στέκεται από πάνω του. Τον κοιτάει χωρίς να βλέπει.

Πρώτη φτάνει η οργή. Παίρνει τη θέση της απώλειας. Έπειτα η μανία. Τη θέση του πόνου. Αρπάζει τα μαλλιά του με τα δύο χέρια και χώνει το πρόσωπο του μέσα στα νερά του υπονόμου, ο Μιγκέλ σπαρταράει, όχι όμως όσο μπορεί, τόσο μόνο όσο να μπορεί να λέει μετά ότι προσπάθησε. Τον κρατάει εκεί και γύρω του ο καπνός των δακρυγόνων αραιώνει. Τον κρατάει εκεί μέχρι που στην απέναντι όχθη, κάτω από τους κρεμασμένους σταυρούς βλέπει ένα μαύρο σκυλί με πρησμένα πέλματα και σκουριασμένη αλυσίδα να τον κοιτά ατάραχο.

Τότε τον αφήνει. Η δυσωδία ξεθωριάζει μαζί με τις αισθήσεις που χάνονται.

«Δεν σου αξίζει ο θάνατος», φτύνει μέσα στ’ αφτί του και τον προσπερνάει. Πάει προς το τοίχος, πίσω του ο Μιγκέλ τρέχει και τυλίγει την Κλάρα και ζητά ξανά και ξανά συγνώμη μέσα στη νύχτα. Οι λέξεις του χάνονται κάτω στην ακτή, στην άμμο, στον ωκεανό, μαζί με τα νερά των υπονόμων.

***

«Κοίτα καλά, Έντι. Βλέπεις τι γίνεται;»

«Φεύγουν, αφεντικό.»

«Ναι, Έντι. Ο Αετός ανοίγει τα φτερά του. Τους σαρώνει, Έντι!»

Τα μάτια του οργώνουν τον σιδερένιο φράχτη. Πίσω από τις γρίλιες, τις τεράστιες μεταλλικές δοκούς που ορθώνεται δέκα μέτρα πάνω από το χώμα, εκεί που σμίγουν τα έθνη, στη γραμμή που έχει αποφασιστεί ότι διαχωρίζει τις περιουσίες των ανθρώπων, τα του ενός από τα του άλλου, εκεί που κυβερνά η λογική της διάσπασης, βλέπει ανθρώπους να τρέχουν απελπισμένοι, βλέπει σημεία των λευκών σταυρών να κρέμονται απαθείς μπροστά στα έργα των ανθρώπων.

«Μην σπαταλάτε τα χημικά, αγόρια», φωνάζει. «Σχεδόν τελειώσαμε. Κρατήστε δυνάμεις.»

Κοιτά προς την ακτή. Ο κόλπος της Καλιφόρνια αφρίζει και βράζει. Βλέπει μία μορφή. Βαδίζει αργά στην τσιμεντένια κύτη του Τιχουάνα.
«Ω, αμαρτωλέ. Πού θα πας τώρα; Πήγες στον βράχο. Ο βράχος δεν σε βλέπει, δεν βλέπει πως τον χρειάζεσαι…»

«Αφεντικό, είπες κάτι;»

«Πήγες στο ποτάμι, αμαρτωλέ, ναι, πήγες στη θάλασσα…»

«Αφεντικό;»

«Και η θάλασσα ήταν αφρισμένη, αμαρτωλέ. Πήγες στη λίμνη και ήταν ματωμένη. Έψαξες τον Θεό, αμαρτωλέ…»

Ο Έντι απλώνει το χέρι του στον ώμο του Τζόνι. Γυρίζει και τον κοιτά, μόνο για μια στιγμή, αλλά είναι αρκετή για να κάνει τον γίγαντα να τραβηχτεί.

«Είσαι καλά;»

«Πήγες στον Θεό, αμαρτωλέ κι εκείνος σου είπε «Ψάξε βρες τον Διάβολο», αμαρτωλέ.»

Γυρίζει ξανά προς τον φράχτη. Η μορφή έχει πλησιάσει, πίσω του βλέπει μία κουλουριασμένη σκιά πάνω από έναν άμορφο όγκο, ένα κουβάρι μέσα στην άμμο.

«Έντι;»

«Ναι, αφεντικό.»

«Φέρε μου το όπλο μου.»

***

Είναι εκεί. Ακριβώς μπροστά στην τσιμεντένια βάση του φράχτη και πίσω του χίλιοι σταυροί κι ανάμεσα τους μία εικόνα, ένα πορτρέτο χαμένο τρία ποτάμια πίσω, δύο αγόρια πίσω, μία γυναίκα πίσω. Η Ονόρα λιώνει πάνω στο στρώμα, η Κλάρα σαπίζει στο χώμα, ο Μιγκέλ θα σαπίσει κι αυτός, αργά, όσο πιο αργά γίνεται. Πατάει πάνω στη βάση. Γυρίζει και κοιτά τον σκύλο.

«Καντέχο…»

Το ζώο γυρίζει αργά και φεύγει προς την αντίθετη πλευρά, πέρα από τη γραμμή.

«ΚΑΝΤΕΧΟ!», φωνάζει αλλά δεν στέκεται να τον ακούσει, δεν μετράει πια.

Πιάνει τη σιδερένια δοκό και τραβάει δυνατά. Υψώνεται. Ξανά, με το άλλο χέρι. Πιο ψηλά. Ξανά και ξανά.

***

Ο Έντι του φέρνει το τουφέκι. Γυαλίζει το ξύλο του και η διόπτρα αστράφτει.

«Το μυστικό, Έντι, είναι να τραβήξεις την σκανδάλη τη στιγμή ακριβώς που θα σηκώσει το πόδι του πάνω από το τοίχος, όσο το υπόλοιπο του σώμα είναι ακόμα στην άλλη μεριά. Ξέρεις, για να πέσει σωστά. Δεν θέλουμε σκουπίδια στην αυλή μας, σωστά;»

«Σωστά, αφεντικό.»

«Ωραία. Τώρα σημάδεψε κι όταν φτάσει η ώρα, τράβα τη σκανδάλη.»

Ο Έντι φέρνει το όπλο στον ώμο, τη διόπτρα στο δεξί του μάτι, κλείνει το αριστερό. Κοιτά και σημαδεύει. Αφήνει μία παχιά ανάσα και τραβάει το βλέμμα μακριά.

«Αφεντικό…», διστάζει. «Αυτός είναι παιδί. Ένα παιδί είναι!»

***

Λίγο πιο ψηλά. Το χέρι του φτάνει στην κορυφή. Τώρα. Τους βλέπει. Πίσω από τις πόρτες των τζιπ, σκυφτοί με τα πλατιά καπέλα τους, τις μπότες, τα ξυρισμένα μούτρα, μυρωδάτοι τσαμπουκάδες κι αφοσίωση, με τα όπλα τους. Ναι. Τα όπλα τους. Δεν έχει πίσω. Ποτέ δεν είχε. Για όλους υπάρχει μία σφαίρα.

Τραβάει κι ανεβαίνει.

***

«Παιδί;»

«Ναι! Ένα παιδί, κοίτα τον!»

Ο Τζόνι σκύβει πάνω του.

«Εδώ, αγόρι μου, πρέπει να διαλέξεις», του λέει πατρικά. «Αυτό το παιδί  ή το δικό σου.»

Ο Έντι σκέφτεται. Ο Έντι δεν μπορεί να σκέφτεται. Πονάει το κεφάλι του. Τρέμει το χέρι του.

«Διάλεξε, Έντι. Τώρα.»

Σκέφτεται τόσο δυνατά που κοντεύει να σπάσει το μυαλό του. Πάνω στον φράχτη εκείνος περνάει το πόδι. Τώρα. Πρέπει να γίνει τώρα. Δεν θέλει να σκέφτεται.

Φέρνει το όπλο ξανά στον ώμο. Το δάχτυλο του τυλίγεται γύρω από τη σκανδάλη.

«Εκείνο το παιδί, αφεντικό», μουρμουρίζει. Ο ήχος της σφαίρας είναι κοφτός και απόλυτος.

«Καλή απόφαση, Έντι αγόρι μου. Ο αετός πετάει. Κι ούτε ένα σκουπίδι στην αυλή μας.»

Κοιτάνε για λίγο ακόμα τον πανικό που επικρατεί στην άλλη μεριά.

Τα αγόρια τα μαζεύουν και μπαίνουν στα τζίπ. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουν εκεί. Δεν υπάρχει τίποτα.

Μόνο ένας σταυρός επιπλέον.

Εκείνο το σκυλί όμως, εκείνο το μαύρο σκυλί στη βάση του τοίχους με τα πρησμένα πέλματα και την σκουριασμένη αλυσίδα που τους κοιτά επίμονα, από τι είδους αφέντη τρέχει για να γλυτώσει;


Αυτό είναι το τοίχος του Τραμπ. Η φωτογραφία είναι από τη μεριά του Μεξικού. Ο κάθε λευκός σταυρός αντιστοιχεί σε έναν άνθρωπο που πέθανε προσπαθώντας να διασχίσει τον ποταμό Τιχουάνα και να βρεθεί στην απέναντι μεριά. Κι όμως, παρά την απειλή οι άνθρωποι εξακολουθούν να προσπαθούν.


Η Ονδούρα είναι το πιο επικίνδυνο μέρος του πλανήτη. Η πόλη Σαν Πέδρο Σούλα η πιο επικίνδυνη πόλη. Κάθε εβδομάδα, καταγράφονται τουλάχιστον 40 δολοφονίες. Μέσο της πόλης του Σαν Πέδρο Σούλα, τα καρτέλ της Λατινικής Αμερικής διοχετεύουν το 80% από τους 300 τόνους κοκαΐνης που καταλήγουν ετησίως στην αγορά των Η.Π.Α.

Η Ονδούρα τελεί υπό το καθεστώς δικτατορίας. Το Σαν Πέδρο Σούλα εφαρμόζει πολιτική μηδενικής φορολογίας για τις επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά, η ανεργία αγγίζει το 40% και η πόλη ελέγχεται από τις συμμορίες με κυριότερες τη Μάρα 13 (Σαλβατρούτσα) και τη Μάρα 18. Στρατολογούν μέλη από την ηλικία των 7 ετών.

Κάθε 16 ώρες μία γυναίκα πεθαίνει. Το 95% των εγκλημάτων (συνολικά) δεν περνάει ποτέ στο στάδιο της διερεύνησης από τις αρχές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

sifiniera

φύλλο λευκό, χαρτί

Book Tales

Once upon a time....

makestorytelling.com

Αυτοτελείς Ιστορίες που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από Μυθιστόρημα. Εδώ θα βρεις όλα τα Πρόσωπα της Διπλανής Πόρτας. Πρωταγωνιστές που ίσως σου θυμίσουν κάτι... Αν είσαι παιδί, έφηβος ή ενήλικας τότε είσαι στις σωστές ιστορίες για εσένα & είναι πάντοτε έτοιμες να τις ανακαλύψεις... Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς...

My secret book

you can find me in Instagram @mysecretbook

Luna Corde

The soul is the most beautiful masterpiece

A Court of Boooks

💗by Stella and Ioanna💗

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Στιγμιότυπα

Μικρές Ιστορίες

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αέναη κίνηση

Για την αυτονομία και τη χειραφέτηση

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Pluma Verbi

Coffee, books and thoughts

Αρέσει σε %d bloggers: