ΜΙΣΤΙ ΛΑΒ

untitled-11

Μίστι Λαβ.

Για τον Θεό, φέρτε μου μια πετσέτα να σκουπίσω τα χέρια μου. Στέγνωσε και κολλάει, υποθέτω σε λίγο θα με βάλεις να υπογράψω. Δεν θα μπορώ να το κάνω με λερωμένα χέρια. Πώς μπορώ και γελάω; Αυτό σου κάνει εντύπωση; Αν ήσουν γυναίκα δεν θα σου φαινόταν τόσο παράξενο. Θα είχες συνηθίσει το αίμα.

Σου είπα, επιθεωρητά Χάνινγκς. Μίστι Λαβ. Αυτό είναι το όνομα μου.

Κάποτε είχα ένα άλλο. Έχουν περάσει χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα. Έχει σημασία; Καμία. Μπορεί να περάσεις μια ολόκληρη ζωή χωρίς να συμβεί τίποτα. Γρίπη, κάνα δυο καλά γαμήσια -από εκείνα που δεν πλένεσαι μετά για να μείνουν- κάνα δυο παιδιά, κάνα δυο εραστές, δουλειές του κώλου, σπιτάκι στο προάστιο, τσάι στις πέντε, μια έκτρωση, τέλος. Μπορεί πάλι να περάσεις και λίγες ώρες, μερικά λεπτά που να χωράνε όση ζωή δεν έζησες μέχρι τότε και που δεν θα ζήσεις ποτέ.

Η Μάγια Ιβανέτσκο; Πέθανε, επιθεωρητά. Πριν πάρα πολύ καιρό. Έτσι δεν ξεκινάνε στα παραμύθια; Δεν είμαι σίγουρη πια. Δεν έσβησε σταδιακά, όχι. Πέθανε μέσα σε λίγα λεπτά, ξέρεις. Το μόνο που χρειάζεται για να πεθάνει μία γυναίκα και την θέση της να πάρει μια άλλη είναι ένα όνειρο, πολύ «παραμύθα», ένα χοντρό καυλί και ένα ξυράφι. Τίποτα παραμυθένιο.

Πάρε τη φωτογραφία μου και δειξ’ τη σε ολόκληρο το Λίβερπουλ, αν θες. Το ίδιο θα σου πουν. Το όνομα μου είναι Μίστι Λαβ. Κι αν μου φέρεις ένα πακέτο τσιγάρα και ένα ουίσκι, θα σου πω όσα θέλεις να μάθεις.Τι απέγινε η Μάγια. Γιατί δεν έχω χαρτιά. Πόσο πάει για τσιμπούκι, στα τέσσερα και για «ελληνικό».Ποιανού είναι το πτώμα.

Μόνο φέρε τα τσιγάρα. Και το ουίσκι.

Θα τα χρειαστούμε.

***

Καλύτερα τώρα, πολύ καλύτερα. Δεν είναι η μάρκα μου αλλά κάνουν. Τώρα, τι θέλεις να μάθεις; Τι είναι αυτό που εσύ, μαζί με όλο τον υπόλοιπο κόσμο, κάνεις πως δεν ξέρεις; Α, βέβαια. Τα τέσσερα διαβατήρια. Υποθέτω για τα τρία από αυτά βρήκες κατόχους. Οι άλλες κοπέλες από το σπίτι σου είπαν πως τους ανήκουν. Κλαψούρισαν αρκετά; Δεν μπορούσαν να συνέλθουν; Ξεκίνησαν να σου μιλάνε για την απίστευτη περιπέτειά τους; Έτσι παρουσιάζουν κάτι τέτοια τα περιοδικά. Ως «απίστευτες περιπέτειες». Σαν τίτλος δεν βοηθάει και πολύ τον κόσμο να καταλάβει τι γίνεται. Το απίστευτο ανήκει στην φαντασία, επιθεωρητά. Κατοικεί κάπου μακριά από ‘δω, γύρευε πού. Και η περιπέτεια έχει μια ρομαντική αύρα. Και τα δύο μαζί δεν ακούγονται και τόσο άσχημα, δεν συμφωνείς επιθεωρητά; Τώρα που οι τρεις κοπέλες σου μίλησαν για τις «απίστευτες περιπέτειές» τους, τι έχεις να πεις; Στην υγειά σου. Δεν είναι κακό, είναι μάλλον καλό αυτό το ουίσκι. Σε ενοχλεί ο καπνός; Σίγουρα όχι. Σχεδόν τίποτα δεν πρέπει να σε ενοχλεί με τη δουλειά που κάνεις.

Πες μου… σε καύλωσαν οι ιστορίες τους; Έτσι όπως καθόντουσαν αβοήθητες, σπασμένες, με τα εσώρουχά τους και ό,τι σκατά κουβέρτες έριξες στους ώμους τους και μιλούσαν και σου έλεγαν για όσα πέρασαν, βάζω στοίχημα ότι το μυαλουδάκι σου έπαιζε με την ασπρουλιάρικη ηθική σου. Και σε καύλωναν, είμαι σίγουρη.

Δεν χρειάζεται να θυμώνεις. Λογικό είναι. Χαλάρωσε. Βρήκες λοιπόν τις τρεις, μένει το διαβατήριό της Μάγια Ιβανέτσκο. Γέμισέ μου το ποτήρι.Την ήξερα καλά. Όμορφη, πολύ όμορφη και νέα. Και ηλίθια. Ήρθε από την Σουηδία. Ο πατέρας της ήταν Τσέχος, η μητέρα της Πολωνή. Το ’89 έφυγαν και οι δύο από τις μπασταρδοχώρες τους, νόμιζαν ότι ήταν ελεύθεροι πια και πήγαν στην Σουηδία. Νόμιζαν ότι οι δρόμοι του Μάλμε είναι στρωμένοι από χρυσάφι. Από σκατά είναι στρωμένοι οι δρόμοι του Μάλμε και από μίσος. Λίγοι άνθρωποι μισούν τους ξένους όσο οι Σουηδοί. Το κατάλαβαν νωρίς. Βρήκαν δουλειές του κώλου, ό,τι δεν γούσταραν να κάνουν οι ντόπιοι, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, παντού την ίδια τύχη έχουν οι μετανάστες. Χωράφια, καθαρίστριες, οικοδομή, ψαράδικα, πουταναριό, τέτοια. Κι όμως, μέσα στα σκατά βρήκαν χώρο να αγαπηθούν. Τι σου λέει αυτό για την αγάπη, επιθεωρητά Χάνινγκς; Δεν σου λέει πως είναι μια πράξη απελπισίας; Ο Μποντλέρ το πίστευε.

Εντυπωσιάστηκες, το βλέπω. Αναρωτιέσαι πως μπορεί μια γυναίκα σαν και εμένα να ξέρει τον Μποντλέρ. Ξέρω αρκετά πράγματα. Τίποτα από μόνη μου. Όσα έμαθα, τα έμαθα επειδή τα ήξερε εκείνο το κορίτσι.

Τα κατάφεραν καλά οι δυο τους. Έφτιαξαν μια μικρή επιχείρηση, ένα συνεργείο καθαρισμού και γυάλιζαν σπίτια. Έχουν πολλή βρώμα τα καθαρά σπίτια, όμως τα καθάριζαν προσεκτικά και έβγαζαν καλά λεφτά. Είχαν ένα παιδί, εκείνο το όμορφο κορίτσι. Όπως ήταν λογικό, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μεγαλώσει η Μάγια σαν γνήσια Σουηδή. Σπούδαζε Αγγλική φιλολογία, ήταν στο δεύτερο έτος. Είχε μια παράξενη αγάπη για τα γράμματα. Δεν της φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμη η λογοτεχνία όταν χρειαζόταν γνώσεις πιο πρακτικές όμως την δικαιολογώ. Σπανίως αγαπάμε πρακτικά πράγματα. Πώς τα ξέρω όλα αυτά; Την ήξερα καλά, στο είπα. Πολύ καλά. Ήμουν εκεί, δεν θυμάμαι πού, ούτε και πώς, έχουν περάσει χρόνια, σχεδόν μια δεκαετία όμως δεν λέω ψέματα, στ’ ορκίζομαι, είδα με τα μάτια μου τον Τέντι να χώνει το αηδιαστικό καυλί του στον κώλο της για πρώτη φορά, την θυμάμαι σαν τώρα να ουρλιάζει, τα μάτια της να σφίγγονται και να ξερνάει πάνω του. Τρία πλευρά της έσπασε εκείνο το απόγευμα…Θα χρειαστώ άλλο ένα, ευχαριστώ. Όχι. Όχι χαρτομάντιλα, έτσι είναι καλύτερα.

Απορώ πού βρήκε το κουράγιο να τον κλωτσήσει με τη φτέρνα μέσα στο στόμα, είχε τόση πρέζα στο αίμα της και τόση ήττα, δεν ξέρω. Άναψε μου το τσιγάρο κι αν θες, πάρε αυτό το γαμημένο φωτιστικό από το τραπέζι. Μιλάω, έτσι δεν είναι; Θα στα πω όλα, δεν χρειάζονται όλα αυτά. Δεν μπορώ να σου κάνω τίποτα. Η κάμερα γράφει, είμαι σχεδόν γυμνή, όχι, δεν με ενοχλεί, υποθέτω εσύ νοιώθεις πιο άβολα, απλώς πάρε το φως από τα μάτια μου και σπρώξε κοντά μου το σταχτοδοχείο.

Η ηλίθια η Μάγια, χωνόταν με τις ώρες μέσα στη βιβλιοθήκη, αγάμητη, αδοκίμαστη κι εκεί έξω παιζόταν το παιχνίδι και δεν είχε πάρει μυρωδιά. Παρέα με τους ποιητές τη μέρα, με το μεσαίο της δάχτυλο το βράδυ. Εκείνη την εποχή είχε μπλέξει με τις φοιτητικές οργανώσεις, είχαν γεμίσει τα μυαλά της με ιδέες, ξέρεις, από εκείνες που μιλούν για ισότητα και σοσιαλισμό.

Βιαζόταν να φτάσει στο αμφιθέατρο. Ο Χένινγκ Μάνκελ μόλις είχε επιστρέψει από την Λωρίδα της Γάζας και θα έδινε μια ομιλία για την επιδρομή της ανθρωπιστικής νηοπομπής από Ισραηλινούς στρατιωτικούς. Μέρες το συζητούσε με τους γονείς της. Τα σκέλια της ήταν μονίμως μουσκεμένα από τον ενθουσιασμό. Η ηλίθια…

Είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. Λίγο πριν φτάσει στο πανεπιστήμιο άκουσε πίσω της μια φωνή. Όταν γύρισε είδε έναν χαμογελαστό νεαρό να την πλησιάζει κρατώντας ένα βιβλίο.

«Είναι δικό σου;»

Αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσε από το στόμα του. Η φωνή του ήταν εξωτική, είχε μια βαριά βρετανική προφορά που της άρεσε. Της είπε πως το βρήκε στον δρόμο μερικά βήματα πιο πίσω και υπέθεσε πως της ανήκει. Η Μάγια κοίταξε το βιβλίο. Ήταν «Τα Άνθη του Κακού». Το είχε μαζί της και αργότερα. Αυτό μόνο, τίποτα άλλο. Ναι, λίγο ακόμα βάλε. Ωραία, ευχαριστώ.

Εντυπωσιάστηκε φυσικά. Όσο εκείνος χαμογελούσε, της φαινόταν πως έλαμπε. Του απάντησε πως δεν ήταν δικό της. Την χαιρέτισε, της είπε «κρίμα, είναι υπέροχο» και έφυγε προς το αμφιθέατρο ρίχνοντας πίσω του ματιές. Έμεινε για λίγο εκεί να τον κοιτά και έπειτα συνέχισε τον δρόμο της.

Η διάλεξη την είχε συνεπάρει, ο Μάνκελ ήταν εκπληκτικός ομιλητής, τα μάτια της έλαμπαν από ενθουσιασμό και ολόκληρο το απόγευμα, ούτε που σκέφτηκε τον νεαρό με το βιβλίο. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν εικόνες που είχε φυτέψει μέσα στο μυαλό της ο Μάνκελ. Ανθρωπιστές να προσπαθούν να σπάσουν το εμπάργκο της Γάζας, έξι πολιτικά πλοία, οι Ισραηλινοί να εισβάλουν, τον πανικό που επικράτησε, τις ανθρώπινες ζωές που πήραν εν ψυχρώ πάνω στο κατάστρωμα, την αδικία, ξέρεις… Ο δυνατός και ο αδύναμος; Ο θύτης και το θύμα; Υπαρξιακές, νεανικές  μαλακίες για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Όταν είσαι νέος υποθέτεις πως η ανθρώπινη ζωή υποβιβάζεται και χάνει την αξία της περιστασιακά, σποραδικά ανά τον κόσμο με θηριωδίες, φανατισμό και άκρατη βία. Εσύ όμως, είσαι μεγάλο παιδί επιθεωρητά Χάνινγκς. Ξέρεις ποια είναι η αλήθεια. Η αξία της ανθρώπινης ζωής υποβιβάζεται εδώ ακριβώς, στο κάθε εδώ του κάθε ανθρώπου. Κάθε μέρα χέζεις και κατουράς και γαμάς τη ζωή σου μόνος σου.

Η Μάγια δεν το ήξερε αυτό και εκείνο το βράδυ είχε ένα μυαλό παραφουσκωμένο από λογοτεχνικές μελό φιλοσοφίες.

Βγαίνοντας από το αμφιθέατρο την περίμενε στην πόρτα όλο μάτια χαμηλωμένα, αναψοκοκκινισμένα μαγουλάκια και συστολικά χαμόγελα. Μεγάλη πουτάνα ο Γιούαν. Σου είπα πως τον έλεγαν Γιούαν, σωστά; Ναι, Γιούαν Κάλουμ, αυτό ήταν το όνομα του, από το Μπέλφαστ, είχε πάει στο Μάλμε μόνο και μόνο για να παρακολουθήσει την ομιλία του Μάνκελ, έτσι της είπε αργότερα στο μπαρ.

Ήταν γοητευτικός καριόλης ο Γιούαν, αυτό μπορώ να το πω με σιγουριά, τον γνώρισα βλέπεις όταν αργότερα βρέθηκα στο Λονδίνο δεμένη στο κρεβάτι. Ερχόταν και με τρυπούσε. Με πρέζα μόνο στην αρχή. Αργότερα με το πουλί του. Τότε, βέβαια, δεν τον έβρισκα και τόσο γοητευτικό όμως δεν θα με ένοιαζε κι αν ήταν ο πιο άσχημος άντρας του πλανήτη, θα έκανα τα πάντα για εκείνον. Δεν είχε πρόσωπο, καταλαβαίνεις; Είχε την ηρωίνη. Την ετοίμαζε καθισμένος στον καναπέ με το πουλί του μέσα στο στόμα μου. Τώρα, αυτό προϋποθέτει ταλέντο, δεν συμφωνείς;

Η Μάγια όμως δεν είχε γνωρίσει αυτόν τον Γιούαν. Είχε γνωρίσει έναν νέο άντρα, όμορφο που αγαπούσε την λογοτεχνία όσο και εκείνη, ντρεπόταν για αυτή του την αγάπη όσο και εκείνη, ήταν καυλωμένος όσο και εκείνη και έδειχνε πιο αγνός κι από φρέσκο χιόνι.

Μέχρι να τελειώσουν τα ποτά, η Μάγια ένοιωθε πως είχε επιτέλους βρει το άλλο της μισό.

Πόσο ανόητα είναι τα κορίτσια… πόσο απελπιστικά ανόητα! Όλο πρίγκιπες, άσπρα άλογα και νεκρούς δράκους. Αλλά δεν είναι αλήθεια, εσύ, επιθεωρητά, το ξέρεις καλά. Οι δράκοι δεν είναι νεκροί.

Όταν την πήγε μέχρι το σπίτι της εκείνο το βράδυ, της έβαλε στα χέρια τα «Ανθη του Κακού». Της είπε πως αυτό το βιβλίο, έπρεπε να το κρατήσει. Της είπε πως στις σελίδες του έκρυβε κάποιο καρμικό μυστικό αφού τους έφερε κοντά. Πιστεύετέ στο κάρμα, επιθεωρητά Χάνινγκς; Άδειασε, αν έχεις την καλοσύνη… Ναι, και ένα ακόμα τσιγάρο, μην ρωτάς, απλά άναβε.

Δεν περίμενα να πιστεύεις σε κάτι τέτοιο. Κι εγώ δεν πιστεύω πια σε μοιραία περιστατικά, ούτε σε προσχεδιασμένες από κάποια ανώτερη ύπαρξη ανθρώπινες ζωές. Κάποτε πίστευα. Πίστευα σχεδόν στα πάντα. Κάρμα, μοίρα, Θεός, γραμμένο, όλα. Τώρα ξέρω πως δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη που να ενδιαφέρεται για τα σκατένια τομάρια μας. Έχω δει πολλά… έχω κάνει πολλά για να πιστεύω σε κάτι τέτοιο.

Η Μάγια; Ω, εκείνη πίστευε σε κάτι τέτοια. Πίστευε με όλη της την ψυχή! Κι όταν αργότερα, μόνη της ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άνοιξε το βιβλίο και είδε έναν φάκελο με το όνομα του Γιούαν Κάλουμ και την διεύθυνση του στο Μάλμε, ένοιωσε πως ολόκληρο το γαμημένο το σύμπαν είχε στρέψει την ενέργεια του προς μία και μόνη κατεύθυνση: να την οδηγήσει ξανά κοντά του. Δεν ξέρω αν το διάβασε ποτέ αυτό το βιβλίο, δεν θυμάμαι. Εκείνο το βράδυ σίγουρα όχι. Η μορφή του είχε εισβάλει μέσα στο κεφάλι της. Το ακούμπησε πάνω στο γυμνό της στήθος, έγλυψε τα δάχτυλα της και άρχισε να τρίβεται. Τα ξημερώματα την πήρε ο ύπνος με μουλιασμένο χέρι.

Τέτοια επίδραση έχει το όνειρο πάνω σε έναν νέο άνθρωπο. Όχι, δεν ήταν καυλωμένη, δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Ήταν μόνη. Μέσα σε εκατοντάδες, σε χιλιάδες ανθρώπους που κανείς δεν την καταλάβαινε, δεν ήξεραν τι να της πουν, πώς να της το πουν και πώς να την δεχτούν, να αναγνωρίσουν αυτό που ήταν η Μάγια Ιβανέτσκο. Τι ήταν; Μα, το ρωτάς; Ένα παιδί σαν όλα τα υπόλοιπα, τίποτα ιδιαίτερο. Όμως, δεν έχει σημασία τι ήταν στην πραγματικότητα, αλλά τι πίστευε πως ήταν. Ένας παρίας. Μία ψυχή χαμένη στους Κίπλινγκ και τους Κιτς και τους Μπάιρον. Μια γυναίκα που όταν διάβασε το «Λαχταρώ» της Κέιν γονάτισε από πόνο. Και λαχταρούσε με την ίδια απελπισμένη ένταση.

Εκείνο το απόγευμα η λαχτάρα της την οδήγησε στην διεύθυνση που έγραφε ο φάκελος. Χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε. Κουβαλούσε μέσα της εκείνο το πρώτο δευτερόλεπτο που τον συνάντησε στην είσοδο. Την έκπληξη του. Το χαμόγελο που ακολούθησε. Τον τρόπο που παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Τόσο ακριβά όλα και γεμάτα χνουδωτή απαλότητα.

Μετά έκλεισε η πόρτα πίσω της και άκουσε με κάποια ανησυχία την κλειδαριά να κλειδώνει.

Κάθισαν σε έναν βρώμικο καναπέ στην μέση ενός βρώμικου δωματίου. Αυτό δεν την ενόχλησε. Εκείνο που της έκανε εντύπωση ήταν πως πουθενά σε ολόκληρο το δωμάτιο δεν είδε ούτε ένα βιβλίο.

Την ρώτησε αν ήθελε να πιει κάτι. Ένα τσάι, ίσως. Του απάντησε πως ήθελε. Λίγο αργότερα της το έφερε με ζάχαρη και γάλα. Καθόταν δίπλα της και την παρακολουθούσε να ρουφάει μικρές γουλιές χωρίς να λέει λέξη. Μόνο χαμογελούσε.

Ξέρεις τι σκέφτηκε η Μάγια Ιβανέτσκο, πριν χάσει τις αισθήσεις της εκείνο το απόγευμα; Όχι, δεν σκέφτηκε πως είχε χωθεί στα σκατά μέχρι τον λαιμό. Αυτό θα ήταν το λογικό. Δεν σκέφτηκε καν τους γονείς της που πιθανότατα θα πέθαιναν από ανησυχία όταν δεν θα επέστρεφε. Σκέφτηκε την Σάρα Κέιν να σπαρταράει με την θηλιά γύρω από το λαιμό της. Και πως, σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα στην αυτοχειρία και τον θάνατό της, είχε αρκετό χρόνο για να το μετανιώσει. Και να μην μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό.

Όταν συνήλθε βρισκόταν γυμνή πάνω στο κρεβάτι. Άρχισε να κλαψουρίζει, κοίταξε γύρω της, φώναξε για βοήθεια με το κεφάλι στραμμένο προς τα κλειστά παράθυρα και τα κατεβασμένα στόρια, φώναξε πιο δυνατά, προσπάθησε να σηκωθεί όμως τα μέλη της ήταν μουδιασμένα, λύγισαν τα γόνατα της και έπεσε στο πάτωμα. Άκουσε βήματα πίσω της και μετά ένοιωσε ένα χέρι να την αρπάζει από τα μαλλιά και να την πετάει πάνω στο κρεβάτι. Της είπε να το βουλώσει. Δεν την ακούει κανείς, τελείωσε. Της πήγε ένα πιάτο με ένα μίζερο σάντουιτς. Δεν ήθελε να το φάει, ήθελε να φύγει.

Ω, της το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν θα πήγαινε πουθενά όταν έβγαλε από την τσέπη του την λεπίδα. Ένα ξυράφι από τα παλιά μπαρμπέρικα που τώρα είναι ξανά στη μόδα. Τότε δεν ήταν.

Το έβαλε κάτω από τον λαιμό της. Παρέλυσε.

«Φάε, μωρό μου. Φάε αλλιώς θα σε κόψω στα δύο.»

Έφαγε όσο άντεχε το στομάχι της, σίκαλη, δάκρυα και μύξες. Έχασε ξανά τις αισθήσεις της. Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο. Μας πήγαιναν σε ένα ριμάδι, έξω από το Λονδίνο πρώτα. Όχι, δεν ξέρω να σου πω πού. Εκεί μας… εκπαίδευσαν. Πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά κορίτσια μέσα στο αχούρι, πεταμένες η μία πάνω στην άλλη. Στρώματα παντού.

Η βρώμα, επιθεωρητά. Η βρώμα εκεί μέσα ήταν το πρώτο πράγμα που έπιανε ο εγκέφαλος σου όταν συνερχόσουν από την πρέζα. Η βρώμα μας έλεγε κάθε φορά πως όλα είχαν τελειώσει. Ανέβαινε από το δέρμα μας, από τα στρώματα, από κάθε γωνιά του πατώματος. Μετά το κλάμα και οι φωνές. Σύντομα έσβηναν όλα. Κάποιος έμπαινε στο δωμάτιο και μας τρυπούσε τη μια μετά την άλλη και χανόμασταν όλες.

Μετά από λίγο καιρό, η Μάγια σταμάτησε να κλαίει. Συνερχόταν, κοιτούσε γύρω της τις υπόλοιπες, σηκωνόταν και πήγαινε στην πόρτα, σαν κουτάβι, σαν σκυλί και κλαψούριζε. «Ακούει κανείς; Ακούει κανείς;»

Άκουγαν οι μπάσταρδοι και γελούσαν μαζί της από το δίπλα δωμάτιο αλλά δεν πήγαιναν αμέσως. Την άφηναν εκεί να παρακαλάει και ιδρώνει κι όταν την έπιανε άγρια η στέρηση και διπλωνόταν από τον πόνο, τότε ξεκλείδωναν την πόρτα και έμπαιναν μέσα.

Ξέρεις πόσες δόσεις χρειάζεται για να γίνει ένας υγιής, χαρούμενος άνθρωπος πρεζάκι; Τρεις. Μετά αρχίζουν οι πόνοι στα κόκκαλα και οι διάρροιες, σε τσακίζει.

Σερνόταν χεσμένη πάνω της, με τα πόδια της λερωμένα ως τα πέλματα, πατούσε πάνω στα ίδια της τα σκατά και έφτανε κοντά τους. Μέσα στα μάτια τους κοιτούσε.

Ο Γιούαν ήταν εκεί καμιά φορά. Τις φορές που ερχόταν συνήθως έφερνε και κάποια νέα. Αυτό της ήταν ανυπόφορο. Όχι, δεν την ένοιαζε η μοίρα της καημένης που είχαν κουβαλήσει, μην γίνεσαι ανόητος. Η Μάγια είχε ξεμακρύνει από τον άνθρωπο που ήταν κάποτε. Η Μάγια δεν ήταν πια άνθρωπος.

Οι φωνές τους, αυτό την ενοχλούσε. Τα κλάματα και τα παρακάλια της τρυπούσαν το κεφάλι και την πονούσαν γιατί οι νέες ήταν επίμονες και ηλίθιες, πίστευαν πως με τις φωνές του θα άλλαζαν τα πράγματα, θα γινόταν κάτι. Τίποτα δεν γινόταν.

Αυτό κράτησε καιρό, δεν ήξερε πόσο. Ο χρόνος είναι σχετικός, σωστά; Στα Χάι δεν υπάρχει, στη σαπίλα υπάρχει μόνο αυτός. Όπως και να ‘χει, κάποια μέρα μπήκαν μέσα στο δωμάτιο και την πήραν σηκωτή από τις μασχάλες. Ο Γιούαν ήταν ο ένας, τον άλλο δεν τον ήξερε, δεν είχε μάθει το όνομα του, τουλάχιστον. Αργότερα το έμαθε. Τέντι Φάρκλ, ένας τεράστιο τύπος με σπασμένο μούτρο και διαβολικά, μπλε μάτια. Τα ξέρω καλά αυτά τα μάτια. Ήταν ο γαμιάς μας.

Την πέταξαν μέσα στη μπανιέρα και την έπλυναν με καυτό νερό και σαπούνι. Τη σκούπισαν και την πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο, ήμουν κι εγώ εκεί, νομίζω, έχω την αίσθηση πως ήμουν εκεί, ίσως σε κάποια γωνιά, για πριν ή μετά ή… δεν ξέρω. Προσπαθώ να θυμηθώ, βάλε λίγο ακόμα, μην ανησυχείς, θα τα θυμηθώ όλα, ακόμα καλύτερα με αλκοόλ, με βοηθάει να καταπιώ όσα λίγα ανθρώπινα με κρατάνε από το να μιλήσω για αυτή την ιστορία όπως πρέπει, χωρίς κυριλέ γλυκόλογα και καθωσπρεπισμό, ωμά, όπως έγιναν. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Μόνο έτσι μπορώ να σου εξηγήσω πώς με βρήκατε έτσι όπως με βρήκατε σήμερα. Θα θυμηθώ, είμαι σίγουρη, απλά γέμισε ξανά το γαμημένο το ποτήρι.

Είχε μόνο ένα κρεβάτι μέσα, τίποτα άλλο. Τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα με σανίδες, δεν έβλεπε έξω. Τους παρακάλεσε. «Έχεις; Δώσε μου, σε παρακαλώ…»

Τώρα, επιθεωρητά, πρέπει να καταλάβεις. Η Μάγια είχε περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή. Οι άνθρωποι που την απήγαγαν είχαν φροντίσει να εκμηδενίσουν ό,τι ήταν μέσα της ανθρώπινο. Είχαν φροντίσει να γίνει μια άδεια σακούλα, ένα τσουβάλι κατάλληλο για δύο μόνο πράγματα. Για πρέζα και σπέρμα. Δεν την ένοιαζε τίποτα πια, γιατί τίποτα δεν υπήρχε. Ούτε το Μάλμε, ούτε οι γονείς της, ούτε ο έρωτας, το μέλλον, η ελπίδα, ούτε οι λογοτεχνικές πίπες που αράδιαζε με ύφος στο παρελθόν υπήρχαν. Τίποτα δεν υπήρχε από εκείνη. Μόνο η ηρωίνη. Δεν ήταν οι απαγωγείς της. Ήταν σωτήρες. Ήταν οι άνθρωποί της. «Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο…»

Έλα, πες το. Είμαι γυμνή, στα γόνατα, σε κοιτάω μέσα στα μάτια σαν Θεό, έχεις κάτι που λαχταρώ, απλώνω τα χέρια μου πάνω σου και σου λέω με τρεμάμενα χείλη: «Σε παρακαλώ… δωσ’ το μου.»

Τι μου απαντάς, επιθεωρητά; Έλα, μωρό μου. Πες το εσύ, ορίστε, θα σκύψω, να, έτσι, πάνω από το τραπέζι, καλύτερα; Στο ζητάω τόσο ευγενικά… Τι θα μου πεις;

Πάλι θυμώνεις, αλλά δεν πρέπει. Ξέρω πως δεν θυμώνεις μαζί μου, βλέπω την φλέβα στον λαιμό σου να χτυπάει, τα μάγουλα σου κοκκινίζουν, οι κόρες των ματιών σου διαστέλλονται, το μυαλό σου προσπαθεί να κατασπαράξει την εικόνα μου. Ξέρω πως θυμώνεις με τον εαυτό σου που φτιάχνεται από την αδυναμία μου, από την θέα της σάρκας και μόνο, θα περίμενες κάτι καλύτερο από εσένα και σε απογοητεύεις. Όμως δεν πρέπει. Ζώα είμαστε όλοι. Τα ένστικτα κυριαρχούν, ό,τι ρούχα ηθικής, λογικής και ψυχικής υπεροχής κι αν τους φορέσεις, στο τέλος αυτά κερδίζουν.

Η απάντηση του Τέντι ήταν απλή.

«Θα σου δώσω, ό,τι θες. Αλλά, τι θα κάνεις εσύ για μένα;»

Κι εκείνη; Τι φαντάζεσαι πως απάντησε;

Σωστά. «Τα πάντα». Αυτό απάντησε.

Της έδεσε τα χέρια στο κρεβάτι, δεν μπήκε στον κόπο να γδυθεί, κατέβασε το παντελόνι και γονάτισε μπροστά της πάνω στο στρώμα. Της γέμισε το στόμα, σκλήρυνε όταν είδε τα δάκρυα να γλιστράνε πάνω στα μάγουλα της. Πήγε τότε και στάθηκε ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια και τα σήκωσε πάνω από τους ώμους του με τα χέρια του.

Ω, έλα τώρα. Φυσικά και χρειάζονται αυτές οι λεπτομέρειες, γλυκέ μου Χάνινγκς. Είναι η τελευταία νύχτα της Μάγια Ιβανέτσκο. Δεν θέλεις να τα ξέρεις όλα; Όχι; Καλά, θα αφήσω απ’ έξω όσα δεν αντέχει η υποκριτική ψυχούλα σου. Θα σου πω μόνο πως κάποια στιγμή, ενώ εκείνος της έσκιζε κυριολεκτικά τον κώλο, ο πόνος που την τύφλωνε έγινε θυμός, οργή και αηδία. Ξέρασε πάνω του, χωρίς να βγει από μέσα της άρχισε να την χτυπάει, την πήρε το αίμα και τότε μάζεψε το αριστερό της πόδι στο στήθος και το τίναξε με όλη της την δύναμη στο στόμα του Τέντι. Έσκουξε σαν μωρό ο καριόλης και έπεσε με το κεφάλι από το κρεβάτι. Όταν σηκώθηκε ξανά, ήταν ματωμένος και τα μάτια του έκαιγαν διαβολεμένα.

Όχι. Δεν ξέρω τι έγινε μετά. Ξέρω πως όταν αργότερα άνοιξα τα μάτια μου, μύριζα γιασεμί, τα μαλλιά μου ήταν βρεγμένα, τα χέρια μου δεμένα στο κεφαλάρι και ήμουν ξαπλωμένη με τα πόδια ανοιχτά και πονεμένα πάνω σε καθαρά σεντόνια, σε εκείνο το κρεβάτι που είχαν ξαπλωμένη την Μάγια. Δίπλα μου ο Τέντι σκούπιζε το πουλί του και με κοίταζε λοξά. Τα χείλια του ήταν πρησμένα. Καθώς έφευγε τον άκουσα να μου λέει «δεν τελειώσαμε. Θα ξανάρθω». Μετά με χτύπησε η πρέζα στο κεφάλι και έχασα τις αισθήσεις μου.

Ούτε ξέρω πόσο καιρό ήμουν εκεί. Ο Τέντι ερχόταν, έκανε τα κόλπα του ξανά και ξανά, δύο, τρεις φορές τη μέρα. Πονούσα παντού αλλά η ηρωίνη βοηθούσε. Ναι, τα ναρκωτικά με έσωσαν. Ξέρεις,  η τρέλα. Είναι αληθινή. Ακούς το μυαλό σου να σπάει, επιθεωρητά Χάνινγκς.

Σε έχουν βιάσει, ποτέ; Σε έχουν βασανίσει; Μα, τι ρωτάω. Φυσικά και όχι. Όχι, δεν το εύχομαι. Μόνο που καμιά φορά το κάνω. Καμιά φορά λέω «ας τον έχουν βασανίσει. Ας έχουν χώσει μέσα του κάτι αρκετά χοντρό ώστε να σκίσουν το κορμί του. Ας έχει παρακαλέσει για λύτρωση, ας έχει, ρε πούστη μου, απελπιστεί βλέποντας πως δεν υπάρχει λύτρωση και σωτηρία.»

Κακία; Μα ποιος μίλησε για κακία; Όχι, δεν σκέφτομαι μοχθηρά. Αλλά, αν έστω για μια στιγμή είχες δοκιμάσει την συντριβή του βασανισμού, θα ήξερες ποια είναι η όψη της τρέλας. Θα είχες ακούσει το μυαλό σου να σπάει σιγά- σιγά. Και θα μπορούσες να καταλάβεις.

Δεν είσαι άνθρωπος μετά. Παίρνεις απόσταση. Είσαι κάτι άλλο, ένα νέο είδος πλάσματος. Η προδοσία που νοιώθεις όταν σε βασανίζουν είναι σαρωτική, επιθεωρητά Χάνινγκς. Αρνείσαι να λέγεσαι άνθρωπος όταν άλλος άνθρωπος σε εκμηδενίζει, δεν μπορείς, πρέπει να είσαι κάτι άλλο.

Με βίαζε ο Τέντι Φάρκλ. Και σιγά- σιγά μου έκοβε την πρέζα. Όχι, αυτό δεν έγινε απότομα. Έγινε σταδιακά. Η πρέζα κοστίζει κι εγώ δεν είχε βγάλει ούτε δεκάρα ακόμα. Άσε που, κόβοντας τα ναρκωτικά σταδιακά ενώ με γαμούσε, άφηνε μέσα μου τη σφραγίδα της πουτανιάς και έσβηνε την εξάρτηση. Είναι ένα ψυχολογικό παιχνίδι που το ξέρουν καλά στον υπόκοσμο.

Με τάισαν. Με έπλυναν. Μου αγόρασαν ρούχα και εσώρουχα για την δουλειά. Έβγαλαν φωτογραφίες και τις ανέβασαν σε δεκάδες σάιτ, όχι δεν ξέρω πως λέγονται, αυτό είναι δουλειά σου, σωστά;

Σε όλες είχα άλλη ιστορία. Ήμουν Ρουμάνα, Σλοβάκα, Λετονή, Ιταλίδα, ό,τι γουστάρεις. Μα σε όλες είχα το ίδιο όνομα.

Μίστι Λαβ.

Χρέωναν ενενήντα λίρες για μισή ώρα. Εκατό πενήντα για μια και κάνε ό,τι θες, αρκεί να μην φαίνεται πολύ.

Ναι, ήμασταν αρκετές. Για δύο χρόνια μας είχαν μέσα σε ένα σπίτι κοντά στο Σίτι. Εφτά. Δεν βγαίναμε. Τρώγαμε ό,τι μας έφερναν ή ό,τι περίσσευε από τον Τέντι και τους άλλους που ερχόντουσαν καμιά φορά. Κοιμόμασταν όποτε δεν είχε δουλειά. Αλλά, ξέρεις, το Σίτι δεν κοιμάται ποτέ. Ερχόντουσαν άντρες κάθε ώρα της ημέρας. Παίρναμε η καθεμία από είκοσι έως τριάντα καυλιά τη μέρα. Έκανες τις πράξεις; Τους βγάζαμε τρία χιλιάρικα η μία. Είκοσι τη μέρα. Κάθε μέρα. Ένα εκατομμύριο τον χρόνο. Ακούς; Η κάθε γυναίκα, επιθεωρητά!

Τα πρώτα δύο χρόνια τα έβγαλα μέσα σε εκείνο το μπουρδέλο. Οι τζόνηδες είναι πολλοί. Δεν θα το πιστέψεις, ακόμα κι αν σου πω, τι μπορεί να γουστάρει ο κάθε ένας καθωσπρέπει οικογενειάρχης στο κρεβάτι. Μας χρησιμοποιούσαν, Χάνινγκς, σκληρά, βίαια πράγματα. Όχι, μερικές σφαλιάρες και κανένα βρωμόλογο είναι πολύ εντάξει γαμήσι, στο λέω, πάνω στην έξαψη, το λες πόθο, πάθος, λίγη βία ομορφαίνει τα βράδια, δεν νομίζεις; Όμως ο τζόνης που θα στάξει εκατό πενήντα λίρες και φοράει βέρα, δεν θα το κάνει για «λίγη βία». Αυτό το βρίσκει και στο κρεβάτι του. Θα το κάνει για να δει αίμα. Θα το κάνει για να εξουσιάσει, να δηλώσει ιδιοκτησία και να χρησιμοποιήσει κάτι απρόσωπο, άψυχο, που δεν δίνει δεκάρα αν πονάει, που δεν μπορεί να πονάει στο φινάλε γιατί δεν είναι ανθρώπινο πράγμα αυτό το πουταναριό πάνω στο κρεβάτι, ένα υλικό είναι.

Πολλές φορές βγαίναμε από το δωμάτιο και δεν μπορούσαμε ούτε να περπατήσουμε. Συχνά μας έσπαγαν, κυριολεκτικά μας έσπαγαν. Είχαν μια γιατρό για αυτές τις στιγμές. Ερχόταν και μας φρόντιζε, η ψώλα, και ούτε μας κοιτούσε. Ήταν μια εξηντάρα ξερακιανή, αργότερα έμαθα πως την έβαλε στο κόλπο ο γιος της. Είχε μαγαζί, εδώ, στο Λίβερπουλ. Όχι, όχι τέτοιο. Εσώρουχα πουλούσε, παντρεμένος, δύο παιδιά, δώδεκα και έξι χρόνων. Τζέραλντ Ράμσεϊ. Πήγαιναν οι νταβάδες και αγόραζαν κιλοτάκια του κιλού για τα μπουρδέλα. Αυτός; Θα φτάσουμε και σ’ αυτόν. Άναψέ μου πάλι, ναι.

Δύο χρόνια μετά, ο Τέντι με πούλησε. Ένας Τούρκος έκανε τη δουλειά. Τριάντα χιλιάρικα, το έμαθα, μου το είπε το αρχίδι ο Τέντι. Ήταν χαρούμενος. Με είχε αγοράσει δέκα χιλιάρικα. Ναι. Μια νεαρή, εκπαιδευμένη πουτάνα κοστίζει ακριβότερα από μια νεαρή γυναίκα που μόλις έπεσε στα χέρια τους. Εκτός κι αν είναι δώδεκα, δεκατριών χρονών και παρθένα. Τότε αλλάζει το πράγμα γιατί την βγάζουν σε δημοπρασία στο δίκτυο. Μπορεί να πιάσει μέχρι και εκατό χιλιάρικα την πρώτη φορά. Μετά διακόσιες λίρες εύκολα.

Κόστος, μηδέν για τον Τούρκο. Για αυτό η πόρνη από δεύτερο χέρι έχει μεγάλη αξία. Έτοιμο υλικό, στρωμένο. Ούτε θυμός, ούτε ελπίδα. Αζίζ. Ή «Μαύρο». Δεν έμαθα κάτι άλλο. Είχε πάψει να με νοιάζει. Άσε που ο Τούρκος δεν πατούσε το πόδι του εκεί που μέναμε. Μας είχε σε διάφορα σάιτ και μας έστελνε σε σπίτια. Ο κόσμος με ζητούσε συγκεκριμένα. Είμαι καλή και πρόθυμη. Θέλεις να δεις; Φυσικά θέλεις, αλλά δεν μπορείς. Η Μίστι Λαβ ήταν το καλό χαρτί του. Με πρόσεχε πολύ. Ήταν καλύτερα από πριν. Εφτά χρόνια, επιθεωρητά. Έχω καβαλήσει χιλιάδες  άντρες, αρκετούς από τους συνάδελφούς σου επίσης. Δεν έχω παράπονο, οι περισσότεροι ήταν εντάξει παιδιά. Έχετε όμως θέμα με μια γυναίκα στα τέσσερα. Αγαπάτε το «ελληνικό», επίσης. Θα έλεγε κανείς πως ολόκληρο το σώμα αποτελείται από κωλομπαράδες.

Λίγο ξύλο, πολύ δουλειά. Ναι, ήταν πια η δουλειά μου. Τι ήμουν πριν; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω. Αν με ρωτάς τώρα, θα σου πω ότι γεννήθηκα πουτάνα. Δεν ξέρω. Πρέζα δεν έκανα στο Λίβερπουλ, ήμουν καθαρή. Απελπισμένη ώρες- ώρες αλλά καθαρή. Έτρωγα, έχεζα, πλενόμουν, κοιμόμουν, δούλευα. Παρηγορούσα τις νέες. «Γίνεται πιο εύκολο», τους έλεγα. «Σκληραίνει μετά και δεν σε πονάει τόσο». Τα ίδια δεν κάνει ο καθένας από εσάς; Ίδιες, περίπου, δεν είναι όλων μας οι ζωές;

Ξέρεις, στο Σίτι όσο ήμουν, δεν πέρασε ούτε μια μέσα στο μπουρδέλο που να μην αναρωτηθώ πότε θα εμφανιστείτε. Μια επιδρομή. Ένας έλεγχος. Δεν είδαμε ποτέ ούτε έναν από εσάς. Δεν είναι περίεργο; Με τον καιρό, το ξεχνάς και αυτό. Άλλος ένας νεκρός πρίγκηπας μπροστά στον δράκο. Βέβαια, ο δράκος δεν ήταν ο νταβατζής, έτσι δεν είναι; Μέσα μας ζει και ο πρίγκιπας, μέσα μας και το θηρίο. Όμως, αλήθεια, επιθεωρητά Χάνινγκς, δεν έχω συναντήσει ως τώρα άνθρωπο που να κουβαλάει ξίφος και ασπίδα.

Όλα πήγαιναν καλά. Είχα βάλει με το μυαλό μου πως ήταν απλά μια δουλειά, ήμουν καλή, ξακουστή πουτάνα, η Μίστι Λαβ. Και τότε έμεινα έγκυος.

Το είπα στον Τούρκο. Μου είπε «καλό αυτό, είχα αρχίσει να πιστεύω ότι είσαι στείρα». Είπε θα με φρόντιζε.

Την επόμενη μέρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού, άνοιξε ο Μπεν, ένα πιτσιρίκι που είχαμε να μας προσέχει. Καλό παιδί, μας έφερνε περιοδικά και τσιγάρα οπότε μπορούσε. Δεν μας κοίταξε περίεργα ούτε μια φορά κι αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα. Δεν ήμασταν του γούστου του, αν με καταλαβαίνεις. Τους έφερε πάνω, στο δωμάτιο μου. Ήταν εκείνη η καριόλα, η γιατρός. Είχε γεράσει, σαν μούμια ήταν. Είχε μαζί της έναν ξερακιανό σαραντάρη, ένα σκυμμένο ανθρωπάκι, με κοιτούσε γεμάτος ντροπή και καύλα, πίσω από τους μυωπικούς φακούς του. Ο γιος της, υπέθεσα, εκείνος ο Τζέραλντ Ράμσεϊ.

Με ψαχούλεψε και έφυγε.

Νόμιζα θα το έριχναν. Νόμιζα θα μου έκαναν έκτρωση, απόξεση, ίσως ακόμα και στείρωση. Πέρασε ένας μήνας και ξανάρθε.

«Πότε θα το ρίξουμε;» την ρώτησα.

Εκείνη με κοίταξε και χαμογέλασε.

«Ποιος σου είπε ότι θα το ρίξουμε, γλυκιά μου;» μου απάντησε. Δεν είπε λέξη μετά από αυτό, όσο κι αν επέμενα να μου πει τι εννοούσε.

Ερχόταν κάθε δεκαπέντε και με εξέταζε. Με κράτησε μακριά από την πιάτσα για τρεις μήνες. Όταν μεγάλωσε η κοιλιά μου και φαινόταν μου έβγαλαν φωτογραφίες και τις ανέβασαν στο δίκτυο.

«Η Μίστι Λαβ «κουβαλάει» και διψάει για σπέρμα».

Χρέωναν πεντακόσιες λίρες την ώρα.

Όχι, καλά είμαι… απλά περίμενε λίγο… δώσε μου ένα λεπτό, ένα γαμημένο λεπτό, ρε πούστη μου… Θεέ μου! Θεέ μου! Καλά είμαι… πέρασε, σωστά; Πέρασε!

Ναι, ναι… δώσε μου ένα, φωτιά έχεις; Ωραία. Τώρα θα συνέλθω. Τώρα…

Δεν θα σου πω πόσοι θέλουν να σκίσουν ένα γκαστρωμένο μουνί, ούτε με τι τρόπο. Πάντως ήρθαν πολλοί. Παρά πολλοί.

Για έξι μήνες έβγαζα λεφτά. Μετά έσπασαν τα νερά μου πάνω στην δουλειά, ο τζόνης που με βόλευε γούσταρε και έχυσε μέσα σε λίγα λεπτά. Σηκώθηκε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας μετά, ούτε να με κοιτάξει δεν μπορούσε, ο μαλάκας. Ο Μπένι πήρε τη γιατρό.

Μου το πήραν εκεί το μωρό. Μέσα στη μπανιέρα. Ήταν αγόρι. Ένα όμορφο αγόρι.

Τον έπλυνε εκείνη η σκύλα με τα οστέινα χέρια της. Περίεργο. Η γυναίκα που με βοήθησε να γεννήσω έναν άνθρωπο παραμένει μια ξένη, μία μισητή ξένη που ούτε το όνομα της δεν έμαθα ποτέ.

Μου είπε να πλυθώ και να πάω στο κρεβάτι. Ούτε και ξέρω πως τα κατάφερα. Η γέννα σε τσακίζει. Ίσως απλά, να μην είχε μείνει τίποτα από μένα για να τσακιστεί.

Όταν βρέθηκα στο κρεβάτι μου έφερε το μωρό. Το κλάμα του, επιθεωρητά Χάνινγκς, ήταν ό,τι ομορφότερο έχω ακούσει στην ζωή μου. Μου είπε να τον ταΐσω. Μου έδειξε πώς. Και έφυγε. Έμεινα μόνη μου, εγώ και εκείνος. Εγώ και ο γιος μου.

Μόνο αν βρεθείς ναυαγός στη μέση του ωκεανού θα μπορέσεις να καταλάβεις τι ήταν εκείνο το παιδί για μένα, επιθεωρητά. Πνίγεσαι, σε σκεπάζουν τα κύματα, χτυπάς τα χέρια και τα πόδια σαν τρελός για να μείνεις στην επιφάνεια, αλλά έχεις κουραστεί, έχεις τόσο κουραστεί και την στιγμή ακριβώς που παραιτείσαι και αρχίζεις να βουλιάζεις, βλέπεις μπροστά σου ένα ξύλο, ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο που επιπλέει. Όχι, δεν είναι βάρκα. Δεν είναι ξηρά, βέβαιη σωτηρία. Ένα κομμάτι ξύλο είναι όλο κι όλο που το αρπάζεις και για λίγο επιπλέεις και σκέφτεσαι «θα τα καταφέρω, ίσως και να τα καταφέρω».

Ερχόταν κάθε μέρα επί τρεις μήνες να δει πως πάει ο θηλασμός, πως μεγαλώνει το μωρό, ο Τσαρλς, έτσι τον έλεγα. Ένα πρωί ήρθε και τον πήρε μακριά μου. Αν είπα τίποτα; Θα είχε σημασία; Είμαι η Μίστι Λαβ, επιθεωρητά Χάνινγκς. Δεν υπάρχω. Ανήκω. Και ο Τσαρλς, ανήκε επίσης. Δεν ξέρω, δεν θέλω να ξέρω. Η αξία του στις παράνομες υιοθεσίες είναι είκοσι χιλιάρικα. Θέλω να σκέφτομαι πως αυτό έγινε. Πως μεγαλώνει από κάποιον πλούσιο με ασθενές σπέρμα και πολλή αγάπη για εκείνον. Αλλιώς… όχι, δεν θα το πω, δεν μπορώ να πω τι άλλο κάνουν στα παιδιά των γυναικών. Έχω δει πολλά. Πολλές έκλαιγαν πριν από μένα. Όχι. Προσπάθησα να το αφήσω πίσω μου και γραπώθηκα γερά από ένα και μόνο πράγμα για να τα καταφέρω: από το μίσος μου για εκείνη την σκληρή καριόλα, την άκαρδη σκύλα που με ξεγέννησε. Γιατί; Γιατί δεν μπορώ να καταλάβω πως μια γυναίκα μπορεί και υπάρχει έχοντας κάνει τέτοια εγκλήματα ενάντια σε άλλες γυναίκες, να γιατί.

Με τον καιρό ξεχάστηκα. Βγήκα πάλι εκεί έξω. Είχαν πέσει λίγο οι δουλειές αλλά ήμουν ακόμα καλύτερη από τις περισσότερες. Κι ο Αζίζ ήταν εντάξει. Μέναμε τέσσερις πια στο σπίτι. Οι τρεις που είναι μέσα και εγώ. Είχε σουρουπώσει, ο Μπένι σαλιάριζε στο χωλ με έναν Ινδό που ερχόταν καμιά φορά και τον πηδούσε, οι άλλες κοιμόντουσαν στα δωμάτιά τους πριν βγουν στο πόστο, δούλευαν το λιμάνι. Ο Μπένι άνοιξε την πόρτα και τον χαιρέτησε, τον άκουσα να λέει πως ήμουν στο δωμάτιο μου, του φάνηκε παράξενο που ήρθε, δεν το συνήθιζε. Έπιασαν ψιλή κουβέντα, πως πάει το μαγαζί, τι κάνουν τα παιδιά. Ο άλλος ψιθύριζε, δεν έφτανε στο δωμάτιο μου η φωνή του. Μετά άκουσα βήματα. Μπήκε μέσα σκυφτός και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Χαμογέλασα.

«Τι γυρεύεις εδώ;» ρώτησα αλλά ήξερα την απάντηση. Δεν μου μίλησε, μόνο κοιτούσε το πάτωμα.

Τον πήρα από το χέρι και τον πήγα στο κρεβάτι. Μου είπε πως είχε να πληρώσει. Του είπα πως θα του το έκανα δώρο. Χρωστούσα πολλά στην οικογένεια του.

Γδύθηκε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, το καυλί του ήταν σκληρό ήδη, με ήθελε, ο φουκαριάρης, μπορεί ακόμα και να ήταν ερωτευμένος μαζί μου και όλο αυτό τον καιρό, από την πρώτη φορά που με είδε, όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να το πνίξει. Όμως δεν άντεξε, κανείς δεν αντέχει αρκετά.

Τον πλησίασα και τότε το έκανε. Έβγαλε την βέρα του και την ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο, ακριβώς πάνω στο μοναδικό πράγμα που είχα μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια, εκεί, στο εξώφυλλο από «τα άνθη του κακού».

Είδα χέρια να ανοίγουν το συρτάρι, τα χείλη του να λένε «Μίστι Λαβ, σε θέλω τόσο», τα δάχτυλα να τυλίγουν την λαβή, τα πόδια να ανοίγουν από πάνω του, το πουλί του να μπαίνει μέσα σε ένα αρωματισμένο μουνί, τα μάτια του να κλείνουν, το χέρι να σηκώνει μια από αυτές τις λεπίδες που είναι στην μόδα και να την κατεβάσει στον λαιμό του, στην καρωτίδα του, στα μάγουλα του, στο στέρνο του ξανά και ξανά και ξανά και άκουγα μέσα στο κεφάλι μου μια φωνή να ουρλιάζει «αυτό είναι για τον Τσάρλς, για τον Τσάρλς, για τον Τσάρλς!», μέχρι που όρμησε στο δωμάτιο ο Μπένι και όλα έσβησαν μέσα σε ένα κύμα πόνου.

Όταν συνήλθα, ήσουν εκεί επιθεωρητά Χάνινγκς. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.

Βρες ποιο βρώμικο μουνί έφερε στον κόσμο τον Τζέραλντ Ράμσεϊ, έχεις αρκετά στοιχεία και θα βρεις και την αιτία. Εγώ; Τι μπορεί να ξέρω εγώ για το κίνητρο ενός φόνου που δεν διέπραξα; Δεν το έκανα εγώ, επιθεωρητά Χάνινγκς, όχι, δεν θα μπορούσα. Το είδα, ναι, αλλά δεν το έκανα εγώ. Δεν είμαι παρά μια πουτάνα, ένα πράγμα που το λένε Μίστι Λαβ. Ο φόνος, προϋποθέτει τουλάχιστον έναν άνθρωπο.

Ποιος το έκανε;

Μα δεν είναι προφανές;

Η Μάγια Ιβανέτσκο.


Η εμπορία ανθρώπων είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη δραστηριότητα των εγκληματικών οργανώσεων ανά τον κόσμο.

Αποφέρει ετήσια έσοδα μεγαλύτερα από 99 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2000 ο αριθμός αυτός δεν ξεπερνούσε τα 9 δισεκατομμύρια.

Η βιομηχανία διακίνησης ανθρώπων τροφοδοτεί την παράνομη και εξαναγκασμένη πορνεία, παράνομες υιοθεσίες, τη μαύρη αγορά μοσχευμάτων, παράνομες στρατιωτικές οργανώσεις, τρομοκρατικούς πυρήνες και καταναγκαστική εργασία.

Η καθαρή αξία ενός ανθρώπου του οποίου τα όργανα θα πουληθούν στην μαύρη αγορά υπολογίζεται στις 120.000 δολάρια.

Αυτή την στιγμή, ζουν περισσότεροι άνθρωποι υπό το καθεστώς σκλαβιάς παρά σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο της ανθρωπότητας.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

sifiniera

φύλλο λευκό, χαρτί

Book Tales

Once upon a time....

makestorytelling.com

Αυτοτελείς Ιστορίες που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από Μυθιστόρημα. Εδώ θα βρεις όλα τα Πρόσωπα της Διπλανής Πόρτας. Πρωταγωνιστές που ίσως σου θυμίσουν κάτι... Αν είσαι παιδί, έφηβος ή ενήλικας τότε είσαι στις σωστές ιστορίες για εσένα & είναι πάντοτε έτοιμες να τις ανακαλύψεις... Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς...

My secret book

you can find me in Instagram @mysecretbook

Luna Corde

The soul is the most beautiful masterpiece

A Court of Boooks

💗by Stella and Ioanna💗

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Στιγμιότυπα

Μικρές Ιστορίες

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αέναη κίνηση

Για την αυτονομία και τη χειραφέτηση

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Pluma Verbi

Coffee, books and thoughts

Αρέσει σε %d bloggers: