ΜΑΥΡΟΣ ΊΑΣΠΙΣ

untitled-1

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΪΟΝ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ Ή ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ.

 

«Προλάβετε τώρα!»

Η φωνή έφτανε στα αφτιά του ακανόνιστα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο μαζί με την εισαγωγή του «satisfaction» που έπαιζε σε επανάληψη, σιγά στην αρχή, όλο και πιο δυνατά καθώς περνούσε η ώρα.

«Μεγάλη ευκαιρία, για λίγη ώρα ακόμα!»

Άνοιξε τα μάτια του, ανασηκώθηκε στην πολυθρόνα, έτριψε το πρόσωπο του και κοίταξε την τηλεόραση. Μια χαμογελαστή γυναίκα έκοβε καρότα με ένα μαχαίρι. Έδειχνε να το διασκεδάζει.

«Εκπληκτική προσφορά, μόνο για λίγη ώρα ακόμα!»

Κοίταξε το κινητό του. Οι Rolling Stones έπαιζαν ξανά και ξανά τον ίδιο ρυθμό και στην οθόνη αναβόσβηνε ο αριθμός της Εισαγγελίας. Κοίταξε την ώρα. Τέσσερις τα ξημερώματα. Αυτό δεν ήταν καλό. Ποτέ δεν είναι καλό.

«Παρακαλώ.»

«Επιτέλους! Πέντε φορές σε πήρα.»

Η φωνή ήταν οικεία. Θα προτιμούσε να μην ήταν.

«Πες μου», απάντησε κοφτά και έψαξε τα γυαλιά του κάτω από έγγραφα, φακέλους και φωτογραφίες που είχε αραδιασμένα πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.

«Έχουμε εξελίξεις, Λοτάννα. Ο εισαγγελέας θέλει να πας στη Μίννα άμεσα.»

Πήγε στην κουζίνα και έβαλε νερό στον βραστήρα. Η τηλεόραση συνέχισε να ρίχνει την μπλε δέσμη της πάνω στους τοίχους του δωματίου.

«Το ξέρει ότι δεν μπορώ να επιστρέψω. Τι εξελίξεις;»

«Ο Μουφτής της Μίννα θα εφαρμόσει τη Σαρία. Τα ξημερώματα.»

Έκλεισε τα μάτια του.

«Πίστευα πως δεν θα φτάναμε σε αυτό το σημείο», απάντησε και έτριψε το πρόσωπο του. «Ο εισαγγελέας…»

«Ναι ξέρω. Είναι αντίθετος. Και; Ξέρεις πώς πάει, ακόμα και ο τελευταίος δικηγόρος ξέρει, πόσο μάλλον εσύ. Είναι τοπικό το ζήτημα. Και εθνικό την ίδια στιγμή. Η επανεκλογή του Προέδρου είναι αμφίβολη, πιστεύεις ότι μπορεί να υποσκελίσει τον Μουσουλμανικό Νόμο, έτσι απλά; Και μάλιστα στον Νίγηρα; Η κομητεία είναι μοιρασμένη, δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να χαθούν οι ψήφοι των Ισλαμιστών. Η Μπόκο Χαράμ κερδίζει συνεχώς έδαφος.»

«Κι αν το επιτρέψει; Οι ψήφοι των Χριστιανών δεν θα χαθούν; Δεν θα σπείρει τον τρόμο σε ολόκληρο τον Νίγηρα; Τι επιχειρηματολογία ηλιθίων είναι αυτή; Εδώ μιλάμε για έγκλημα, Σάμουελ! Θηριωδία! Έτσι θέλει ο Πρόεδρος να επανεκλεγεί; Πάνω σε ματωμένο χώμα; Δεν το καταλαβαίνω!»

Φώναζε και έφτυνε καθώς μιλούσε. Πάνω στο μέτωπο του σταγόνες ιδρώτα μαζεύονταν γύρω από τις ρυτίδες του.

Ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής αναστέναξε.

«Ντύσου, Λοτάννα. Αν βιαστείς θα είσαι εκεί πριν την εκτέλεση της ποινής.»

«Μα, είναι τρελό! Είναι απάνθρωπο!»

Δεν τον άκουγε, τον είχε ρουφήξει μια τρύπα σκαμμένη στο χώμα και οι φωνές δεν έφταναν για να τον συνεφέρουν. Το χέρι του χτυπούσε ξανά και ξανά τον πάγκο της κουζίνας. «Δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε, τι άνθρωποι θα είμαστε αν το κάνουμε;»

«Λοτάννα, δεν μπορούμε να μην το επιτρέψουμε.» Η φωνή βρήκε τον δρόμο της ψυχρή και την ίδια στιγμή απαλή με τον τρόπο της παραίτησης. «Τι άνθρωποι είμαστε, έτσι κι αλλιώς. Ετοιμάσου. Είσαι η τελευταία, η μόνη της ελπίδα. Πάρε τα έγγραφα της Εισαγγελίας μαζί σου. Δεν είναι Προεδρική Άφεση, αλλά είναι το μόνο που έχεις. Βιάσου.»

Η γραμμή έκλεισε.

Ο Λοτάννα έμεινε για λίγο ακίνητος. Μετά ακούμπησε στον πάγκο και αφέθηκε να γλιστρήσει στο πάτωμα μέχρι που κάθισε με τα γόνατα στο στήθος. Κοίταξε από το παράθυρο, ο βράχος της Ζούμα ήταν σκοτεινός όμως ο όγκος του διαγραφόταν στον νυχτερινό ουρανό της Νιγηρίας.
Είχε ξοδέψει σχεδόν όλη του την ζωή για να μην δει ποτέ τέτοιου είδους εγκλήματα. Για να τα διορθώσει. Είχε διαλύσει τον γάμο του, είχε χάσει την ευκαιρία να αναλάβει την Εισαγγελία με αυτή του την εμμονή, είχε γίνει ακόμα ένας αράπης για κινηματογραφικό υλικό ή για κάποιο ανόητο ανθρωπιστικό βραβείο του Δυτικού κόσμου. Και προς τι, τελικά; Ο παραλογισμός κέρδιζε.

Η Σαρία δεν μπορούσε να έχει ολοκληρωτική εφαρμογή σε ένα δημοκρατικό κράτος, έλεγε. Όσο η δικαστική αρχή δεν ασκείται ομοσπονδιακά και από κοινού, δεν υφίσταται ισότητα απέναντι στον νόμο. Και όσο δεν υπάρχει ισότητα, δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Και χωρίς αυτή, η Νιγηρία δεν θα γίνει ποτέ πραγματικά δημοκρατικό έθνος, όσο αίμα κι αν χυθεί.

Και τώρα, έχανε. Η Σαρία εξαπλωνόταν και στην κομητεία του Νίγηρα. Το ένα τρίτο της χώρας την εφάρμοζε πλέον.

Ένοιωσε αδύναμος. Η διαφήμιση του βρετανικού τηλεοπτικού δικτύου έπαιζε ακόμα.

«Τελευταία ευκαιρία, προλάβετε!»

Σηκώθηκε βιαστικά, μάζεψε τα έγγραφα από το τραπεζάκι και βγήκε μέσα στην ζεστή νύχτα. Ήταν εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μέχρι τη Μίννα. Αν βιαζόταν…

Μπήκε στο βρώμικο Ρενώ.

Έχανε, το ήξερε. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μην πολεμήσει κάποιος. Είναι, ίσως, ο μοναδικός για να το κάνει.

Γύρισε το κλειδί, έσφιξε τα ρυτιδιασμένα του χέρια γύρω από το τιμόνι και βγήκε στον έρημο δρόμο της Αμπούτζα με την ελπίδα να φτάσει έγκαιρα, χωρίς να ξέρει γιατί έπρεπε να το κάνει ή ακόμα και να στο τέλος της διαδρομής θα είχε απομείνει τίποτα για να γίνει. Προς το παρόν, έπρεπε απλώς να φτάσει στη Μίννα πριν την αυγή. Πριν κάποιος σηκώσει την πρώτη πέτρα.

***

Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Είναι εξαντλημένη, πονάει ακόμα αλλά δεν την ενοχλεί. Ανάμεσα στα πόδια της φοράει κάτι χοντρά, ψεύτικα εσώρουχα με στρώσεις που της έδωσαν οι μαίες από το νοσοκομείο. Χρειάζεται, αλλιώς δεν θα μπορούσε να καθίσει πουθενά, αιμορραγεί πολύ ακόμα. Δεν έχει συνηθίσει να φοράει εσώρουχα κάτω από την ίρο της. Η μπούμπα της έπεφτε χαμηλά κάτω από την μέση και τυλιγμένη σε αυτά τα υφάσματα δεν είχε ανάγκη από τίποτα περισσότερο. Έτσι, τουλάχιστον, της είχε πει η γιαγιά της. Και η μητέρα της.

Τώρα όμως, καθώς το κλάμα την ξυπνούσε και με το κορμί της ακόμα να πονάει και να αιμορραγεί, ένοιωθε ευτυχισμένη που οι μαίες την είχαν εφοδιάσει.

Σηκώθηκε και πλησίασε το μικρό κρεβάτι στην άκρη του δωματίου.

«Τι έπαθες, αγάπη μου; Γιατί κλαις, γλυκιά μου Ορίσα;» μουρμούρησε νυσταγμένα και χαμογέλασε σκύβοντας πάνω από το μωρό.

Την πήρε στα χέρια της.

«Θέλεις τη μαμά, ψυχή μου», συνέχισε απαλά με έναν ασυναίσθητο, ενστικτώδη τρόπο και έφερε το μωρό στην αγκαλιά της. Επέστρεψε στο κρεβάτι, κατέβασε τον ώμο το νυχτικού της και ακούμπησε την πλάτη στο ξύλινο κεφαλάρι του κρεβατιού.

Το νεανικό της στήθος αποκαλύφθηκε βαρύ και λείο, έφερε το στόμα του μωρού κοντά στη ρώγα κι αυτό έψαξε με τα χείλη του ανοιχτά πάνω στο μαύρο δέρμα μέχρι που βρήκε τη θηλή και άρχισε να ρουφάει λαίμαργα. Τα δάχτυλα της μικρής έστριβαν και γρατζουνούσαν το δέρμα της και εκείνη κοιτούσε χαμογελαστή μέχρι που ένοιωσε το γάλα να ξεφεύγει από τους αδένες και να κατακλύζει τον μαστό της μουδιάζοντας ολόκληρο το κορμί της.

Με το δάχτυλο χάιδευε το μάγουλο της κόρης της, της μικρής Ορίσα και δεν την ένοιαζε, δεν μπορούσε να την νοιάζει τίποτα έξω από εκείνη την στιγμή της απόλυτης εξάρτησης, της προδοσίας του θανάτου και της επικράτησης της ζωής. Ποτέ πριν στα είκοσι της χρόνια δεν είχε σκεφτεί τι μπορεί να σημαίνει το γυμνό στήθος, πέρα από τις χαρές που προκαλούσε πάνω στην συνουσία και τη μέθη που κεντούσε το κορμί και το μυαλό της όταν εκείνος, ειδικά εκείνος, έπαιζε τη θηλή της με την γλώσσα μέσα στο στόμα του. Όμως η τελειότητα του στήθους ήταν η νομοτελειακή επικράτηση της ζωής όχι μέσω του ερωτικού πόθου αλλά μέσω της τροφής.

Χαμογελούσε και δάκρυζε από ευτυχία που δεν μπορούσε να εξηγήσει σε κανέναν, ούτε στην ίδια της την μητέρα ακόμα, πολύ περισσότερο στον πατέρα της μικρής Ορίσα. Τίποτα δεν μπορούσε να πει γιατί δεν υπήρχε τρόπος να μιλήσει σε άλλο άνθρωπο για την ομορφιά της στιγμής, για την ομορφιά της κόρης της και για τον φόβο που γέμιζε την ψυχή της τώρα πια, ιδιαίτερα αφού εκείνος της το είχε ξεκόψει πως δεν ήθελε μπλεξίματα, πως ήταν λάθος τους που το επέτρεψαν αυτό χωρίς να είναι ξεκάθαρα τα πράγματα.

Εκείνη χαμογελούσε ακόμα όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα δύο αστυνομικοί με την μητέρα της να τους ακολουθεί κλαμένη.

«Τι έκανες, κόρη μου; Στο είπα τότε, στο είπα», την άκουσε να λέει και ο ένας αστυνομικός γύρισε προς το μέρος της και της ζήτησε να σταματήσει.

« Ανταόμα Λαουάλ», είπε κοφτά ο αστυνομικός που στεκόταν πια πάνω από την γυναίκα. «Θα έρθεις μαζί μας.»

«Τι λέτε;» είπε έκπληκτη και έσφιξε το μωρό πάνω της.

«Κατηγορείσαι για μοιχεία. Η Σαρία επιβάλει τον εγκλεισμό σου μέχρι την δική.»

«ΟΧΙ! Τι λέτε; Τι είναι αυτά που λέτε!»

«Εσύ και η κόρη σου θα πρέπει να μας ακολουθήσετε», συνέχισε ανέκφραστα ο αστυνομικός και μετά πέρασε το χέρι του κάτω από τη μασχάλη της. «Τώρα.»

***

Μέσα στο ψηλό δωμάτιο οι ακτίνες του ήλιου τρυπώνουν από κόκκινα βιτρό. Παλιό το κτήριο, ανήκε επί χρόνια, από την εποχή των Εγγλέζων ακόμα στους Εζέ. Της ανοίγουν την πόρτα και πριν μπει, η μητέρα της την πιάνει από το μπράτσο και την σταματάει.

«Μην το κάνεις, Ανταόμα. Χειρότερα θα ‘ναι μετά. Κράτα το κρυφό μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε», της λέει με κόκκινα μάτια και φωνή που σπάει. Εκείνη έχει τα φρύδια σφιγμένα.

«Όχι», λέει κοφτά. «Η αδικία πρέπει να διορθωθεί. Μόνο ο Θεός ξέρει πώς. Και στα μάτια του Θεού, ο σκοπός μου είναι αγαθός, αυτό το ξέρω.»
«Σε παρακαλώ, άκουσε με», συνεχίζει η μητέρα της και γονατίζει δίπλα της τραβώντας την ίδια στιγμή την πόρτα να κλείσει μπροστά τους. «Σε πήρε ο Αζίζ πριν τέσσερα χρόνια…»

«Έχουν περάσει εκείνα τα χρόνια.»

«… σε πήγε στον Μουφτή, σ’ αυτό εδώ το σπίτι των Εζέ και σε έκανε γυναίκα του στα μάτια του Θεού και των ανθρώπων.»

«Όχι για πολύ. Με παράτησε πριν περάσει χρόνος γιατί δεν του έκανα παιδί. Γύρισα σπίτι, μάνα.»

«Ναι, μα δεν σε αποκήρυξε ποτέ.»

«Χάθηκε, μάνα. Έφυγε τότε και δεν τον ξαναείδε άνθρωπος.»

«Μα παραμένει άντρας σου κι εσύ γυναίκα δική του», επιμένει η μητέρα της και δεν κρατάει τα δάκρυα της. «Να χαρείς, μην γίνεις μουσταφτή σε ένα θέμα που μόνο κακό μπορεί να σου κάνει.»

Η Ανταόμα την πιάνει από τα χέρια, την σηκώνει και την κοιτά. Χαμογελάει.

«Σ’ αυτή την υπόθεση, εγώ έχω το δίκιο», της απαντάει και ανοίγει ξανά την πόρτα.

Το δωμάτιο είναι άδειο. Ένα μεγάλο χαλί πιάνει ολόκληρο το δάπεδο και μπροστά στα παράθυρα με τα βιτρώ στέκεται ένας ψηλός, ηλικιωμένος άντρας. Φοράει λευκό σάρι και μαύρη κελεμπία. Έχει τα χέρια πίσω από την πλάτη, το πρόσωπο τραχύ, τα πυκνά γένια ακατάστατα και με το βλέμμα διαπερνά το κορίτσι.

«Μουφτή Εζέ, τα σέβη μου», προφέρει διστακτικά και χαμηλώνει το κεφάλι.

«Περάστε μέσα. Θα καλέσω τους μάρτυρες», απαντά εκείνος και χωρίς να κουνηθεί από την θέση του παίζει ένα μικρό καμπανάκι μέσα στα δάχτυλα του. Οι πλαϊνές πόρτες ανοίγουν σχεδόν αμέσως και στο δωμάτιο μπαίνουν τρεις μεγάλοι σε ηλικία άντρες με ανάλογη ενδυμασία. Τελευταίος μπαίνει ένας νέος, υπερβολικά νέος, μοιάζει περισσότερο με παιδί στο παράστημα. Είναι όμως οπλισμένος και φοράει καφέ στρατιωτικό παντελόνι και βαριές αρβύλες. Η Ανταόμα μαζεύεται ακόμα περισσότερο και για μια στιγμή αμφιβάλει, μέχρι που ο Μουφτής της απευθύνει τον λόγο και την προτρέπει να ξεκινήσει.

«Έχεις να υποβάλεις κάποια ερώτηση;»

«Μάλιστα, Μουφτή Εζέ.»

«Πώς λέγεσαι;»

«Ανταόμα Λαουάλ, του Μόμπο Λαουάλ και της Αρέττα Ονί.»

«Σε θυμάμαι. Είσαι γυναίκα του Αζίζ Οκαφόρ.»

«Είμαι… ήμουν. Ο Αζίζ με έχει εγκαταλείψει από χρόνια.»

Ο Μουφτής παραμένει ακίνητος και ανέκφραστος. Το ίδιο και οι μάρτυρες. Η μάνα της είναι λίγα βήματα πιο πίσω. Τη νοιώθει να ανασαίνει βαριά, με δυσκολία.

«Θέσε το ερώτημα σου, μουσταφτή, με τρόπο που επιβάλει η παράδοση.»

Η Ανταόμα παίρνει μια βαθιά ανάσα κι έπειτα ξεκινά ήρεμα και αργά να μιλάει, χωρίς ούτε ένα λεπτό να αναφέρει ονόματα. Ξέρει πως οι ερωτήσεις προς τον Μουφτή πρέπει να είναι γενικές.

«Εάν μια γυναίκα πλαγιάσει με έναν άντρα και από την συνεύρεσή τους αυτή προκύψει μια εγκυμοσύνη, ο άντρας πρέπει ή δεν πρέπει, σύμφωνα με το Κοράνι, να αναγνωρίσει το παιδί και τις ευθύνες του απέναντι στην μητέρα του;»

Ο Μουφτής κάνει μερικά βήματα προς το μέρος της.

«Η απάντηση είναι απλή. Πρέπει.»

«Τότε…» ξεκινάει να λέει η Ανταόμα, ο Μουφτής όμως την σταματάει σηκώνοντας το χέρι.

«Αρκεί η γυναίκα αυτή να μην ανήκει σε άλλον άντρα και να μπορεί να γίνει δική του στα μάτια του Θεού και των ανθρώπων», συνεχίζει ήρεμα. Ρίχνει έπειτα μια ματιά πάνω από τον ώμο του προς το ένοπλο αγόρι που δεν παίρνει στιγμή το βλέμμα από την Ανταόμα. Είναι ένα βλέμμα σκληρό, γεμάτο αποστροφή.

«Τώρα, θα σε ρωτήσω και θέλω να μου απαντήσεις πολύ προσεχτικά», της λέει. Η Ανταόμα κουνάει αργά το κεφάλι. «Η γυναίκα αυτή, είναι ελεύθερη για τον καθένα; Η γυναίκα αυτή, δεν ανήκει κανενός;»

Αφήνει μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν κοιτάζοντας τον γέρο Εζέ μέσα στα μάτια. «Κανενός», απαντάει τελικά.

«Σε αυτή την περίπτωση, θα εκδοθεί ο φετφάς εγγράφως.»

«Σας ευχαριστώ», μουρμουρίζει, ψάχνει στα ρούχα της και βγάζει έναν χοντρό φάκελο τον οποίο αφήνει στα χέρια του Μουφτή. «Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, σεβαστέ Μουφτή. Θα περιμένω».

Βγήκε ανάλαφρη από το δωμάτιο, κάθισε σε μια καρέκλα στον διάδρομο και έβαλε τα γέλια.

«Είδες, μάνα; Να αναλάβει τις ευθύνες του, ο παλιάνθρωπος!»

Η μητέρα της δεν απάντησε. Μόνο καθόταν αμίλητη δίπλα της μέχρι που ένας από τους μάρτυρες έφερε και ακούμπησε στα χέρια της την έγγραφη απόφαση με την υπογραφή του Μουφτή.

Φεύγουν βιαστικά. Η Ανταόμα πάει προς την Ιατρική Σχολή. Η μητέρα της προς την μοναξιά του μικρού σπιτιού της. Καμιά δεν γελάει.

Πριν περάσει την πύλη της σχολής ξεδιπλώνει το χαρτί και το διαβάζει.

«Ο Μουφτής Εζέ, έπειτα από ερώτημα που κατέθεσε η μουσταφτή Ανταόμα Λαουάλ εφάρμοσε την Σαρία όπως προκύπτει από μελέτη του Κορανίου και της Χαντίθ και απεφάνθη πως σε περίπτωση εγκυμοσύνης μίας ελεύθερης γυναίκας, την πλήρη κάλυψη των αναγκών κυήσεως και τοκετού αναλαμβάνει ο πατέρας του μωρού, με τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του βρέφους και το θέλημα του Θεού. Με το παρόν έγγραφο, εγώ, ο Μουφτής Εζέ σας γνωρίζω το γράμμα της Σαρία. Όμως, ο Θεός ξέρει καλύτερα.»

***

Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Είναι ο Σάμουελ, ρωτάει αν έφτασε. Όχι, δεν έφτασε, δεν έφτασε! Αμφιβάλει αν θα τα καταφέρει, δεν μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω, είναι πολύ αργά ακόμα και για εκείνον που πάντα πίστευε πως υπάρχει χρόνος. Υπάρχει χρόνος για να γίνουν όλα σωστά, υπάρχει χρόνος να λατρεύουν οι άνθρωποι τους θεούς ξεχωριστά από τους νόμους, υπάρχει χρόνος για εξέλιξη, υπάρχει χρόνος για δημοκρατία, υπάρχει χρόνος για να φάει με την γυναίκα του, να παίξει με το παιδί του, να μπει στην εισαγγελία, να παρέμβει ο στρατός και να στείλει στον αγύριστο τη Μπόκο Χαράμ και όλα τα αιμοσταγή καθίκια της, υπάρχει χρόνος να μην καταδικαστεί μια γυναίκα από έρωτα, από έρωτα! Όχι. Ο δρόμος είναι μακρύς και μοναχικός μέσα από τις πεδιάδες, Σάμουελ. Δεν έφτασε ακόμα. Υπάρχουν χιλιόμετρα ερημιάς εδώ που πρέπει κάποιος να διασχίσει με ξάγρυπνο μάτι και τρομαγμένη ψυχή. Υπάρχουν σκοτάδια βαθιά και πυκνά και η αμφιβολία είναι η μόνη συντροφιά σε έναν χαμένο αγώνα. Δεν ξέρει τι γίνεται στο τέρμα της διαδρομής. Μπορεί να υπάρχει μια προσευχή. Μπορεί να σκάβουν μια τρύπα μέσα στη γη. Μπορεί να μαζεύουν πέτρες, δεν έχει ιδέα πόσοι, ποιοι θα το κάνουν. Πάντως θα το κάνουν γιατί μια γυναίκα έφερε στον κόσμο ένα παιδί. Και γιατί είναι άνθρωποι και οι άνθρωποι φαντάζονται. Οι θεοί ξέρουν καλύτερα.

Κλείνει το τηλέφωνο και πατάει ακόμα περισσότερο το γκάζι. Πίσω του ο ουρανός αρχίζει να κοκκινίζει. Ξημερώνει.

***

Το Μπιλγουέι Ιν είναι σκοτεινό και βρώμικο, γεμάτο άδεια δωμάτια που δεν επιθυμεί κανείς, εκτός κι αν δεν τον νοιάζει τίποτα που να μαρτυρά τις προτιμήσεις των ανθρώπων. Ούτε την ηθική. Ούτε τους νόμους τους. Μεγάλο κρεβάτι, λερωμένες με λάσπη μοκέτες, σκόνη και βαριές κουρτίνες με λαχούρια στο χρώμα της πέτρας και σε ένα μουντό πράσινο, έξω το μεσημέρι της Μίννα αστράφτει, πυρώνει την άσφαλτο μπροστά από τα πανεπιστήμια και τους βρεφικούς σταθμούς, η υγρασία τυλίγει την πόλη στα ασφυκτικά της πέπλα κι όλοι ζουν κάτω από τον ήλιο, κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί εκτός από εκείνον που έχει ανοίξει τα πόδια της και προσπαθεί να μπει μέσα της ολόκληρος, να μην μείνει ούτε ένα χιλιοστό του δέρματός του που να μην καταναλωθεί από το άρωμα του ιδρώτα της και του στόματός της, τίποτα δικό του να μην υπάρχει που να μαρτυρά την ύπαρξη του πριν, πέρα από τα λίγα λεπτά που ξοδεύει στο κορμί της γιατί τίποτα δεν μετράει εκείνη την στιγμή περισσότερο από την βαριά ανάσα της και το σφιχτό στήθος, τον αρωματισμένο λαιμό και το απαλό της δέρμα, τις ροζ πτυχές της και την γλώσσα της πάνω στην δική του.

Μιλάνε κάθε τόσο, κανείς δεν ακούει, ούτε εκείνη, ούτε αυτός, αναπνέουν ενστικτωδώς μα δεν τους ενδιαφέρει ο αέρας, το άρωμα τους ενδιαφέρει και οσφραίνονται με τα ρουθούνια διάπλατα ανοιχτά όπως ο κοννοχαίτης της πεδιάδας καθώς ξεφεύγει από λιοντάρι, ο θάνατος κι ο έρωτας φέρνουν την ψυχή στο στόμα και πάνω που πάει να βγει τραβιέται πάλι πίσω γιατί έχει έξαψη το παιχνίδι του θανάτου και εθιστικό πόνο του έρωτα η κορύφωση.

Τα χέρια τους μπλέκουν μαζί, τινάζονται χώρια, τα χείλη σμίγουν και ξεμακραίνουν ξανά και ξανά πάνω στο βρώμικο κρεβάτι, μπερδεμένα στο εγώ και το μαζί, αυτός μέσα της, αυτή γύρω του, σφίγγουν οι λαγόνες, τυλίγει τα χέρια της γύρω του και τον τραβάει κοντά της, κοντά του, όπως κανείς άλλος δεν έκανε, με έναν τρόπο τόσο φυσικό που γίνεται ψέμα και υπεκφυγή από όσα είναι ο άνθρωπος.

Πάνω σε εκείνα τα λεπτά όλα σβήνουν. Έξω από το Μπιλγουέι Ιν ο ήλιος καίει και κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί. Πάνω στο βρώμικο κρεβάτι, όσο κυριαρχεί η ανάγκη και η μέθη της σάρκας ό,τι είναι άνθρωπος είναι καλά κρυμμένο.

Όταν ντύθηκαν και έφυγαν βιαστικά, καθένας προς άλλη κατεύθυνση, έκαναν χώρο μέσα τους ξανά για όσα προτιμούν οι άνθρωποι. Για την ηθική, για τους θεούς και τους νόμους, τα καθαρά σκεπάσματα και τα τακτοποιημένα κρεβάτια. Μέχρι την επόμενη φορά.

***

Όταν γύρισε το βράδυ σπίτι, έδειξε στην μητέρα της την υπογραφή του. Θα αναλάμβανε τα έξοδα του τοκετού και όλες τις δαπάνες μέχρι τον ερχομό του μωρού. Τον είχε βρει στο γραφείο της σχολής, πριν ξεκινήσει την διάλεξη. Έδειχνε ταραγμένος, αλλά η Σαρία είναι ο λόγος του Θεού και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

«Δεν χαίρεσαι, μάνα;» ρωτούσε και γελούσε.

Όχι, δεν χαιρόταν.

***

Την έβαλαν να καθίσει πάνω στον ξύλινο πάγκο. Εδώ θα κοιμάσαι, της είπαν. Έφεραν ένα μικρό στρώμα από άχυρα. Εδώ το μωρό σου. Δεν χρειάζεσαι ρούχα, της είπαν. Μια βρώμα σαν κι εσένα δεν έχει ανάγκη από ρούχα. Την έγδυσαν. Όταν πήγαν να της βγάλουν το εσώρουχο την χτύπησαν αηδιασμένοι από το αίμα που το λέρωνε. Τι έκανα, ρωτούσε να μάθει. ΤΙ ΕΚΑΝΑ;

***

Δώδεκα φορές. Τόσες είχε κάνει την διαδρομή από την ημέρα της σύλληψής της, πριν οχτώ μήνες. Την είχαν βάλει σε ένα κελί, στο υπόγειο της κατοικίας του Εζέ. Την τάιζαν αρκετά, τον διαβεβαίωσε ο Μουφτής και τις δώδεκα φορές. Τρεις από αυτές του επέτρεψαν να την επισκεφθεί για να πιστοποιήσει την καλή υγεία της κρατούμενης και να μεταφέρει την ειλικρινή εντύπωση του στις κρατικές αρχές. Στην πρώτη αναφορά μιλούσε για ψυχολογική εξασθένηση και περιστασιακούς μώλωπες αλλά επαρκή θέληση για να φροντίσει τις ανάγκες του μωρού της. Την δεύτερη για βαθιές εκδορές και πληγές σε πολλά σημεία του κορμιού της, ίχνη από καψίματα, πιθανότατα τσιγάρων και ένα σπασμωδικό τρανταχτό γέλιο. Το μικρό κοριτσάκι που μοιραζόταν το κελί της ήταν ακουμπισμένο στο αχυρένιο στρώμα και παρά τα κλάματά του δεν γύρισε ούτε μια στιγμή καθόλη την διάρκεια της επίσκεψης του, ούτε καν να το κοιτάξει. Την τρίτη έγραψε πως ήταν εκπληκτικά ήρεμη, δεκτική και καθαρή, με λίγους μώλωπες γύρω από το λαιμό και το στόμα . Κρατούσε σφιχτά το βρέφος στην αγκαλιά της, χαμογελούσε πολύ, κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι και έκανε μικρές φιλικές χειρονομίες. Δεν μιλούσε καθόλου.

Έριξε μια ματιά από τον καθρέφτη. Πάντα έβρισκε πως το ρόδινο φως που προηγείται της ανατολής είναι ό,τι ομορφότερο έχει φτιάξει ο Θεός πάνω στον κόσμο. Εκείνο το πρωινό όμως, για πρώτη φορά το ένοιωθε απειλητικό.

Ο Μουφτής Εζέ ήταν καλλιεργημένος άνθρωπος, είχε σπουδάσει στο Λονδίνο νομική και διεθνές δίκαιο, ήξερε πολύ καλά το νόημα πίσω από ένα Σχέδιο Νόμου. Κι αυτό τον έκανε ακόμα περισσότερο να απορεί με την προσήλωση του στο Ισλαμικό Δίκαιο. Θυμόταν την τελευταία φορά που συναντήθηκαν. Κάθισαν αντικριστά σε δύο βελούδινους καναπέδες μετά την επίσκεψη στο χώρο κράτησης της Ανταόμα σε ένα από τα δωμάτια του ισογείου. Είχε σχολιάσει την υγεία του μικρού κοριτσιού. «Τίποτα δεν είμαι τόσο καλό για ένα μικρό μωρό όσο το γάλα της μητέρας του. Είναι το πρώτο δώρο του Θεού στον πιστό του, δεν συμφωνείς Επόπτη Αντεμπάγιο;» Ο Λοτάννα συμφωνούσε. Θεωρούσε μάλιστα πως η μητέρα η ίδια ήταν το πρώτο δώρο του Θεού στον άνθρωπο και πως στις ελάχιστες περιπτώσεις που κάτι τέτοιο δεν αποδεικνυόταν αληθές, τον ρόλο της μητέρας ως θείο δώρο έπρεπε να διεκδικήσει η δικαιοσύνη. Ο Μουφτής Εζέ του είχε απαντήσει πως παρά τις αγεφύρωτες θρησκευτικές διαφορές τους σε αυτό μπορούσαν να συμφωνήσουν απολύτως.

«Τότε γιατί εμμένεις σε μια τέτοια απόφαση, Μουφτή Εζέ; Δεν το βλέπεις πως με τη εφαρμογή της Σαρία, σε αυτή την περίπτωση, αντιτάσσεται όχι μόνο στην φύση του ανθρώπου αλλά και στο θέλημα του Θεού που λες πως υπηρετείς;»

Είχε εκραγεί μέσα στο δωμάτιο. Παρά τους νεαρούς με τις παραλλαγές και τα Καλάσνικοφ που βρίσκονταν δίπλα από κάθε έξοδο και ήξερε πολύ καλά πως η λεπτότητά τους κρεμόταν από μια κλωστή, εκείνος είχε χάσει την ψυχραιμία του.

«Ο λόγος του Θεού είναι ακριβής και δίκαιος, Λοτάννα Αντεμπάγιο. Όχι του δικού σου Θεού. Εσύ ερμηνεύεις τον λόγο του Θεού σου όπως σε βολεύει κάθε φορά. Μία τιμωρία ο ένας κλέφτης, ελαφρυντικά ο άλλος, η πόρνη με χαρτιά ενάρετη, η πόρνη του πεζοδρομίου ένοχη, ο φονιάς υπό απειλή αθώος, ο φονιάς από ζήλια λίγο ένοχος, ο φονιάς για εκδίκηση απόλυτα ένοχος και όλοι ίσοι στα μάτια του Θεού.»

«Τα μάτια του Θεού είναι άλλα από τα μάτια του νόμου. Δεν μπορούν τα μάτια ενός Πατέρα να είναι το ίδιο με τα μάτια ενός αλλήθωρου γέρου.»

«Εδώ κανείς λάθος κι ας έχεις την θέση που έχεις και σπουδές εφάμιλλες με τις δικές μου. Δεν υπάρχει καλύτερος κριτής από τον καλό πατέρα.»

«Ούτε και μεγαλύτερος δυνάστης. Άσε το κορίτσι να φύγει, Εζέ.»

«Η Σαρία θα εφαρμοστεί, όπως προστάζει ο νόμος και η παράδοση.»

«Ο νόμος και η παράδοση, Εζέ, ή οι τραμπούκοι της Μπόκο Χαράμ; Κάνε το σωστό, γέρο.»

«Η Ανταόμα Λαουάλ θα θηλάσει την κόρη της προσφέροντας της το πολύτιμο δώρο του Θεού προς τους ανθρώπους. Όταν διακοπεί ο θηλασμός, θα τιμωρηθεί όπως προστάζει το Κοράνι.»

Θυμόταν πως είχε σηκωθεί και έβριζε.

«Υποκριτή! Ξέρεις τι γράφει το Κοράνι! Ξέρεις πολύ καλά! Εγκλεισμό, αυτό γράφει!»

«Εκτός και αν την γυναίκα που υπέπεσε στο αμάρτημα της μοιχείας, ο Αλλάχ επιλέξει να την διαθέσει διαφορετικά, γράφει επίσης.»

Εκείνη την ώρα οι φρουροί τον άρπαξαν και τον έσυραν προς την έξοδο του σπιτιού, ο Λοτάννα όμως φώναζε ακόμα αδιαφορώντας για τα αυτόματα όπλα που τον σημάδευαν.

«Το Κοράνι δεν γράφει πουθενά για τέτοια τιμωρία, ακούς; Και ο Θεός σου το ξέρει, Μουφτή Εζέ! Όλοι θα κριθούμε, Εζέ! Θα κριθούμε!»

Τον πέταξαν μέσα στο αυτοκίνητο. Κόλλησαν το όπλο στον κρόταφο του.

«Βάλε μπρος και φύγε», του είπε ένας από αυτούς, δεν είδε ποιος, δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι. «Και πες στον Πρόεδρο ότι ο Νίγηρας ανήκει πια στο χαλιφάτο της Μπόκο Χαράμ. Αν το θέλει, να έρθει να το πάρει ο ίδιος. Φτάνουν οι δικηγόροι.»

Είχε φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πρόλαβε όμως να τους ακούσει να πυροβολούν στον αέρα και να του φωνάζουν να μην επιστρέψει ποτέ.
Έσβησε την μηχανή και τράβηξε χειρόφρενο. Είχε επιστρέψει.

***

Σηκώθηκε και σκούπισε με την παλάμη το πρόσωπο της. Την πλησίασε, το σώμα της πονούσε στα σημεία που την είχαν χτυπήσει και με κάθε βήμα βογκούσε θλιμμένα, μίζερα προφέροντας το όνομα της ξανά και ξανά: Ορίσα. Ορίσα.

Την έφτασε μέσα στο ασθενικό φως. Οι τοίχοι του δωματίου είχαν το χρώμα της ώχρας, το δάπεδο κολλούσε, ήθελε απελπισμένα να κατουρήσει, ήθελε απελπισμένα να πιει νερό, ήθελε να φύγει, να φύγει.
Την πήρε στα χέρια της και προσπάθησε να την ηρεμήσει, «σσς, σώπα μωρό μου, η μαμά είναι εδώ». Όση ώρα μιλούσε άκουγε την φωνή της παράξενη, να επιπλέει πάνω στον στάσιμο, μουχλιασμένο αέρα του υπόγειου. Η πόρτα άνοιξε απότομα την στιγμή που έπαιρνε στα χέρια της την μικρή Ορίσα. Μια μορφή στεκόταν στο κατώφλι του κελιού, ψηλή και άκαμπτη όμως δεν μπορούσε να δει. Το έντονο φως που ερχόταν από τον έξω κόσμο έκανε τα μάτια της να πονάνε και αναγκάστηκε να τα κλείσει τόσο ώστε έβλεπε μόνο ένα θολό περίγραμμα.

«Ποιος είναι; Σε παρακαλώ, βοήθησέ με!»

«Ανταόμα Λαουάλ, βρίσκεσαι εδώ γιατί αψήφησες την οικογένειά σου, την Ιερή Χαντίθ, τον λόγο του Προφήτη και τον Θεό.»

Έβαλε τα κλάματα, η μικρή Ορίσα τεντώθηκε και άρχισε να κλαίει επιτακτικά.

«Ανταόμα Λαουάλ, είσαι παντρεμένη με τον Αζίζ Οκαφόρ εδώ και πέντε χρόνια.»

«Μουφτή Εζέ;»

«Αυτό το παιδί, Ανταόμα, είναι του Οκαφόρ;»

«Μουφτή μου, σε παρακαλώ», είπε και πλησίασε προς το άνοιγμα της πόρτας. Την ίδια στιγμή την άρπαξαν χέρια δυνατά και την πέταξαν μαζί με το μωρό πάνω στον πάγκο. Δεν ήταν μόνη στο δωμάτιο, όμως δεν είχε προσέξει ούτε ποτέ μπήκαν οι φρουροί στο κελί της, ούτε πόσοι ήταν. «Δεν έκανα τίποτα, Μουφτή… Γιατί είμαι εδώ;»

«Είναι Οκαφόρ;»

Έτρεμε, ανάσαινε με δυσκολία, προσπαθούσε να καταπιεί όμως το στόμα της ήταν στεγνό, τραύλιζε και προσπαθούσε να συγκρατήσει τα κλάματά της.

«Είναι;» επανέλαβε ατάραχα η μορφή στην πόρτα.

«Με παράτησε, Μουφτή Εζέ…»

«Ανταόμα Λαουάλ…»

«…πριν χρόνια! Αυτός έφυγε!»

«…το μωρό που κρατάς στα χέρια σου…»

«Δεν έφταιξα εγώ, ήμουν σωστή…»

«…αποτελεί ένα δώρο από τον Θεό…»

«… καλή και πρόθυμη, ταπεινή στις επιθυμίες του…»

«…αποτελεί όμως και απόδειξη μοιχείας.»

«Πάνε χρόνια…»

«Αποκτήθηκε ανήθικα…»

«Λυπήσου με, να χαρείς…»

«… παράνομα, αντίθετα στο θέλημα του Θεού…»

«Λυπήσου με…»

«… τον λόγο του Κορανίου και της Χαντίθ.»

«Και ο πατέρας της; Ξέρεις καλά ποιος είναι.»

«Ορκίστηκε στο Κοράνι πως δεν εμπλέκεται.»

Το πρόσωπο της παραμορφώθηκε από θυμό.

«Κι αυτό σου φτάνει;»

«Ο λόγος ενός άντρα είναι αρκετός για τη Σαρία.»

«Όμως τον είδαν, τον ξέρουν, μας είδαν μαζί να…»

«ΑΡΚΕΤΑ! Σταμάτα να σκορπάς τα φαρμακερά σου λόγια για έναν έντιμο άντρα. Το μόνο που θα δεχθώ στο εξής, είναι το γράμμα του νόμου. Κι αυτό, είναι ξεκάθαρο: είναι αναγκαίοι τέσσερις αυτόπτες μάρτυρες της συνουσίας για να καταδικαστεί ένας άντρας για μοιχεία. Μπορείς να τους καλέσεις; Πόσοι σε είδαν γυμνή να δίνεσαι σε ξένο άντρα;»

«Κανείς.»

«Όμως έκανες αυτό το κορίτσι. Κάποιος είναι ο πατέρας…»

«Ξέρεις ποιος.»

«…αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως πρέπει να τιμωρηθείς σύμφωνα με το Νόμο.»

Επικράτησε σιωπή. Σπάνια σε τέτοιες περιπτώσεις επικρατεί τόσο βαθιά σιωπή. Το μωρό είχε αρπάξει την θηλή της και ρουφούσε γάλα πλαταγίζοντας τα χείλη του κάθε τόσο.

Τεσσάρων ημερών, το μυαλό της έφτιαχνε συνάψεις για να μπορέσει να αντιληφθεί τον κόσμο, να θέσει στον εαυτό της τα μεγάλα «γιατί» και να εισπράξει απαντήσεις που θα καλλιεργήσουν την φαντασία της, τον φόβο ή και τα δύο, να μάθει τις λέξεις, εκείνες που θα της πουν ότι αρκούν, τους τρόπους, εκείνους που θα της υποδείξουν πως αξίζουν τον κόπο, να αποκτήσει συνείδηση της θνητότητάς της μέσα από τους θανάτους των άλλων, ελπίδα για την δική της μοίρα μέσα από τους ίδιους θανάτους και απέραντη θλίψη για όσους θα δει να συνειδητοποιούν την ουσία της δικιάς τους ζωής μέσα από τον δικό της θάνατο. Ακόμα όμως, δεν είναι άνθρωπος. Είναι ένα πρωτόγονο, αγνό πλάσμα που αναζητά τροφή, ζεστασιά και το άρωμα της μητέρας της. Το πλατάγισμα των χειλιών της, ο αέρας που περνάει περιστασιακά ανάμεσα στο στόμα της και το δέρμα της μητέρας κάνει την σιωπή των ανθρώπων ακόμα πιο απόλυτη. Η Ανταόμα την κοιτάει για μια στιγμή, μετά ξανά τον Μουφτή.

«Λυπήσου με. Δεν έχεις καρδιά;»

«Η καρδιά μου ανήκει στην Θεό.»

«Λυπήσου τότε αυτή», απαντάει και δείχνει με το βλέμμα της προς το μωρό.

Ο Μουφτής πέρασε το κατώφλι. Στο σκοτάδι μπορούσε να διακρίνει τα ανήσυχα μάτια του. Πετούσαν φλόγες θυμού, φόβου και λύπησης.

«Ας είναι», απάντησε ρίχνοντας ματιές προς το βρέφος. «Η ποινή σου θα εκτελεστεί μόλις παρέλθει η περίοδος θηλασμού. Τόσα μπορώ να κάνω.»

Γύρισε την πλάτη και βγήκε από το κελί, μαζί με τους φρουρούς.

«Η Σαρία θα εκτελεστεί κατά γράμμα, όταν στερέψει και η τελευταία σταγόνα.»

Η πόρτα έκλεισε, το σκοτάδι πύκνωσε γύρω της ξανά. Το μόνο που μπορούσε να ακούσει ήταν η λαιμαργία αυτού του ζώου, του αρπακτικού που ρουφούσε, ρουφούσε ξεδιάντροπα την ζωή από μέσα της σταγόνα- σταγόνα. Ως την τελευταία.

Έσφιξε το μωρό πάνω της, διπλώθηκε γυμνή γύρω από το αδύναμο κορμί του και έμεινε εκεί να περιμένει την ώρα.

Κάθε μέρα την επισκεπτόταν η μαία, μια γυναίκα με χοντρά μπράτσα και πρησμένα χείλια. Άπλωνε πάνω της τα χέρια της και της ζουλούσε το στήθος δυνατά, τόσο που συχνά την έκανε να ουρλιάζει και να κλαίει. Μετά έχωνε τα δάχτυλα της μέσα της, στις αρχές τουλάχιστον.

Όταν διαπίστωσε πως ήταν καθαρή και πως η αιμορραγία είχε σταματήσει, άρχισαν να την επισκέπτονται η φρουροί. Ξανά και ξανά, ο καθένας μόνος ή σε ομάδες. Τρεις, πέντε, εφτά. Έπαιρναν το μωρό της, το ακουμπούσαν πάνω στο αχυρένιο στρώμα και ξεκινούσαν. Όπως ήθελαν, όπως προλάβαιναν, όπως ήξεραν ή φαντάζονταν.

Στην αρχή ούρλιαζε, τους χτυπούσε και αντιστεκόταν, φώναζε για βοήθεια. Μετά από μερικούς μήνες, δεν έκανε τίποτα. Όταν έφευγαν, έπεφτε στα γόνατα και παρακαλούσε τον Αλλάχ μέσα της να φυτέψει τον σπόρο του βιαστή. Ήξερε πως δεν θα εκτελούσαν την ποινή αν ήταν έγκυος.

Ο Αλλάχ δεν την άκουσε.

Ένα πρωί η μαία ήρθε και ψηλάφησε τους μαστούς της. Γύρισε και την κοίταξε χωρίς να πει λέξη. Γελούσε καθώς έφευγε.

***

Βγήκε τρέχοντας από το αυτοκίνητο. Στην είσοδο του σπιτιού στεκόταν ένα αμούστακο αγόρι με νωθρό βλέμμα, στην πλάτη του είχε περασμένο ένα Καλάσνικοφ. Έδειχνε αδύναμος και κουρασμένος. Τον άρπαξε από το γιακά της παραλλαγής.

«Πού είναι;» φώναξε και τον χτύπησε πάνω στην πόρτα. Ο νεαρός σάστισε.

«Ποιος;»

«Ο Εζέ! Πού είναι; ΜΙΛΑ!»

Ο νεαρός του χαμογέλασε.

«Είσαι ο Επόπτης», είπε ήρεμα. «Ξέρω για σένα. Μου είπαν να σε σκοτώσω χωρίς δεύτερη σκέψη αν πατήσεις το πόδι σου εδώ.»

Τέντωσε το παιδικό του σώμα και έφερε το όπλο στα χέρια του. Σημάδεψε τον Λοτάννα στο στήθος. Εκείνος πισωπάτησε και έμεινε να τον κοιτάει. Έφτανε η ώρα.

«Μου είπαν να αδειάσω πάνω σου ολόκληρο γεμιστήρα, να μην τσιγκουνευτώ τις σφαίρες. Να στείλω ένα μήνυμα από τη Μπόκο Χαράμ σε όλους τους υπηρέτες της Ευρώπης.»

«Τι περιμένεις λοιπόν;»

Ο νεαρός έβαλε τα γέλια.

«Έτσι μου είπαν. Αλλά είναι όλοι ηλίθιοι. Δεν έχει κανένας τους μυαλό.»
Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του Λοτάννα.

«Έφτασες αργά, γέρο», συνέχισε ο φρουρός και κατέβασε το όπλο. «Σκοτώνεις έναν εχθρό που ακόμα μάχεται. Τον εχθρό που έχει ήδη χάσει τον βασανίζεις.»

«Τι εννοείς;»

Πάλι το ίδιο γέλιο. Σαρκαστικό και πηγαίο.

«Ο Μουφτής δεν είναι εδώ. Ούτε και αυτό που ψάχνεις. Θα τους βρεις όλους δίπλα από το νεκροταφείο. Όλα είναι έτοιμα», είπε και κοίταξε τον ουρανό. «Αν βιαστείς, ίσως προλάβεις.»

Ο Λοτάννα έκανε αργά βήματα προς τα πίσω χωρίς να μπορεί να γυρίσει την πλάτη σε αυτό το αγόρι.

«Τι σου έκαναν; Πώς μπορείς να μισείς τόσο;»

«Μισώ όσα δεν είναι Θεός.»

Τον είδε από τον καθρέφτη να γελάει καθώς έφευγε σηκώνοντας πίσω του ένα πυκνό σύννεφο σκόνης.

***

Φοράει μια λευκή κελεμπία. Της λένε να καθίσει στον πάγκο του κελιού, το κάνει. Ένας από τους φρουρούς σηκώνει στα χέρια του τη μικρή Ορίσα. Η Ανταόμα την κοιτάει ανήσυχη όμως δεν αντιδρά. Κάτω από το λευκό ύφασμα ματώνουν οι πληγές της προηγούμενης μέρας.

Είσαι βρώμα. Πέρασαν πολλοί εχθές. Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει την λογική από την παράνοια. Όσο την βίαζαν και την βασάνιζαν όλους αυτούς τους μήνες η Ανταόμα την είχε ξεπεράσει πολλές φορές, κοιτούσε απόμακρα τους ανθρώπους, από την άλλη άκρη, δεν είχε τίποτα να τους πει, μια βρώμα που της αξίζει να τιμωρηθεί, τίποτα που να μπορούν εκείνοι να πουν ή να κάνουν σε εκείνη που να φτάνει μέσα της. Ο φόβος, ο πόνος, η αγάπη, η αηδία, το μίσος είχαν θαφτεί σε μέρη που δεν μπορούσαν να φτάσουν πια. Γιατί μόλις βασανιστεί ένας άνθρωπος από άλλους ανθρώπους, νοιώθει προδομένος. Η αρχική απελπισία περνάει. Μετά μένει μόνο η απάθεια του νεκρού.

Μια βρώμα.

Της ξύρισαν το κεφάλι, γύρω της πάνω στο βρώμικο από τα κόπρανα και τα ούρα της δάπεδο του κελιού σκόρπισαν οι ατίθασες τούφες. Τις κοιτούσε υπνωτισμένη, χωρίς να αναγνωρίζει ότι κάποτε ανήκαν σε εκείνη. Τίποτα πάνω της δεν ανήκει σε εκείνη, μήνες τώρα.

Όταν της φόρεσαν τη μπούρκα ένοιωσε ανακούφιση. Έβλεπε λιγότερα έτσι, την έβλεπαν λιγότερο. Την σήκωσαν και πέρασαν στην μέση της ένα σχοινί. Της έδωσαν το μωρό και την οδήγησαν έξω από το κελί μέσα στο λυκαυγές του πορφυρού ουρανού. Η υγρασία του Νίγηρα έκαψε τα ρουθούνια της. Της ήταν βαριά η μυρωδιά του καθαρού αέρα.

Πίσω από το τούλι της μπούρκα έβλεπε τους φρουρούς να περπατούν δίπλα της. Χακί παντελόνια, σκισμένα αμάνικα μπλουζάκια, δεσμίδες σφαίρες, αυτόματα τουφέκια, σαγιονάρες, αρβύλες, τσιγάρα, γέλια και πειράγματα μεταξύ τους. Δεν υπήρχε ήδη.

Όταν έφτασαν στο πλάτωμα δίπλα από το νεκροταφείο είδε μια εξέδρα και πάνω της βελούδινες πολυθρόνες και καρέκλες με μαλακά καθίσματα. Στο κέντρο καθόταν ο Μουφτής.

Σηκώθηκε και την πλησίασε. Πρόσταξε και σήκωσαν τη μπούρκα.

«Ανταόμα Λαουάλ», της είπε και σήκωσε το χέρι του. «Οι άνθρωποι εξέτασαν τις πράξεις σου και σε βρήκαν κατά τη Σαρία ενοχή για μοιχεία. Σύντομα θα εκτελεστεί η ποινή σου. Έχεις κάτι να πεις;»

Τίποτα δεν είχε να πει στους ανθρώπους. Δεν μπήκε στον κόπο ούτε καν να τον κοιτάξει, μόνο κράτησε τα μαύρα μάτια της πάνω στο στρογγυλό προσωπάκι του μικρού κοριτσιού. Η Ορίσα χαμογελούσε και δάγκωνε με μανία μια πτυχή της κελεμπίας που είχε αρπάξει με το χεράκι της.

«Συγνώμη», ψιθύρισε.

Ο Μουφτής άπλωσε τα χέρια, η Ανταόμα το ίδιο και η Ορίσα βρέθηκε μεταξύ ανθρώπων, πάνω από το κενό. Πήγε αδιαμαρτύρητα.

«Το κορίτσι θα παραδοθεί στη μητέρα σου. Αυτή θα αναλάβει να τη μεγαλώσει σύμφωνα με τους νόμους και την ηθική του Προφήτη.»

Τότε γύρισε και την είδε. Ο Μουφτής της έδωσε την Ορίσα. Την κράτησε απαλά και της μουρμούρησε γλυκόλογα. Η Ανταόμα χαμογέλασε. Όταν η μητέρα της γύρισε και την κοίταξε, ένοιωσε τα μάγουλα της υγρά.

«Ανταόμα Λαουάλ, η μοιχεία είναι προδοσία έναντι του Θεού. Καταδικάζεται σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Είθε ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχή σου.»

Η μπούρκα κατέβηκε και ένοιωσε το σχοινί να την τραβάει απότομα. Άκουσε κάποιον να φωνάζει από μακριά ενώ μπροστά της ανοιγόταν μια τρύπα μέσα στην γη, στενή -σταματήστε!- τόσο ώστε να χωράει η μέση της.

«Μουφτή Εζέ, σταματήστε αμέσως!»

Η φωνή ακουγόταν από πιο κοντά τώρα, λαχανιασμένη και βραχνή. Γύρισε και είδε τον δικηγόρο, εκείνον που την επισκεπτόταν στο κελί, την τελευταία της ελπίδα πριν περάσει τα όρια της τρέλας. Τώρα ήταν μια θλιβερή υπενθύμιση της ανθρώπινης ανημποριάς που καθώς έτρεχε, σκόνταψε σε μια μεγάλη μαύρη πέτρα και σωριάστηκε μουγκρίζοντας.

Τρεις άντρες με όπλα έτρεξαν προς το μέρος του σημαδεύοντάς τον. Έδειχνε χειρότερα από κάθε άλλη φορά, ταλαιπωρημένος, βρώμικος και κουρασμένος, όμως ακόμα και έτσι, ακόμα και τόσο μακριά, είδε στο βλέμμα του κάτι που της φάνηκε σαν συμπόνια και σωτηρία. Γύρισε ξανά μπροστά την στιγμή που οι άντρες άρχισαν να τον χτυπάνε με τα όπλα και τις αρβύλες τους, τον άκουσε να βογκάει όμως δεν πρόλαβε να γυρίσει, κάποιος τράβηξε δυνατά το σχοινί και βρέθηκε μέσα στην τρύπα, χωμένη ως το στήθος κάτω από τη γη.

«Σταματήστε…»

Ο Μουφτής έκανε σήμα να τον φέρουν κοντά. Τον έσυραν ως την εξέδρα που ήταν πια γεμάτη από άντρες με κοστούμια, στρατιωτικές στολές και επίσημες κελεμπίες. Τον βοήθησαν να σταθεί.

«Επόπτη Αντεμπάγιο, αυτή η υπόθεση δεν σε αφορά, δεν αφορά τον Πρόεδρο, δεν αφορά τους Χριστιανούς. Δεν αφορά καν τους Μουσουλμάνους. Αφορά αυτή τη γυναίκα και τον μοναδικό Θεό.»

«Είναι έγκλημα, Εζέ. Φόνος. Φριχτός, κτηνώδης φόνος.»

«Είναι δικαιοσύνη.»

Ξέσπασε σε κλάματα απελπισίας. Κοίταξε γύρω του ελπίζοντας σε μια παρέμβαση, κάτι να συμβεί που να τον πείσει για την αξία του ανθρώπου, για την ουσία του. Είδε την μητέρα της Ανταόμα να κρατάει στα χέρια τον Ορίσα και να κλαίει βουβά, είδε πολιτικούς, στρατιωτικούς, θρησκευτικούς ηγέτες, τρομοκρατικά μορφώματα να κοιτάνε γεμάτοι ανυπομονησία, πλήθος κόσμου γύρω από τον λάκκο να περιμένουν μια λέξη, μια προσευχή και δίπλα τους στοίβες, μικρά βουνά από πέτρες που να χωράνε και να γεμίζουν καλά μια αντρική παλάμη, ούτε μικρότερες, για να μπορούν να ανοίξουν μια καλή πληγή, ούτε και μεγαλύτερες, για να μην φτάσει πολύ γρήγορα το θανάσιμο πλήγμα.

Ο Μουφτής ξεκίνησε την προσευχή, η Ανταόμα έμενε ατάραχη, ο Λοτάννα ήταν σίγουρος πως την άκουγε να μουρμουρίζει, τι έλεγε δεν μπορούσε να καταλάβει, δύο άντρες έριχναν χώμα μέσα στην τρύπα με φτυάρια, αναγκάζοντας την σε απόλυτη ακινησία, εκείνη συνέχιζε να μιλάει, αργά, σιγανά τόσο που να μην ακούει κανείς πέρα από την ίδια, η προσευχή σταματάει, ο Μουφτής δίνει το σήμα, «ΟΧΙ!», φωνάζει ο Λοτάννα, το πλήθος σηκώνει τις πέτρες, «ΟΧΙ! Είναι τρέλα!», φωνάζει ξανά και το πρώτο χέρι, το χέρι μίας γυναίκας, τεντώνεται πίσω από τον ώμο και εκτοξεύει την πρώτη πέτρα, «βρώμα!», φωνάζει και ακολουθούν κι άλλοι, τεντώνουν τα χέρια και πετάνε τις πέτρες, οι περισσότερες χτυπάνε στο χώμα, μερικές βρίσκουν την Ανταόμα στον ώμο, την ακούει πως φωνάζει στιγμιαία και μετά συνεχίζει το μουρμουρητό της, μια την βρίσκει στο πρόσωπο. Με έναν πνιχτό, λιπώδη ήχο η μπούρκα βάφεται κόκκινη, η Ανταόμα ουρλιάζει και κλαίει και μουρμουρίζει, ο Λοτάννα φωνάζει «ΟΧΙ!», κοιτάζει γύρω του απελπισμένος και τότε την βλέπει, λίγα μέτρα μακριά, εκεί που σκόνταψε μία μαύρη, μεγάλη πέτρα, αμφιβάλλει αν μπορεί να την σηκώσει, ξεπερνά την αμφιβολία, δεν βοηθούν τα χαρτιά και οι χάρες μέσα στην παράνοια του μίσους, δεν έχουν τόπο τα λόγια μπροστά στον φανατισμό, μια βροχή από πέτρες αρκετά μεγάλες για να πονέσουν και να πληγώσουν αλλά καμία αρκετά μεγάλη για συμπόνια.

Αυτό είναι. Συμπόνια. Μόνο αυτό έχει τώρα που να θυμίζει άνθρωπο.

Τρέχει ξέπνοα, ο Μουφτής τον βλέπει, μέσα στην έξαψη της θανάτωσης οι φρουροί κοιτούν υπνωτισμένοι την γυναίκα που ματώνει και κάνει το χώμα λάσπη με το αίμα που στάζει, προλαβαίνει και φτάνει. Μαύρη, γυαλιστερή πέτρα, απλώνει τα χέρια, λυγίζει τα γόνατα και την σηκώνει πάνω από το κεφάλι του φωνάζοντας, γυρίζει προς την Ανταόμα, «συγνώμη», μονολογεί, «άλλος τρόπος δεν υπάρχει, ας με συγχωρέσει ο Θεός», τεντώνεται πάνω από το αιμόφυρτο κορίτσι, οι υπόλοιποι φωνάζουν «ΒΡΩΜΑ!», η Ανταόμα κλαίει και μουρμουρίζει, τι μουρμουρίζει δεν ακούει, δεν ακούει.

Ο κρότος του πυροβολισμού παγώνει το πλήθος, η σφαίρα διαπερνά το στερνό του και σωριάζεται βαρύς δίπλα στο κεφάλι του κοριτσιού, η μαύρη πέτρα πέφτει δίπλα του πάνω στο χώμα, βήχει και φτύνει αίμα και πνίγεται αυτός δίπλα σε εκείνη. Καθώς κλαίει και ψελλίζει ένα τελευταίο «συγνώμη», είναι κοντά της τώρα, οι πέτρες χτυπούν και αυτόν και σκίζουν το δέρμα του, όμως είναι δίπλα της, απλώνει το χέρι στον ώμο της και τότε την ακούει. Ακούει τι μουρμουρίζει ξέπνοα. Χαμογελάει, όταν καταλαβαίνει και κλείνει τα μάτια ενώ οι φωνές του κόσμου ξεμακραίνουν, μέσα του μένει μόνο η προσευχή της Ανταόμα.

Ορίσα, ψυχή μου… Ορίσα, ψυχή μου… Ορίσα, ψυχή μου… Ορίσα, ψυχή μου…


Ο λιθοβολισμός εκτελείται παγκοσμίως σε 15 χώρες αυτή την στιγμή, κυρίως για ζητήματα μοιχείας.

Πουθενά στο Κοράνι δεν αναφέρεται ο λιθοβολισμός ως μέσο τιμωρίας για τέτοιου είδους αδικήματα.

Στη Νιγηρία, η Σαρία εφαρμόζεται σε 13 επαρχίες από το 2000. Μέχρι τώρα, 13 άνθρωποι έχουν επισήμως καταδικαστεί σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Καμία από τις παραπάνω ποινές δεν εκτελέστηκε χάρη στην παρέμβαση των ανθρωπιστικών οργανώσεων.

Σε άλλα μέρη του κόσμου, οι παραβάτες της Σαρία δεν είναι τόσο τυχεροί.


 

2 σκέψεις σχετικά με το “ΜΑΥΡΟΣ ΊΑΣΠΙΣ

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Hippy Foodie

Ημερολόγια Διατροφικής Επανάστασης

Pluma Verbi

Coffee, books and thoughts

simple Ula

I want to be rich. Rich in love, rich in health, rich in laughter, rich in adventure and rich in knowledge. You?

worldtraveller70

ΑΚΑΝΘΟΧΟΙΡΟΣ ii

Χρεωκοπημένοι Καιροί

Indebting Times (in Greek)

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

tasty life

tasty ways for soul & body

GynaikaEimai

Γυναίκα.... Σύζυγος, εργαζόμενη, μητέρα, νοικοκυρά, ερωμένη... 1000 ρόλοι να χωρέσουν ασφυκτικά σ' ένα έρμο 24ωρο! Είμαστε η Σοφία, η Χρύσα και η Κική! Μαζί θα γελάσουμε, θα κλάψουμε, θα προβληματιστούμε, θα συζητήσουμε με & για όλα όσα απασχολούν τη σημερινή γυναίκα! Ελάτε στην παρέα μας!

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

sifiniera

φύλλο λευκό, χαρτί

Book Tales

Once upon a time....

makestorytelling.com

Αυτοτελείς Ιστορίες που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από Μυθιστόρημα. Εδώ θα βρεις όλα τα Πρόσωπα της Διπλανής Πόρτας. Πρωταγωνιστές που ίσως σου θυμίσουν κάτι... Αν είσαι παιδί, έφηβος ή ενήλικας τότε είσαι στις σωστές ιστορίες για εσένα & είναι πάντοτε έτοιμες να τις ανακαλύψεις... Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς...

My secret book

you can find me in Instagram @mysecretbook

Luna Corde

The soul is the most beautiful masterpiece

A Court of Boooks

💗by Stella and Ioanna💗

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Αρέσει σε %d bloggers: