MADE IN BANGLADESH

a-final-embrace

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΪΟΝ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ Ή ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ.

 

στην Κατερίνα Γουλέτη

 

Ανοίγει τα πόδια, περνάει τις παλάμες κάτω από τα γόνατα και προσπαθεί να τα τραβήξει στο στήθος, «θα πεθάνω!» φωνάζει, «πότε; Πότε!»

Ξεσπάει σε κλάματα, η καμίς στάζει αίμα, μία γυναίκα την κόβει και την τραβάει από πάνω της, πιάνεται στην μασχάλη της, κόβει τότε το μανίκι, μένει μόνο του αυτό πάνω στο βρώμικο κορμί της. Απλώνει την παλάμη και σφίγγει το ρυτιδιασμένο χέρι, ξερόκλαδο, χιλιοτρυπημένο, κατάστικτο. Η γριά την κοιτά, όλοι οι θεοί των ανθρώπων την κοιτούν, οι Βούδες, οι Σίβα, οι Αλλάχ, τα Άγια Πνεύματα, εκεί, σε μια ξύλινη καλύβα, δίπλα στις χιλιάδες που αιωρούνται πάνω από τα νερά του Μπουριγκάνγκα.

«Βοήθα με», ψελλίζει, ο πόνος την τυλίγει και ουρλιάζει. «Δεν αντέχω!»

Το χέρι σφίγγει. Την τραβάει κοντά της. Σκύβει.

«Σουμάιβα…»

Το όνομά της φτάνει στ’ αφτιά της ξένο.

«Σουμάιβα», ξανά. Γυρίζει και κοιτά την γριά στο πλευρό της. Ο πόνος μικραίνει, ο Μπουριγκάνγκα βρωμάει ψοφίμι και ρέει περήφανος και σάπιος, οι θεοί κοιτούν, η καμίς στάζει αίμα, η ίδια στάζει αίμα, το σώμα της είναι ανοιχτό, τα πολύχρωμα λινά ματωμένα και γεμάτα από τα ίδια της τα σκατά, η καλύβα αιωρείται μαζί με τις χιλιάδες άλλες, η νύχτα βαθαίνει και ο μουσώνας, ο μουσώνας ξεσπά και τους σαρώνει όλους, τις καλύβες, τους θεούς, τα νερά του ποταμού, μένει το ξερόκλαδο και τα μαύρα μάτια του που την κοιτούν, όλο αγάπη κι αγανάκτηση.

«Θα αντέξεις, Σουμάιβα.»

Ο πόνος την τυφλώνει.

«ΤΩΡΑ!»

***

Βγαίνει στην Ράτζασον με τα μάτια κλαμένα, λίγο αίμα που είχε ξεραθεί κάτω από την μύτη της ανακατεύεται με τις μύξες και καταλήγει μέσα στο στόμα της.

«Πού πάμε;»

Περπατάει στο χώμα του δρόμου μέσα από χιλιάδες τρίκυκλα ποδήλατα, χιλιάδες ανθρώπους, πολύχρωμα, ελεεινά βρώμικα στόρια ανεβασμένα μπροστά από τρύπες τσιμεντόλιθων γεμάτες ξύλα, βίδες, υφάσματα, θερμοθαλάμους και μικρές βιτρίνες στο πάτωμα με όσα λίγα σοντές  έχουν περισσέψει και πίσω τους ισχνοί άνθρωποι καθισμένοι στο χώμα, γυρίζει και κοιτά, θυμάται πως τα λαχταρούσε τα σοντές και δεν αγόρασε ποτέ, δεν έφταναν για γλυκά τα μεροκάματα.

«Πού πάμε;»

Τα πόδια της σέρνονται στο κοκκινόχωμα, ο ήλιος σε λίγο θα χαθεί, η ζέστη όμως θα μείνει, θα μείνει να τρυπάει τους ανθρώπους μέσα στις χωματερές και τις παράγκες τους, δίπλα από τα εργοστάσια ρούχων. Ένα μικρό χέρι ακουμπάει στο μάγουλο της.

«Γιατί φύγαμε, μαμά;»

Κοιτάει το κορίτσι, τα μαύρα του μαλλιά, τα μαύρα του μάτια. Είναι πια τεσσάρων χρονών.

«Μας έδιωξαν, Ριφάχ. Δεν φύγαμε.»

Δεν απαντάει στο γιατί. Θα πρέπει να απαντήσει σε ένα σωρό ανθρώπους που θα θέλουν να μάθουν ακριβώς αυτό. Γιατί.

Στρίβει στον Ντιλκουσαμπάγκ και περπατάει όλο το φιδογυριστό του μήκος μέσα από σκουπίδια, καλύβες από λαμαρίνες, αποθήκες και τσιμεντένιες κολώνες με πολυώροφα εργοστάσια να ορθώνονται από πάνω τους, θυμίζουν περισσότερο ημιτελείς πολυκατοικίες, γιαπιά με ορόφους χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων παρά εργοστάσια, κυκλώνει ο δρόμος τη Σαβάρ Γιούνιον και τις ζωές των ανθρώπων της, ίδιος με γαζί πρωτάρας. Εκεί, στην Σαβάρ της Ντάκα, ράβεται η ανθρωπότητα. Εκεί ντύνεται η γύμνια. Μέσα στη λάσπη και τα σκουπίδια. Από ανθρώπους που δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν όψη. Από την μάζα των δύο δολαρίων την ημέρα.

«Πού πάμε, μαμά;»

Σκουπίζει τα μάτια και την μύτη της. Σφίγγει επάνω της το κορίτσι.

«Στον μπαμπά, Ριφάχ», απαντάει και ανοίγει το βήμα της.

***

Φτάνει με πολύ κόπο έξω από το Ματρί- Μπαγκάν. Η απόσταση από το εργοστάσιο δεν ήταν μεγάλη όμως η Ριφάχ αρνούνταν να περπατήσει, φοβήθηκε όταν είδε την μύτη της ματωμένη, σκαρφάλωσε πάνω της έπλεξε τα χέρια γύρω από τον λαιμό της και δεν έλεγε να την αφήσει. Η Σουμάιβα κρατήθηκε κι εκείνη από πάνω της, το μόνο αληθινό κομμάτι ζωής μέσα στα σκουπίδια και το ψέμα της Σαβάρ.

Το πάθαινε καμιά φορά με τις ζεστές, από παιδί. Η μητέρα της την άφηνε στην γωνία του εργοστασίου μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά από το πρωί μέχρι που σχολούσε αργά το βράδυ. Εκείνες τις φορές που πύρωνε η λαμαρίνα και το τσιμέντο και της συνέβαινε,την έβρισκε καλυμμένη από αίμα που είχε ξεραθεί από ώρες και την έβγαζε από το εργοστάσιο με τις κλωτσιές. Την πήγαινε στην όχθη του ποταμού, την έγδυνε και την άφηνε εκεί μέχρι να καθαρίσει το σάρι της και το κορμί της. Εάν αργούσε να επιστρέψει, την χτυπούσε με την βέργα που είχε για να ανακατεύει τον χυλό για το ρας μαλάι. Τρεις φορές την έσπασε στην πλάτη της την βέργα. Τρεις φορές την κόλλησε. Έλεγε πως δεν υπήρχε καλύτερο κομμάτι ξύλο από αυτό για να φτιάχνει κανείς γλυκά.

Η μητέρα. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Η μητέρα δεν είχε χρόνο. Δουλειά, φαί, η καλύβα, ο πατέρας, οι γονείς, τα ρούχα, τα ρούχα, ό,τι περίσσευε το έκανε όνειρα και ξανά από την αρχή. Ίσως για αυτό η Σουμάιβα δεν έκανε ποτέ όνειρα. Δεν πονούσε η μάνα της όταν την χτυπούσε και η Σουμάιβα την παρακαλούσε να σταματήσει. Οι άνθρωποι πονάνε. Και κανείς άνθρωπος δεν είχε απομείνει μέσα σε ολόκληρη την Ντάκα. Μόνο ανταλλακτικά και εργαλεία.

Στέκεται έξω από το τζαμί. Άντρες μπαίνουν και βγαίνουν, τα παντζάμπι τους περιποιημένα κάνουν το προαύλιο να μοιάζει με ψηφιδωτό κάτω από το απογευματινό φως. Η προσευχή τελειώνει, ο Ρακίμπ μιλάει με δύο- τρεις ξυλουργούς, τους ξέρει από παλιά, ελπίζει να τον πάρουν στην δουλειά. Ξέρει πως δεν πρόκειται. Ο καθένας έχει από τρεις γιους και κανείς σε αυτή την πόλη, σε ολόκληρο το Μπανγκλαντές δεν θα δώσει δουλειά σε έναν ξένο, ας είναι φίλος, ας είναι και αδελφός, αν ο ίδιος μεγαλώνει αγόρι. Καλύτερα ο ξένος στη φάμπρικα παρά ο γιος σου.

Την βλέπει, χαιρετάει βιαστικά τους ξυλουργούς και πλησιάζει. Φοράει το καφέ παντζάμπι του. Ίδιος όπως την ημέρα που τον δέχθηκε για σύζυγο, το λεπτό μουστάκι του τραβιέται και της χαμογελάει αποκαλύπτοντας τα σάπια του δόντια. Τον πονούν εδώ και καιρό αλλά δεν μπορεί να λείψει ούτε λεπτό για να τα βγάλει. Προέχουν άλλα. Τώρα ακόμα περισσότερα. Όταν την πλησιάζει η όψη του αλλάζει. Βλέπει το πρόσωπο της λερωμένο, τα μάτια της κλαμένα.

«Τι έπαθες; Σουμάιβα, γιατί είσαι εδώ», ρωτάει και παίρνει στην αγκαλιά του την Ριφάχ.

Βάζει το χέρι στην τσέπη του και βγάζει ένα πορτοκάλι μαντήλι. Σκουπίζει το πρόσωπο της, εκείνη το κρύβει με τα χέρια της και σκύβει στον ώμο του.

«Μ’ έδιωξε, Ρακίμπ», λέει και αρχίζει πάλι να κλαίει. «Εκείνος ο παλιάνθρωπος, ο Μπασκόρ. Με πέταξε έξω!»

Ο Ρακίμπ αφήνει την μικρή στο χώμα του δρόμου.

«Πεινάω, μπαμπά», την ακούει να λέει. Της απαντά κοφτά «σε λίγο» και γυρίζει προς την Σουμάιβα ενώ η μικρή κάθεται στο χωματόδρομο και σκαλίζει τις πέτρες στον περίβολο του τζαμιού.

«Γιατί; Τι έκανες, γυναίκα;»

Την πιάνει από τους ώμους και την αναγκάζει να τον κοιτάξει.

«Άσε τα κλάματα, Σουμάιβα, δεν ωφελούν. Δεν φυτρώνει το ρύζι με τα δάκρυα, πολύ αλάτι. Μόνο μίλα. Μίλα!»

Της φωνάζει και τραντάζει το κορμί της, εκείνη προσπαθεί να βρει τις ανάσες της.

«Ξεκίνησα το πρωί. Στον τρίτο όροφο άφησα την Ριφάχ μαζί με τα άλλα παιδιά στη γωνία με τα ρέλια.»

«Γιατί εκεί;»

«Εκεί μας λένε τώρα να αφήνουμε τα παιδιά. Όλα μαζί εκεί, τα προσέχουν οι γυναίκες στις ραπτομηχανές, που είναι πιο κοντά.»

«Συνέχισε», της απαντά και σταυρώνει τα χέρια στο στήθος.

Του ρίχνει ένα βλέμμα. Αυτό που βλέπει την αναγκάζει να κοιτάξει πάλι στο χώμα. Γύρω τους προσπερνούν τα τρίκυκλα και τα σανδάλια σέρνονται πάνω στον δρόμο, τα στόρια κατεβαίνουν, η αγορά κλείνει, ο ιμάμης προσεύχεται από τον μιναρέ, ο κόσμος μιλάει, γελάει, κλαίει, λίγοι άντρες κουβαλούν λάσπη από τον ποταμό μέχρι τον φούρνο. Ο φούρνος για τα τούβλα, οι ραπτομηχανές και τα τρένα δεν σταματούν ποτέ, νύχτα- μέρα στην Ντάκα. Τα μάτια του είναι βαριά, ζητούν εξηγήσεις, ζητούν λύση με τέτοια ένταση που κάνουν τον θόρυβο της πόλης να σβήσει.

«Συνέχισε!»

«Πήρα πόστο στον πέμπτο.»

«Στον δεύτερο όροφο είναι η θέση σου.»

«Στον πέμπτο έπρεπε να τελειώσουν την παραγγελία του H&M. Με ανέβασαν εμένα και καμιά δεκαριά ακόμα, επάνω. Μας βρήκε ο Μπασκόρ.»

«Και;»

«Μου έδωσε πόστο. Ραπτομηχανή. Με έβαλε να ράβω τις ετικέτες στα πουκάμισα.»

«Ωραία. Πού το πρόβλημα;»

«Ζήτησε να κάνω τριακόσια κομμάτια την ώρα. Αν δεν τα κατάφερνα, μου είπε, δεν θα με πλήρωνε, ούτε μεροκάματο, ούτε υπερωρία.»

Ο Ρακίμπ σφίγγει τα δόντια.

«Το καθίκι…»

«Του είπα θα το κάνω. Ξεκίνησα καλά, έκανα τριακόσια δέκα την πρώτη ώρα, είχε δροσιά ακόμα, τριακόσια δύο την επόμενη, τριακόσια δεκαέξι την τρίτη, τριακόσια ακριβώς, τριακόσια πέντε, τριακό…»

«Κατάλαβα, γυναίκα! Παρακάτω!»

«Θα φύγουμε; Πότε θα φύγουμε;»

Η Ριφάχ έχει σκάψει μια μικρή τρύπα στην άκρη του δρόμου. Μέσα της χωράνε δύο πατημένα κουτάκια αναψυκτικού, ένα σκισμένο σανδάλι και μερικές υφασμάτινες λωρίδες που πήρε φεύγοντας από το εργοστάσιο.

«Σε λίγο», απαντάει ο Ρακίμπ χωρίς να την κοιτάξει. «Συνέχισε, γυναίκα.»

«Μετά…»

Η Σουμάιβα δυσκολεύεται. Η Σουμάιβα προσπαθεί να ξεπλύνει το σάρι της. Η Σουμάιβα προσπαθεί να κάνει γρήγορα, πάντα γρήγορα. Μόνο γρήγορα.

«Μετά άρχισε να κάνει ζέστη, Ρακίμπ. Άρχισε να κάνει τόση ζέστη που μου κοβόταν η ανάσα, ιδρώναμε και ράβαμε, γύρισα και είδα δίπλα μου την Αμέλια, το πρόσωπο της έσταζε, η τουνίκ της ήταν βρεγμένη μούσκεμα. Με είδε και προσπάθησε να μαζευτεί. Δεν την κακολογώ, μην με παρεξηγήσεις Ρακίμπ, δεν χώνω σε ξένες δουλειές την μύτη μου, δεν κουβαλάω το φαρμάκι των υπολοίπων, το ξέρεις, σωστά;»

«Ξέρω ότι είσαι έντιμη και αγαπάς περισσότερο από όσο πρέπει τους άλλους. Σε τι έμπλεξες, Σουμάιβα;»

«Σε τίποτα, ορκίζομαι. Τρεις φορές ζήτησε να πάει, δεν την  άφησε, ο επιβλέπων, το τομάρι ο Μπασκόρ. Δεν άπλωσα το χέρι μου για να την βοηθήσω όμως η ζέστη, τα κάτουρά της που της ξέφυγαν πάνω στα πόδια της, ο θόρυβος των μηχανών, η δουλειά, όλα, όλα ήρθαν και μου έκοψαν την ανάσα και τότε…»

Βιάζεται η Σουμάιβα, η άχρηστη Σουμάιβα, το βάρος, το λάθος, ανάθεμα την ώρα, χάθηκε να ήταν αγόρι, ποιος έριξε τέτοια κατάρα πάνω τους, βιάζεται και τρίβει να φύγει η βρωμιά από το ρούχο και να γυρίσει γρήγορα, προπάντων γρήγορα στην καλύβα.

«Τότε έγινε πάλι, Ρακίμπ! Η μύτη μου άρχισε να τρέχει αίμα. Όπως ήμουν σκυμμένη πάνω από τη μηχανή είδα τις σταγόνες να στάζουν πάνω στο χέρι μου. Έβρισα. Κι όπως το έκανα ένοιωσα το στόμα μου βρεγμένο. Έτρεχε πολύ.»

Ξεσπάει ξανά, ο Ρακίμπ την αγκαλιάζει.

«Φτάνει τόσο», της λέει απαλά εκείνη όμως δεν ακούει.

«Σηκώθηκα βιαστικά», συνεχίζει μέσα από κοφτές ανάσες, λίγες, όσες χωράνε στο στήθος της που τρέμει. «Τι θα κάνουμε; Τι; Σηκώθηκα για να μην λερώσω τα ρούχα, για καλό σηκώθηκα. Κι αυτός… αυτός με είδε που έφυγα, με ακολούθησε μέχρι τον δεύτερο, πήγα στη βρύση κι ήρθε από πίσω μου όπως πλενόμουν.»

«Φτάνει, Σουμάιβα, φτάνει. Ηρέμησε, γυναίκα.»

«Θέλω να πάμε σπίτι. Πεινάω, μαμά.»

«Όχι, Ρακίμπ! Δεν φτάνει! Ποτέ δεν φτάνει. Την ακούς;»

Γυρίζει και δείχνει την κόρη της. «Πεινάει, Ρακίμπ! Κι αυτός με έδιωξε! Γιατί λέει δεν θέλουν τεμπέληδες στο εργοστάσιό τους. Δεν θέλουν γυναίκες που δεν μπορούν να δουλέψουν! Ακούς; Τι θα κάνουμε, Ρακίμπ;»

Εκείνος την τραβάει κοντά του, κλείνει τα χέρια του γύρω από τους ώμους της.

«Θα βρούμε αλλού δουλειά, το ξέρεις. Ο ξάδελφος θα βοηθήσει.»

Σταματάει, σηκώνει τα μάτια και τον κοιτάει.

«Ο ξάδελφος;»

«Ναι.»

«Ο πράκτορας, Ρακίμπ;»

«Ναι.»

Κουνάει το κεφάλι της. Ο πράκτορας. Ο ξάδελφος. Το ίδιο αίμα.

«Ο Οβί Χασάν σου βρήκε αυτή την δουλειά», τον ακούει να λέει. «Θα σου βρει άλλη.»

Ξέρει ότι το πιστεύει, ξέρει πως δεν το λέει μόνο για να μην την στεναχωρήσει. Τον κοιτά τρυφερά και θυμωμένα. Τελικά κουνάει το κεφάλι.

«Έχεις δίκιο, άντρα μου», του απαντάει και περνάει το χέρι της στο μπράτσο του. «Θα ηρεμήσω. Ο Οβί Χασάν θα μας βοηθήσει και πάλι.»

Σκύβει και πιάνει το χέρι του κοριτσιού.

«Πάμε σπίτι μας», τους λέει ήρεμα. «Φτάνουν τα δάκρυα. Δεν φτιάχνουν ρύζι τα δάκρυα. Πολύ αλάτι.»

***

Ο μουσώνας ξεσπά ορμητικός και πνίγει τις φωνές της. Με κάθε πόνο σφίγγει το γερασμένο χέρι, έξω στην βροχή ο Ρακίμπ περπατάει ανήσυχος, έχει βραχεί μέχρι το κόκκαλο αλλά το προτιμάει, δεν αντέχει να κοιτά, το αίμα είναι πολύ και μυρίζει άσχημα μέσα στην καλύβα, τον έδιωξαν οι γυναίκες, δεν έχει τόπο, δεν έχει θέση ένας άντρας σ’ αυτή την σκληρή ώρα μίας γυναίκας. Κι αν είναι εκεί, δεν μπορεί παρά να βλέπει γεμάτος θαυμασμό και δέος. Γεμάτος απορία.

«Πάρε ανάσα», ακούει την γριά να της λέει. «Σε μεγάλωσα καλά για αυτή την ώρα, για αυτό τον πόνο, μη φοβάσαι.»

«Δεν φοβάμαι…»

«Σήκωσε πιο ψηλά τα γόνατα.»

Το κάνει. Ξαπλωμένη πάνω στα λερωμένα υφάσματα το κάνει όσο καλύτερα μπορεί, νοιώθει το αίμα να κυλάει στους μηρούς της, δύο πρόσωπα την κοιτούν από την άλλη μεριά, γερασμένα, γνωστά, τα χέρια τους σκουπίζουν τα υγρά και τα περιττώματά της από τα στρωσίδια κι όλο περιμένουν με βεβαιότητα και αδιαφορία να φτάσει η ώρα.

Ο πόνος επιστρέφει.

«Τώρα! Όσο πιο δυνατά μπορείς και θα το φέρεις!»

Κρατάει την ανάσα της, σφίγγει τα δόντια και όλο το κορμί της σκληραίνει.

«ΤΩΡΑ!»

***

Η Ριφάχ κοιμόταν, την άφησε μόνη, θα την προσέχει η Ανούβα και τα υπόλοιπα κορίτσια που δεν πάνε στις μηχανές, ακόμα. Οι καλύβες στην σειρά, σε μια ατέλειωτη σειρά κι όλες μαζί πάνω από τον ποταμό, εκεί που κατουράνε, πίνουν, τρώνε, γεννάνε και πεθαίνουν ο ένας πάνω στον άλλο, όλοι πάνω στον Μπουριγκάνγκα. Για δυο δολάρια την ημέρα.

Ο ξάδελφος έχει το μαγαζί του κοντά, στην Ντάκα- Αρίχα, μέσα στο κέντρο των εργοστασίων. Φτάνει νωρίς, τον βρίσκει να ρουφάει τσάι καθισμένος στο χωμάτινο πάτωμα. Την βλέπει και κουνάει το χέρι.

«Έλα, Σουμάιβα.»

Τον πλησιάζει διστακτικά.

Εκείνος τελειώνει το τσάι του και την κοιτάει. Η Σουμάιβα στέκεται όρθια μπροστά του.

«Πώς είναι ο αγαπημένος μου ξάδελφος», ρωτάει και καθαρίζει το δόντι του με το νύχι.

«Είναι καλά», απαντάει η Σουμάιβα με το βλέμμα χαμηλωμένο. «Στέλνει χαιρετισμούς. Και την θερμή παράκληση να μας βοηθήσεις…»

«Ξανά.»

Ο Σουμάιβα διστάζει, βρίσκει κουράγιο από κάποιο άγνωστο μέρος μέσα της και συνεχίζει.

«Ξανά, ναι. Παρακαλάει να μας βοηθήσεις, ξανά.»

Ο Οβί Χασάν σηκώνεται όρθιος και καθαρίζει το παντελόνι του.

«Όμως», ξεκινάει να λέει και καθώς μιλάει πλησιάζει κοντά της. «Την προηγούμενη δουλειά, δεν την ξεπλήρωσες ακόμα, αγαπητή μου ξαδέλφη.»

«Με έδιωξαν, Οβί Χασάν. Από τα τρία χρόνια του συμβολαίου, ούτε δύο δεν έκλεισα. Δεν με άφησαν… δεν κατάφερα να σου ξεπληρώσω  όλο το ποσό.»

Τον κοιτά. Είναι ψηλός, κοντοκουρεμένος με πυκνό μουστάκι και πονηρά μάτια. Κάνει χρόνια αυτή την δουλειά, τον ξέρουν όλοι με το μικρό του, όλοι του χρωστάνε. Λεφτά και αρκετοί, ακόμα και ευγνωμοσύνη. Ελάχιστοι με την καρδιά τους. Για κάθε θέση που βρίσκει στα εργοστάσια ρούχων, αγοράζει μία ψυχή.

«Όμως το ξέρεις πως τα συμβόλαια είναι τριετή», φτάνει πιο κοντά.

«Το ξέρω, ξάδελφε.»

«Και ο μισθός καλός. Εξήντα δολάρια τον μήνα. Αν είσαι άξια και κανείς υπερωρίες μπορεί να βγάλεις ακόμα και ογδόντα.»

«Τόσα είναι, ναι. Όπως μου τα είχες πει. Τίποτα λάθος.»

«Άρα, δεν είναι και πολλά τα χίλια πεντακόσια δολάρια που ζητώ για μια τόσο καλή δουλειά.»

Σταματάει ακριβώς μπροστά της και χαμογελάει. Η Σουμάιβα μυρίζει το τσάι στην ανάσα του. Το στομάχι της σφίγγεται.

«Όχι, ξάδελφε. Λογική τιμή.»

«Θέλω να πω», ξεκινάει και ακουμπάει το χέρι του στον ώμο της, «αν δεν ήμουν εγώ, πού θα έβρισκε τόσος κόσμος δουλειά; Εγώ τα κανονίζω όλα. Εσείς, τίποτα.»

Η Σουμάιβα σφίγγει τις γροθιές, ξέρει τι πρέπει να γίνει, η Ριφάχ πεινάει, ο Ρακίμπ δεν θα αντέξει, η καλύβα θα γίνει ξανά ό,τι ήταν αρχικά: ένας σωρός σκουπίδια.

«Ναι, ξάδελφε. Σε ευχαριστούμε για αυτό.»

«Μην το λες αυτό, οικογένεια είμαστε», απαντά και περνάει το χέρι πίσω από το αφτί της. Της χαϊδεύει τα μαλλιά και τον λαιμό. «Θα σε βοηθήσω να βρεις δουλειά. Κι όταν φτάσει η ώρα της κόρης σας και έρθει στην ηλικία, πες στον ξάδελφό μου, θα την τακτοποιήσω και αυτή.» Η Σουμάιβα μουδιάζει, προσπαθεί να κρυφτεί μα η οργή φουντώνει τα μάγουλα της. Εκείνος χαμογελάει. «Και το παλιό σου χρέος, χάρισμα σας. Οχτακόσια δολάρια, θα βρω τρόπο να στα σβήσω.»

Σηκώνει τα μάτια, είναι γεμάτα δάκρυα που δεν λένε να πέσουν, ακίνητα μέσα στους βολβούς, γύρω τους, θολώνουν όσα βλέπει, ίσα που να αντέχει την ασχήμια τους.

«Πώς, ξάδελφε;» ρωτάει και προσπαθεί να σταματήσει τα χείλη της που τρέμουν.

Εκείνος πλαταίνει το χαμόγελο του και χαμηλώνει το χέρι στην μέση της.

«Θα βρεθεί τρόπος», ψιθυρίζει και σκύβει στο αφτί της. Η γλώσσα του ακουμπάει το σκουλαρίκι της, μία ασημένια χάντρα στον λοβό, την παίρνει στο στόμα του και την δαγκώνει, την πονάει, σφίγγει τα μάτια και τα δάκρυα γλιστράνε. «Δεν θα ήθελα να απογοητεύσω τον αγαπημένο μου Ρακίμπ», συνεχίζει, σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάει μέσα στα μάτια. «Εσύ;»

Κουνάει νευρικά το κεφάλι της και προσπαθεί να κρατηθεί, ένας πνιχτός ήχος ξεφεύγει από το λαρύγγι της αλλά επιμένει.

«Όχι», λέει τελικά. «Δεν θα το ήθελα».

Ο Οβί Χασάν σκουπίζει με τα δάχτυλα τα δάκρυά της και καταλήγει να μισανοίγει τα χείλη της.

«Στέγνωσε το στόμα σου», της λέει. «Ας πιούμε ένα τσάι», συμπληρώνει και ξεμακραίνει προς την πόρτα. Η Σουμάιβα ακούει την σκουριασμένη κλειδαριά να γυρίζει. Ο Οβί Χασάν μουρμουρίζει πως οι οικογενειακές υποθέσεις μπαίνουν πάνω από όλα, δεν πρέπει να διακόπτονται.

Ανάβει το φως, πέφτει πάνω τους η ασθενική του δέσμη. Καθώς τα αλουμινένια στόρια κατεβαίνουν, η Σουμάιβα ξετυλίγει το σάρι της.

***

Έχει μεσημεριάσει, η ζέστη είναι ανυπόφορη, ο κόσμος στριμώχνεται στους δρόμους, η σκόνη γεμίζει τον αέρα, τα τρένα περνάνε φορτωμένα ανθρώπους, ζωντανά και ρούχα, καλοραμμένα ρούχα, στενά παντελόνια, καρό πουκάμισα, πολύχρωμα μπλουζάκια, ζακέτες, φουλάρια, φούστες, βραδινά φορέματα, εφαρμοστά κολάν, χίλια σχέδια, χίλια χρώματα, σε κάθε νούμερο, για κάθε ηλικία, να μην λείψει από κανέναν τίποτα, να μην μείνει κανείς γυμνός, βασική ανάγκη τα ρούχα από τότε που χάθηκε το πιθηκίσιο μας μαλλί και κρατήσαμε μερικές τρίχες να σπάνε την μονοτονία της σάρκας, τόσο βασική ανάγκη που έγινε μαζική, που τίποτα δεν είναι αρκετό, πολύ, ακραίο, ένα, δέκα, εκατό, χίλια και ό,τι περισσεύει στα σκουπίδια, γεμάτα τα τραίνα, ραμμένα από εκατομμύρια ανθρώπους σαν και εκείνη που τρέχει μέσα στον δρόμο, περνάει τις παράγκες και τις χίλιες τους διακλαδώσεις, παίζουν σχοινάκι τα παιδιά, προσεύχονται οι γριές μπροστά σε μια παγόδα, σε μια γωνιά κεντάνε με χένα τα χέρια της νύφης, οι μύγες σφυρίζουν πάνω από τα σκουπίδια και έναν ψόφιο σκύλο που επιπλέει στην όχθη, τρέχει και κλαίει και φωνάζει και μπαίνει στα λασπόνερα ως την μέση, σηκώνει το σάρι της και τρίβει, τρίβει δυνατά με τα νερά των υπονόμων ανάμεσα στα πόδια της ώσπου λυγίζουν τα γόνατα της και μένει εκεί, κάτω από τον καυτό ήλιο και τα νερά του ποταμού που βρωμάνε να κλαίει μέχρι που της κόβεται η ανάσα, κλείνει τα μάτια και ξαπλώνει στη λάσπη της όχθης, δίπλα στο ψοφίμι. Οι μύγες την καλύπτουν κι εκείνη με τα ρούχα ανεβασμένα στη μέση της μακραίνει μαζί με το ρέμα του Μπουριγκάνγκα, βρίσκει τον Γάγγη κι από εκεί τον ωκεανό και τα βουβά του βάθη. Ηρεμεί, τώρα μπορεί να ηρεμήσει. Βρήκε δουλειά. Πλήρωσε το χρέος. Η μάνα θα είναι περήφανη. Ο Ρακίμπ ευτυχής. Η Ριφάχ χορτάτη.

Της πήρε ώρες μέχρι να ηρεμήσει. Στο τέλος την συνέφερε η πείνα. Πάντα κερδίζει η πείνα. Και το πνεύμα και την αγάπη και τον πόνο και την θλίψη. Σηκώθηκε αργά από την λασπουριά της όχθης και πήρε βαριά τον δρόμο για την καλύβα. Έπρεπε να μαγειρέψει για το παιδί, για τον Ρακίμπ. Για την ίδια.

Μόλις έφτασε φόρεσε καθαρό φόρεμα, φίλησε το κορίτσι της, προσευχήθηκε στον Αλλάχ και την μητέρα κι έφτιαξε ψάρι με ρύζι. Είπε τα ευχάριστα νέα στον Ρακίμπ το βράδυ, καθώς έτρωγαν, μεταφέροντας του τους χαιρετισμούς του ξαδέλφου. Όταν κοιμήθηκε η Ριφάχ και έμειναν οι δύο τους στο σκοτάδι, ο Ρακίμπ έπεσε πάνω της γεμάτος αγαλλίαση που μετουσιώθηκε σε πάθος και ερωτική επιθυμία. Άνοιξε τα πόδια της, τον χάιδεψε, γύρισε στο πλευρό, γύρισε μπρούμυτα και στο τέλος τον καβάλησε μέχρι που κύρτωσε το σώμα και τα νύχια του μπήκαν μέσα στην σάρκα των γλουτών της. Όταν σύντομα αποκοιμήθηκε χαμογελώντας, εκείνη βγήκε γυμνή στο σκοτάδι και έκανε εμετό. Επέστρεψε έπειτα δίπλα του και αποκοιμήθηκε.

***

Το Ράνα Πλάζα είναι χαώδες. Το Ράνα είναι ακούραστο. Όταν όλα τα υπόλοιπα τελειώνουν μέσα στο σκοτάδι της Ντάκα, το Ράνα βρυχάται, το Ράνα είναι ένα ζωντανό, ημιτελές τέρας με μίσους τοίχους, σκάλες ανοιχτές ή πρόχειρα κλεισμένες με λαμαρίνες που διατρέχουν τους οχτώ ορόφους του, τα δεκάδες στρέμματα που ράβουν ασταμάτητες ραπτομηχανές κινούμενες από πέντε χιλιάδες εργάτες, στις αλλαγές της βάρδιας αιμορραγεί ανθρώπινα σώματα από κάθε του πύλη, κάθε κλιμακοστάσιο, κάθε οπή.

Η Σουμάιβα είναι καλή, καλύτερη από πριν. Καθώς περνάει ο καιρός, ο επιβλέπων, ο κύριος Μοχαθέρο που έχει φτάσει εξήντα χρόνων και δουλεύει τις μηχανές από παιδί, την τοποθετεί εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Είναι ένας τραχύς άνθρωπος όμως η Σουμάιβα μπορεί να καταλάβει τον λόγο. Καθώς τρύπας τα δάχτυλα σου με την βελόνα ξανά και ξανά, το νέο δέρμα βγαίνει πιο σκληρό. Δεν ξέρει αν την συμπαθεί ή αν την χρησιμοποιεί για να γίνει η δουλειά του. Στο Ράνα Πλάζα αυτά τα δύο είναι συνώνυμα. Έτσι κάνει ό,τι της λέει και απλά ράβει. Τσέπες για τα παντελόνια της Benetton, πουκάμισα για τα Mango, γιακάδες για το Wallmart, φουλάρια για το Monsoon, γιλέκα για το Joe Fresh, σακάκια για το Corte Ingles. Η Σουμάιβα έχει ράψει βιτρίνες για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Στην 5η Λεωφόρο, στην πλατεία Ταξίμ, στο Πικαντίλι, στην Ερμού, στην Σάμπς Ελιζέ, σε κάθε μικρή πόλη της Ευρώπης, σε κάθε χωριό, η Σουμάιβα έχει στείλει όμορφα ρούχα, φοβερής ποιότητας, σχεδιασμού και αντοχής. Κάθε εβδομάδα βγαίνουν αναρίθμητα φορτηγά από το Ράνα Πλάζα γεμάτα ρούχα, ικανά να ντύσουν ολόκληρο τον πλανήτη δεκάδες φορές που όμως κανείς δεν δείχνει να λογαριάζει, να υπολογίζει περισσότερο από ένα πλαστικό μπουκάλι που θα καταλήξει σε κάποια θάλασσα ή ένα πακέτο χαρτομάντιλα που θα προέλθει από κάποια ώριμη λεύκα. Κανείς δεν δείχνει να λογαριάζει τίποτα πια με τον ίδιο τρόπο που δεν λογαριάζει τίποτα και ένα κακομαθημένο παιδί. Όλα είναι εύκολα, προσιτά, αναλώσιμα, όλα μπορούν να αντικατασταθούν και μάλιστα, πρέπει να γίνει έτσι διαφορετικά καταλήγει το κορμί να χάνει την αξία του, ο άνθρωπος την υπόσταση του, ο εραστής όλα του τα εφόδια, το παιδί όλη του την χάρη, η γυναίκα την θεσπέσια αρμονία των καμπυλών της, αν αυτό που μας περιβάλει δεν είναι σύμφωνο με τις τρέχουσες τάσεις. Ο πολιτισμένος κόσμος έφερε την πασαρέλα στο πεζοδρόμιο των χωριών, των πόλεων, στα κλαμπ και τα εστιατόρια, στο καθιστικό δίπλα στο τζάκι, στο γυμναστήριο, στο σχολείο, στην κρεβατοκάμαρά του, στις παραθεριστικές πλαζ, πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα, στην στιγμή που ραγίζει η καρδιά, υπάρχουν ρούχα για κάθε περίσταση και είναι ανάγκη, απόλυτη ανάγκη να έχεις τα κατάλληλα για κάθε λόγο και σκοπό. Αλλιώς τίποτα δεν μετράει αρκετά. Κι αυτό είναι καλό για την Σουμάιβα. Γιατί έτσι της είπαν όταν κάθισε πρώτη φορά σε μηχανή.

Εσύ ράβεις, αυτοί φοράνε για ένα- δύο μήνες, το πετάνε, ξαναράβεις. Και όσο αυτοί πετάνε, εσύ συνεχίζεις και ράβεις και όσο ράβεις συνεχίζεις να εισπράττεις τα δύο δολάρια που σου αναλογούν για να ζήσεις την μέρα σου. Εντάξει;»

Μπαίνει το πρωί, πριν τις εφτά. Συνήθως παίρνει δίπλα της και τη Ριφάχ.  Κοντεύει εφτά τώρα και ο Μοχαθέρο δείχνει να την συμπαθεί, καλό είναι να μαθαίνει, σύντομα θα μπορεί να καθίσει κι αυτή σε μηχανή, δώδεκα χρονών τις παίρνουν. Αρκεί να συνεχίσουν εκείνοι να αγοράζουν και να πετάνε.

Βγαίνει το βράδυ λίγο μετά τις οχτώ. Αυτοί και ολόκληρο το Μπαγκλαντές, η Κίνα, η Ταϊβάν, η Σρι Λάνκα, το Μεξικό. Αυτό δεν το γνωρίζει, δεν μπορεί να το γνωρίζει και δεν την ενδιαφέρει. Την νοιάζει μόνο να ράβει, να πιάνει τον στόχο της, να βράζει το ρύζι και να μην χρειαστεί να δει ποτέ ξανά στην ζωή της τον Οβί Χασάν. Η καλύβα της είναι καλή, πατάει πάνω σε γερά κλαδιά πάνω από το ποτάμι και έχει λαμαρίνες στην στέγη για να μην μπαίνει μέσα η βροχή, με τους μουσώνες κάνει λίγο φασαρία παραπάνω αλλά αυτό είναι μικρό κακό. Πολλοί έχουν τον θόρυβο της βροχής και επιπλέον, είναι βρεγμένοι ως το μεδούλι αφού δεν κατάφεραν να φτιάξουν ούτε αυτό και κοιμούνται κάτω από τις κολώνες των εργοστασίων.

Όνειρα; Όλοι κάνουν όνειρα. Μα ποιος τα ομολογεί; Η Σουμάιβα ξεχνάει τα δικά της με το που ξυπνήσει. Λέει πως πέφτει σε βαθύ ύπνο και δεν βλέπει. Όταν την ρωτάει η Ριφάχ της απαντάει «είχα μόνο ένα, αλλά όχι μέσα στο κεφάλι μου. Στην καρδιά μου, το είχα και ένα βράδυ μέσα στους μουσώνες, άνοιξα το κορμί μου και το είδα ζωντανό μπροστά μου». Όσο κι αν επιμένει η Ριφάχ, η Σουμάιβα δεν της λέει ποιο ήταν αυτό το όνειρο. Μόνο χαμογελάει και ράβει, ράβει χιλιόμετρα από λεπτά γαζιά στα ρούχα των ανθρώπων.

***

Δεν είναι πληγή, είναι μια μάζα από ματωμένη σάρκα φτιαγμένη για να ματώσει με τέτοιο άγριο τρόπο. Υπάρχει και ένα μικρό κόψιμο χαμηλά που αιμορραγεί αλλιώτικα, όμως πέρα από αυτό, τίποτα άλλο δεν μαρτυρά την βία της στιγμής. Έχουν περάσει ώρες, πόσες δεν μπορεί να πει, μπορεί χίλιες, μπορεί και ελάχιστες, όλα είναι θολά, ασταθή και ο θόρυβος στην λαμαρίνα δεν λέει να σταματήσει και οι γριές μέσα στο δωμάτιο βάζουν μέσα της τα δάχτυλα τους και ψαχουλεύουν αδιάκριτα και απαξιωτικά, ξεσπούν μετά σε γέλια και πικρόχολα αστεία για ό,τι ψηλαφούν, θυμίζει, λένε, στην αφή, ράχη μοσχαριού ή μικρή μαϊμού. Δεν έχει κουράγιο να απαντήσει, οι πόνοι έρχονται συχνά, υπερβολικά συχνά, την καθηλώνει κάθε σύσπαση και όλο το κορμί της ανοίγει. Κι εκείνη ιδρώνει και κλαίει και σφίγγει το γερασμένο χέρι της μητέρας της.

Κι όλο αυτό, μέχρι που σε μία ξέπνοη προσπάθεια, λίγο πριν τα παρατήσει, τραβούν από μέσα της άγρια, χωρίς ίχνος τρυφερότητας εκείνο που λέει πως ήταν το όνειρο της.

Το κλάμα της πρώτης ανάσας σκεπάζει τον θόρυβο της βροχής, τα φαρμακερά λόγια των γερασμένων γυναικών, ακόμα και την ίδια που λέει ξανά και ξανά «Ριφάχ… μικρή μου Ριφάχ».

***

Έφτασε στο εργοστάσιο όπως πάντα, λίγο πριν τις εφτά με την Ριφάχ δίπλα της. Φορούσαν ίδιο χρώμα σάρι, πράσινο με πορτοκάλι και είχαν μαζεμένα τα μαλλιά τους με επιμέλεια σε σφιχτό κότσο. Οι γυναίκες γελούσαν και πείραζαν την Σουμάιβα για τον γαμπρό που σύντομα θα έφερνε στο σπίτι η Ριφάχ και πως αν συνέχιζε να την ντύνει έτσι, με τα ίδια ρούχα, μπορεί τελικά να τον μπέρδευαν πάνω στην κρίσιμη ώρα κι αντί να παντρευτεί την γυναίκα του, να πάρει την πεθερά του για νύφη. Γελούσαν και πείραζαν η μία την άλλη μέσα στο πλήθος που περίμενε να ανέβει στις σκάλες. Κι όταν έφτασαν εκεί, άκουσαν φωνές από τους επιβλέποντες.

«Βγείτε όλοι έξω, αμέσως!»

Έκλεισαν ως και την τράπεζα του ισογείου. Μπροστά από το Ράνα Πλάζα οι τρεις χιλιάδες εργαζόμενοι της πρωινής βάρδιας με τα παιδιά τους είχαν λάβει εντολή να περιμένουν την ανακοίνωση της διοίκησης. Το πλήθος έκλεινε τον δρόμο και είχαν αρχίσει ψίθυροι ανησυχίας. Μήπως έχαναν την δουλειά τους. Μήπως έκλεινε το εργοστάσιο. Η Σουμάιβα ρωτούσε όσους έβλεπε να μάθει, δεν θα άντεχε ξανά να μείνει χωρίς δουλειά. Δεν θα άντεχε ξανά να ζητήσει βοήθεια.

Οι εργάτες του όγδοου ορόφου ήξεραν. Οι κολώνες του εργοστασίου είχαν ραγίσει, ίσως από τις βροχές, ίσως από τα τρένα, μπορεί ακόμα και από τον κόσμο που κατέκλυζε το κλιμακοστάσιο κάθε μέρα. Μπορεί και από τις ραπτομηχανές που δεν σταματούσαν ποτέ να δουλεύουν. Η πολεοδομία είχε ζητήσει την εκκένωση, το κτήριο ήταν γεμάτο ραγισμένες κολώνες, έπρεπε να ελεγχθεί.

Η Σουμάιβα θυμόταν πως συχνά ένοιωθαν  το κτήριο  να τρέμει. Δύο- τρεις φορές είχαν μιλήσει με τους επιβλέποντες όμως η απάντηση ήταν πάντα ίδια: το κτήριο  είναι πολύ  γερό, μην ασχολείστε. Δουλειά  σας είναι να βγει η παραγωγή. Οι πιο παλιοί, εκείνοι που είχαν περισσότερα από δέκα χρόνια στα γαζιά του Ράνα Πλάζα έλεγαν τώρα πως τα προβλήματα ξεκίνησαν από τότε που έγινε η προσθήκη των τριών ορόφων και μετά. Όσο το Ράνα είχε πέντε ορόφους δεν υπήρχε πρόβλημα, ποτέ δεν είχαν νοιώσει τίποτα άλλο πέρα από τις δονήσεις της μηχανής τους. Όταν άνοιξαν οι δουλειές και έριξαν τον έκτο, τον έβδομο και τον όγδοο όροφο για να βγάλουν την παραγωγή, συχνά αισθάνονταν το δάπεδο ρευστό, μαλακό. Τότε άρχισαν και οι ρωγμές. Η πρώτη πριν χρόνια. Τώρα, τι τους έπιασε ειδικά σήμερα, κανείς δεν ήξερε.

Η ανακοίνωση ήταν κόφτη και απόλυτη. Ο έλεγχος είχε ολοκληρωθεί. Το κτήριο ήταν ασφαλές. Για τυπικούς λόγους, έπρεπε να φύγουν όλοι. Το επόμενο πρωί θα ξεκινούσαν κανονικά την δουλειά τους.

Η Σουμάιβα είδε μερικές εργάτριες να μιλούν με τον Μοχαθέρο. Φοβόντουσαν να επιστρέψουν, μέχρι να επισκευαστούν οι ρωγμές. Εκείνος έδειξε να θυμώνει με το θράσος τους. Τους απάντησε πως αν τολμούσαν να μην εμφανιστούν για δουλειά το επόμενη πρωί, θα τους έκοβε ένα μήνα από τα μεροκάματα τους.

Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Φοβήθηκε πως θα γυρνούσε προς το μέρος της, θα την έβλεπε και ίσως υπέθετε πως ήταν και αυτή μέρος της ομάδας των γυναικών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν. Όχι, κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να συμβεί. Τη Σουμάιβα την ένοιαζε μόνο να ράβει. Αυτό και να βράζει το ρύζι για την Ριφάχ και τον Ρακίμπ.

Έφυγε βιαστικά κρατώντας σφιχτά το χέρι της κόρης της. Αφού δεν μπορούσε να δουλέψει, θα πήγαινε με την μικρή της για κάτι που είχε αναβάλει για πολύ καιρό.

Το μεσημέρι της βρήκε καθισμένες στην άκρη του Ντιλκουσαμπάγκ με τα χέρια γεμάτα σοντές, το στόμα γλυκό και το γέλιο να βγαίνει κελαριστό από μέσα τους. Κορόιδευαν τα αντρικά μουστάκια, αλλά στραβά, αλλά αραιά, μερικά βρώμικα από τη νικοτίνη.

Γύρισε και κοίταξε το κορίτσι δίπλα της. Τα μάτια του έλαμπαν. Η Σουμάιβα δεν έκανε κανένα όνειρο. Είχε ένα.

Έφτιαξε κάρυ εκείνο το βράδυ. Όταν ο Ρακίμπ επέστρεψε από τον ποταμό ήταν καλυμμένος με την λάσπη που κουβαλούσε όλη την ημέρα στον φούρνο. Με δυσκολία στεκόταν όρθιος. Πλύθηκε πρόχειρα, έφαγε με όρεξη κι αποκοιμήθηκε πριν προλάβει η Σουμάιβα να του πει για το εργοστάσιο, πριν προλάβει να την αποτρέψει από το να επιστρέψει εκεί το επόμενο πρωί, πριν προλάβει να της πει, τουλάχιστον, να μην πάρει μαζί της τη Ριφάχ. Λίγο πριν την πάρει και αυτή ο ύπνος, σκεφτόταν πως ακόμα και αν ο Ρακίμπ της είχε μιλήσει, ακόμα και αν την είχε απειλήσει να μην πάρει τη Ριφάχ στο εργοστάσιο, εκείνη δεν θα τον άκουγε. Ο Μοχαθέρο την ήξερε καλά την μικρή. Και ίσως, ίσως εάν την έβλεπε εκεί την στιγμή που πολλοί αμφέβαλλαν και δεν έδειχναν εμπιστοσύνη στα λόγια του για την καλή κατάσταση του εργοστασίου, ίσως της έδινε μια θέση σε κάποια μηχανή σε ένα- δύο χρόνια. Κι αν ήταν πολύ τυχερή, ίσως να μην ζητούσε κανενός πράκτορα την βοήθεια στο μέλλον.

Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας.

***

«Κορίτσι έκανες», άκουσε την μάνα της να λέει. «Για τόσο είσαι ικανή».

Είχε τα μάτια κλειστά και έπαιρνε αργές ανάσες. Μία γριά τραβούσε τον ομφάλιο λώρο και προσπαθούσε να ξεκολλήσει από μέσα της τον πλακούντα, η άλλη βουτούσε το μωρό που έκλαιγε σε μια λεκάνη και το καθάριζε από το αίμα.

«Κοίτα με, Σουμάιβα», την άκουσε να λέει και γύρισε προς το μέρος της.

«Πες μου, μητέρα.»

Εκείνη την κοίταξε μέσα στα μάτια και για πρώτη φορά, η αποδοκιμασία ήταν μπασταρδεμένη με κάτι άλλο, κάτι που η Σουμάιβα θυμόταν αμυδρά να έχει ξαναδεί στα μάτια της, ίσως όταν έπιασε την πρώτη της δουλειά, ίσως όταν φόρεσε τα νυφικά φορέματα, ίσως σε κάποια άλλη στιγμή, χωρίς τόσο μεγάλο βάρος, όταν έγραψε πρώτη φορά το όνομα της ή ακόμα, όταν άπλωσε το μικρό της χέρι και χάιδεψε το μάγουλο της.

«Να φέρεις γυναίκα στον κόσμο είναι κακό πράγμα. Κακό για σένα. Πότε δεν θα ησυχάσεις. Πάντα θα σε τρώει η γυναίκα που γέννησες.»

«Τι πράγματα λες, μητέρα;»

Εκείνη έσκυψε και την φίλησε στο μέτωπο.

«Θα σε τρώει και στο τέλος θα σε σκοτώσει η έγνοια. Γιατί θα ξέρεις πάντα πως δεν έκανες άνθρωπο. Έκανες ένα πιάτο φαί. Ένα εργαλείο. Ένα… πράγμα.»

Πριν προλάβει να απαντήσει και να διαμαρτυρηθεί, ένα βίαιο τράνταγμα ξερίζωσε ό,τι είχε περισσέψει μέσα στην μήτρα της από τη γέννα και η Σουμάιβα έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα δόντια από τον πόνο. Όταν τα άνοιξε ξανά, της άφησαν στα χέρια τη μικρή Ριφάχ και βγήκαν όλες από το δωμάτιο.

Κι όπως την κράτησε πρώτη φορά στα χέρια της ήξερε πως τουλάχιστον εκεί, στη Ντάκα, σε μια καλύβα κάποιας παραγκούπολης πάνω από τον Μπουριγκάνγκα, το ρεύμα του ποταμού, οι καλύβες, οι άνθρωποι, οι Βούδες, οι Αλλάχ, οι Σίβα και τα Άγια Πνεύματα επανέρχονταν μέσα στον μουσώνα και κοιτούσαν όλο θαυμασμό τις πρώτες ανάσες του ανθρώπου. Γιατί στις τελευταίες του, έδειχναν όλοι να στρέφουν αλλού το βλέμμα.

***

Ήταν ακόμα δροσερά όταν έφτασαν στο εργοστάσιο. Ο Μοχαθέρο στεκόταν στην είσοδο και μιλούσε με τους εργάτες. Έμοιαζαν φοβισμένοι, κουνούσαν τα χέρια και έδειχναν τις κολώνες του δεύτερου ορόφου, οι ρωγμές φαινόντουσαν από τον δρόμο, οι κολώνες είχαν ανοίξει στα δύο. Ο Μοχαθέρο δεν προσπαθούσε καν να τους ηρεμήσει. Έλεγε μόνο ξανά και ξανά πως το κτήριο πέρασε από έλεγχο και πως αν δεν ανέβαιναν αμέσως για δουλειά θα τους έκοβε ένα μήνα μεροκάματα. Ξανά και ξανά. Οι περισσότεροι έμπαιναν. Ελάχιστοι έφυγαν βρίζοντας. Η Σουμάιβα πλησίασε. Μόλις την είδε της έκανε νόημα να πλησιάσει. Χαμογέλασε όταν είδε τη Ριφάχ.

Πήρε οδηγίες. Στον έβδομο. Έπρεπε να τελειώσει η παραγγελία της Benetton και είχαν ανάγκη εκεί πάνω. Η Ριφάχ θα μείνει στον τρίτο, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, στην φύλαξη.

Δεν της άρεσε η ιδέα. Η φύλαξη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια γωνιά γεμάτη κομμένα υφάσματα, τα παιδιά έμεναν εκεί μόνα τους, η ζέστη ήταν τρομερή στον τρίτο και μύριζε χημικά και χρώματα, τόσο που σου έφερνε δάκρυα στα μάτια. Όμως δεν είπε τίποτα.

Άφησε τη Ριφάχ και γύρισε προς την σκάλα. Στάθηκε, έριξε ένα βλέμμα πάνω από τον ώμο της. Ήταν όμορφη με το μπλε σάρι και το κίτρινο καμίς. Όμορφη σαν όνειρο. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, η Ριφάχ δεν την είδε, έπαιζε με τα υπόλοιπα παιδιά. Γύρισε απότομα και ανέβηκε την σκάλα χαμογελώντας.

Το κλιμακοστάσιο ήταν γεμάτο ρωγμές, οι περισσότερες στον σοβά, αρκετές πολύ βαθύτερες, μπορούσε να δει σπασμένα τούβλα και τσακισμένα σίδερα στις κολώνες. Είναι ασφαλές, σκεφτόταν. Θα το διορθώσουν.

Λίγα λεπτά αργότερα έραβε τσέπες σε πολύχρωμα πόλο μπλουζάκια. Διακόσια την ώρα. Αυτός ήταν ο στόχος. Ε, λοιπόν, εκείνη θα έκανε διακόσια πενήντα. Ρίχτηκε στη μηχανή, τα χέρια της, τα επιδέξια χέρια της πετούσαν πάνω από τα υφάσματα, δεν της ξεφεύγει γαζί, λειτουργούσε με απόλυτη ακρίβεια, χωρίς καν να κοιτάει δίπλα της στον απέραντο όροφο, στις χίλιες άλλες μηχανές που έκαναν τον ίδιο θόρυβο, δούλευαν με την ίδια ένταση για να κλείσει η παραγγελία, μέσα σε σειρές ολόκληρες από εργάτες και σκυμμένα κεφάλια, τα περισσότερα γυναικών, τα περισσότερα με χρωματιστά υφάσματα στο κεφάλι, κάποια με κόκκινη χένα στο μέτωπο, αλλά με δεκάδες σκουλαρίκια στα αφτιά και δάχτυλα να σπρώχνουν τα υφάσματα, χωρίς λέξη, χωρίς χαμόγελο, χωρίς ούτε ένα βλέμμα. Μέχρι που κόπηκε το ρεύμα.

Η λάμπες έσβησαν και απλώθηκε μια παράξενη ησυχία καθώς οι μηχανές σταμάτησαν απότομα. Το Ράνα Πλάζα για πρώτη φορά σταμάτησε να βρυχάται. Για τα τρία λεπτά που ακολούθησαν, η Σουμάιβα και οι υπόλοιποι στον όροφο δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοιτούσαν γύρω τους, μπορούσαν να δουν αρκετά καλά ο ένας το πρόσωπο του άλλου από το φως του ήλιου που τρύπωνε από τις λαμαρίνες και του μισούς τοίχους του κτηρίου. Κι είχαν όλοι την ίδια ένταση και την ίδια ανησυχία στο βλέμμα. Η πρώτη γεννήτρια πήρε μπρος κλυδωνίζοντας ολόκληρο το κτήριο. Καθώς οι λάμπες φθορίου άναβαν, πέτρες και χώμα άρχισαν να πέφτουν από το ταβάνι.

«Ριφάχ…»

Πετάχτηκε από την μηχανή και όρμησε στην σκάλα.

«Ριφάχ!»

Η δεύτερη γεννήτρια ξεκίνησε λεπτά αργότερα. Και τότε έσπασε η πρώτη κολόνα παρασέρνοντας μαζί της την οροφή και δεκάδες γυναίκες που δούλευαν στον όγδοο όροφο.

Τρεις χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν προς τις σκάλες, η Ριφάχ συνάντησε το κύμα στον πέμπτο όροφο καθώς προσπαθούσε να φτάσει στον χώρο φύλαξης, το κτήριο άρχισε να τρέμει και οι γεννήτριες βυθίστηκαν από την οροφή τρυπώντας τρεις ορόφους.

«ΡΙΦΑΧ!» φώναξε με όλη της την δύναμη και έσπρωχνε για να καταφέρει να περάσει, προσπαθούσε και άρπαζε ρούχα, φορέματα, μαλλιά γυναικών, πίσω τους το κτήριο κατέρρεε σε κύματα καθώς οι κολώνες έσπαγαν η μία μετά την άλλη, φωνές και ουρλιαχτά, πατούσε πάνω σε κορμιά τώρα, πάνω σε όσους έπεσαν στις σκάλες , τα πόδια της γλιστρούσαν από το αίμα, οι τοίχοι του κλιμακοστασίου έσπασαν απότομα εκτοξεύοντας κομμάτια από τούβλα και τσιμέντο, ακριβώς μπροστά της ένα διαπέρασε τον λαιμό μιας γυναίκας, την ήξερε αυτή την γυναίκα, την έλεγαν Σάμπα, είχε δύο αγόρια, μικρά ακόμα, πολύ μικρά για να είναι μόνα, πολύ μικρά για να μην είναι στη φύλαξη, η φύλαξη…

«Ριφάχ!»

Το πρόσωπο της είχε γεμίσει αίμα και χώμα, πίσω της ένα ζωντανό ανθρώπινο ποτάμι και πάνω από τα κεφάλια του το Ράνα έσπαγε σε χίλια κομμάτια, -ΡΙΦΑΧ!- η σκάλα αποκολλήθηκε από το κτήριο και πήρε κλίση, τα ουρλιαχτά της πάγωσαν το αίμα, σίδερα ξεπρόβαλλαν από την βάση του τοίχου, σκουριασμένα, αιχμηρά σίδερα που διαπέρασαν δεκάδες σώματα, η Σουμάιβα προσπάθησε να κρατηθεί από τον τοίχο για να τα αποφύγει, νόμιζε πως τα κατάφερε. Μόλις προσπάθησε να προχωρήσει διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να κουνήσει το πόδι της, γύρισε και κοίταξε το σίδερο που είχε διαπεράσει τον αστράγαλό της.

«Όχι!»

Φώναζε.

«Βοηθήστε με! Σας παρακαλώ! Η Ριφάχ είναι εκεί κάτω, η Ριφάχ είναι εκεί κάτω!»

Τραβούσε το πόδι της και προσπαθούσε να προχωρήσει, η μάζα την έσπρωχνε, οι τοίχοι την συμπίεζαν.

«ΡΙΦΑΧ!»

Ούρλιαξε με όλη της την δύναμη λίγο πριν το κτήριο καταρρεύσει στην μέση παρασέρνοντας τα άκρα σε μια άμορφη μάζα τσιμέντου, ρούχων και σάρκας.

Έπειτα ήρθε το σκοτάδι.

***

Άντεξε δύο μέρες σπασμένη, μέσα στα συντρίμμια. Άκουγε ουρλιαχτά. Οι ζωντανοί ζητούσαν βοήθεια. Άκουγε χωρίς να μιλά, χωρίς να φωνάζει. Μονάχα παρακαλούσε να ακούσει κάτι, μία φωνή, ένα κλάμα που να την γεμίσει ελπίδα. Τις λίγες φορές που σταματούσαν οι φωνές του πλήθους έξω από τα συντρίμμια και όσων είχαν θαφτεί από το Ράνα και ήταν ακόμα ζωντανοί, νόμιζε πως άκουγε το κλάμα των παιδιών. Νόμιζε πως άκουγε τη Ριφάχ να κλαίει και να φωνάζει το όνομά της κάτω από το τσιμέντο και τις πέτρες. Εκείνες της φορές χαμογελούσε.

***

Στη Ντάκα κανείς δεν κοιτά. Στον κόσμο κανείς δεν κοιτά. Ούτε η μητέρα, ούτε οι θεοί των ανθρώπων κοιτούν, οι Βούδες, οι Σίβα, οι Αλλάχ, τα Άγια Πνεύματα, εκεί, σε μια ξύλινη καλύβα, δίπλα στις χιλιάδες που αιωρούνται πάνω από τα νερά του Μπουριγκάνγκα, του βρώμικου ποταμού που κατουράνε, πίνουν, τρώνε, γεννάνε και πεθαίνουν άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλο, ψάχνοντας ο καθένας ένα γαμημένο όνειρο που να μπορούν να πιάσουν. Κανείς δεν κοιτάει τα όνειρα των άλλων γιατί τα δικά του μπορεί να τα αποκτήσει με μόλις εννέα και ενενήντα εννέα από τις βιτρίνες των φωτισμένων δρόμων. Κι αν λίγο καιρό μετά διαπιστώσει πως δεν του κάνουν πια, μπορεί πάντα να αγοράσει καινούργια. Άλλωστε, το κόστος του ονείρου είναι πολύ χαμηλό στις μέρες μας.


Το Ράνα Πλάζα κατέρρευσε στις 24 Απριλίου 2013.

Πήρε μαζί του 1.127 ανθρώπους.

Τραυμάτισε 2.450

Ήταν εργάτες στην βιομηχανία μόδας.

Το Ράνα Πλάζα είχε συμβόλαιο με τις περισσότερες μεγάλες εταιρείες ρούχων. Ανάμεσα τους η Benetton, η H&M, Mango, Wallmart και Primark.

Έραβαν για 2 δολάρια την ημέρα.


 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Create a website or blog at WordPress.com

ΠΑΝΩ ↑

Hippy Foodie

Ημερολόγια Διατροφικής Επανάστασης

Pluma Verbi

Coffee, books and thoughts

simple Ula

I want to be rich. Rich in love, rich in health, rich in laughter, rich in adventure and rich in knowledge. You?

worldtraveller70

ΑΚΑΝΘΟΧΟΙΡΟΣ ii

Χρεωκοπημένοι Καιροί

Indebting Times (in Greek)

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων

tasty life

tasty ways for soul & body

GynaikaEimai

Γυναίκα.... Σύζυγος, εργαζόμενη, μητέρα, νοικοκυρά, ερωμένη... 1000 ρόλοι να χωρέσουν ασφυκτικά σ' ένα έρμο 24ωρο! Είμαστε η Σοφία, η Χρύσα και η Κική! Μαζί θα γελάσουμε, θα κλάψουμε, θα προβληματιστούμε, θα συζητήσουμε με & για όλα όσα απασχολούν τη σημερινή γυναίκα! Ελάτε στην παρέα μας!

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

sifiniera

φύλλο λευκό, χαρτί

Book Tales

Once upon a time....

makestorytelling.com

Αυτοτελείς Ιστορίες που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένες από Μυθιστόρημα. Εδώ θα βρεις όλα τα Πρόσωπα της Διπλανής Πόρτας. Πρωταγωνιστές που ίσως σου θυμίσουν κάτι... Αν είσαι παιδί, έφηβος ή ενήλικας τότε είσαι στις σωστές ιστορίες για εσένα & είναι πάντοτε έτοιμες να τις ανακαλύψεις... Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς...

My secret book

you can find me in Instagram @mysecretbook

Luna Corde

The soul is the most beautiful masterpiece

A Court of Boooks

💗by Stella and Ioanna💗

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Αρέσει σε %d bloggers: