ΛΕΥΚΟΣ ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΦΟΝΤΟ

 

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΪΟΝ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ. ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑΣ Ή ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΜΟΝΟΙ ΣΑΣ. Untitled-1


Είμαι ξαπλωμένος στο πάτωμα. Με διαπερνά η δροσιά του δάσους, έρχεται και στέκεται πάνω από την πόλη με το σούρουπο, πάντα το έκανε. Αυτό είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που δεν έχει αλλάξει, ούτε και πρόκειται, όσο υπάρχει το δάσος. Κοιτάζω το ταβάνι, κρατάει ακόμα, για πόσο δεν μπορώ να πω. Έχει ησυχία, μετά από πολύ καιρό, δεν ακούμε τίποτα πέρα από τις ανάσες του Μπακίρ. Ασθμαίνει, νομίζω σήμερα θα τελειώσει. Αν δεν του δώσουμε να φάει και να πιει, δεν θα αντέξει. Τον Μπακίρ τον χτύπησε πρώτο η πείνα. Θυμάμαι όταν έφτασε εδώ. Έτρεμε σαν ψάρι, ήταν χλωμός με αρκετά πλευρά σπασμένα. Στο νοσοκομείο ο γιατρός μας είπε πως ήταν θαύμα που τα κατάφερε να φτάσει ως εδώ. Ήταν θαύμα που δεν σκοτώθηκε επιτόπου στον βομβαρδισμό του Σαράγιεβο. Ήταν υπερβολικά μεγάλος για να αντέξει, μας είχε πει. Ακούστηκε ένας όλμος. Μακριά, ευτυχώς, δεν ξύπνησαν τα παιδιά. Η Μελίνα φοβάται πολύ τις εκρήξεις. Η Χάνα δεν μπορεί να την ηρεμήσει μετά. Ξυπνάει και ζητάει κλαίγοντας νερό. Δεν έχουμε νερό. Ζητάει φαγητό, ψωμί. Δεν υπάρχει ψωμί. Είναι κοκαλιάρικο αυτό το κορίτσι, κοκαλιάρικο και κλαψιάρικο. Θα περίμενε κανείς να είναι πιο υπομονετική, εννιά χρονών έγινε.

Σηκώνομαι, αδύνατο να κλείσω μάτι. Πηγαίνω στο καθιστικό, κοιμάται ο Κενάν μαζί με την γυναίκα του και τους γιους του. Δίπλα ο Βεντάντ, στην κρεβατοκάμαρα η Σέλμα, δεν μας έχει μιλήσει ακόμα, δεν ξέρουμε από πού ήρθε. Κάποιος που την ήξερε από το Μόσταρ είπε πως την είχαν έναν χρόνο στο σπίτι του Κάραμαν στα βόρεια. Δεν ρωτάμε τι της συνέβη, λέμε από διακριτικότητα αλλά νομίζω πως οι πιο πολλοί το κάνουμε από φόβο, μήπως απαντήσει και μάθουμε. Ψάχνω την Αλμίνα. Κάθεται στο κουζινάκι, στον μαρμάρινο πάγκο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Πάω κοντά της.

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»

Γυρίζει και με κοιτάζει ξαφνιασμένη.

«Δεν με πιάνει ύπνος», απαντάει και ανοίγει τα χέρια. Την αγκαλιάζω, μυρίζει άσχημα, όλοι μας μυρίζουμε άσχημα.

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί, Αζούρ; Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»

Ρίχνω μια ματιά από την πόρτα προς τα δωμάτια.

«Είναι αδέλφια, Αλμίνα.»

Κλαίει.

«Τι θα τους κάνουμε; Τι θα απογίνουν;»

Δεν έχω απάντηση. Θυμάμαι τον παππού μου να μου λέει πως ένας αληθινός άντρας είναι σταθερός σαν βράχος όταν όλοι οι υπόλοιποι είναι φύλλα στον άνεμο. Ο παππούς πέθανε πριν τον πόλεμο.

«Θα μείνουν μαζί μας για όσο κρατάει αυτή η τρέλα. Πού μπορούν να πάνε, Αλμίνα; Από τότε που η Σρεμπρένιτσα κηρύχθηκε αποστρατικοποιημένη, ασφαλής περιοχή έχουν έρθει στην πόλη σαράντα χιλιάδες Βόσνιοι αδελφοί μας.»

Σηκώνει τα μάτια.

«Ασφαλής; Ασφαλής, Αζούρ; Ο Μλάντιτς κρατάει άρματα και πυροβολικό στα πεντακόσια μέτρα και η πόλη είναι ασφαλής;»

«Οι Ολλανδοί θα μας προστατεύσουν. Έχουν σχεδόν δύο μήνες την βάση τους εδώ για αυτόν ακριβώς τον λόγο.»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι.

Την σφίγγω στην αγκαλιά μου.

«Όλα θα τελειώσουν σύντομα», λέω. «Θυμάσαι πριν;»

Κλαίει ασταμάτητα τώρα.

«Όχι, Αζούρ. Δεν θυμάμαι πια. Κι αυτό με σκοτώνει. Βλέπω μόνο μικρά κορίτσια να κάνουν τις πουτάνες των Ολλανδών και να πουλάνε το κορμί τους στην μαύρη αγορά για ένα σαπούνι. Για ένα σαπούνι, Αζούρ! Εχθές είδα δύο μαθήτριες σου να περιμένουν στην γωνία του Ποτοτσάρι, έξω από το στρατόπεδο. Τι δουλειά έχουν εκεί τα παιδιά μας, για τον Θεό!»

Ψιθυρίζω «μην φοβάσαι», μουρμουράω «θα τα καταφέρουμε» και την κρατάω. Περνάει αργά η ώρα αυτή την νύχτα, παράξενα αργά. Άλλες φορές τρέχει. Πότε ζεις για το επόμενο λεπτό και πότε για το τέλος που φαντάζει πολύ μακριά, όποιο κι αν είναι αυτό το τέλος στέκεται στην άκρη του χρόνου και όσες μέρες κι αν περάσουν αυτό δεν λέει να πλησιάσει. Όσα λέει η Αλμίνα με τρομάζουν, τα λόγια της, τα λιγδιάρικα μαλλιά της, τα οστέινα δάχτυλα της είναι έτοιμα να σπάσουν και με τρομάζουν. Όμως τίποτα δεν με τρομάζει όσο αυτή η ησυχία που επικρατεί για πρώτη φορά εδώ και μέρες. Είμαστε πια πενήντα χιλιάδες άνθρωποι σ’ αυτή την τρύπα που μέχρι πριν λίγο καιρό είχε τρεις χιλιάδες, κάθε βράδυ σφυρίζουν οβίδες, τρεις φορές πέρασαν βομβαρδιστικά, οι όλμοι έχουν ρημάξει τα μισά κτήρια, οι πληγωμένοι κλαίνε, οι υγιείς ουρλιάζουμε, οι νεκροί, ως και οι νεκροί κάνουν τον δικό τους θόρυβο όπως σαπίζουν στους δρόμους, είμαστε πάρα πολλοί για την σιωπή της νύχτας, δεν χωράνε τόσοι στην νύχτα της Σρεμπρένιτσα. Είμαστε πενήντα χιλιάδες και στα βουνά γύρω από την πόλη, εκείνος ο μπάσταρδος ο Κάρατζιτς κρατάει χιλιάδες στρατιώτες. Όσοι μπήκαν στην πόλη από τα χωριά, μας είπαν πως είδαν και πολλούς Σκορπιούς παραστρατιωτικούς. Κάποιοι είπαν πως ο Μλάντιτς έχει κουβαλήσει μονάδες εκτελεστών, την 10η Μεραρχία Σαμποτάζ, τους φονιάδες του, ανάμεσα τους είδαν και την Ελληνική Εθελοντική Φρουρά με τον περήφανο λευκό δικέφαλό τους στο μπράτσο. Αν όλα αυτά είναι αλήθεια, είμαστε παγιδευμένοι. Δεν θέλω να το πιστέψω όμως έχει περισσότερο από δύο μήνες να φτάσει έστω και ένα φορτηγό με προμήθειες. Τρίτη φορά αυτό τον μήνα στείλαμε ανθρώπους να φέρουν ζώα από την ύπαιθρο και να μαζέψουν την ντομάτα. Δεν γύρισε κανείς, δεν μάθαμε τι απέγιναν. Ακούγαμε πυροβολισμούς τα βράδια, ακούγαμε εκρήξεις, τώρα τίποτα. Τα παρατηρητήρια δεν ανταποκρίνονται, οι Ολλανδοί είναι οχυρωμένοι μέσα στο εργοστάσιο που έχουν μετατρέψει σε βάση τους. Το πρωί είδα οχτώ ελικόπτερα να ρίχνουν κιβώτια στις θέσεις των ανταρτών. Ήταν δικά μας. Ο Χαλίλοβιτς προετοιμάζει την άμυνα. Σε μία ασφαλή, αποστρατικοποιημένη ζώνη.

Η Αλμίνα ξάπλωσε στον καναπέ. Έχει κλειστά τα μάτια, αποκοιμήθηκε, ανασαίνει άστατα, η υγρασία, η πείνα την έχει τσακίσει. Είναι τριάντα δύο χρονών και μοιάζει γερασμένη. Πλησιάζω και της χαϊδεύω τα μαλλιά. Προσπαθώ να θυμηθώ πως ήταν όταν την γνώρισα. Έβγαινα από το σχολείο, μόλις είχα τελειώσει το μάθημα και εκείνη περίμενε την μικρή της αδελφή, μία μαθήτριά μου. Όταν την είδα έξω από το προαύλιο ήξερα πως η ομορφιά για την οποία μιλούν οι ποιητές έχει στ’ αλήθεια πρόσωπο. Τότε ήταν λιγότερο από είκοσι κι εγώ παιδί, πρώτη μου χρονιά δάσκαλος, πρώτη μου χρονιά στην πόλη. Βγήκαμε με μερικούς γονείς άλλων παιδιών και τους δασκάλους. Την είδα στο τζαμί την επόμενη, ήταν έξω, περίμενε τον πατέρα της. Την είδα ξανά στην αγορά, σε ένα μαγαζί που πουλούσε πρώτης τάξεως μπακίρια, δεν υπάρχει πια, ούτε η αγορά, ούτε ο δρόμος πίσω από το δημαρχείο. Τίποτα δεν υπάρχει πια όμως η Αλμίνα έχει δίκιο. Ο πόλεμος σε ξεπλένει. Μόλις πέσει η πρώτη βόμβα, μόλις δεις το πρώτο αίμα όλη η προηγούμενη ζωή σου περνάει στην λήθη. Να χέσω την μάνα μου, να χέσω τον πατέρα μου, να χέσω το γλυκό ψωμί του τόπου μου, τα υγρά σου σκέλια, Αλμίνα, το σφιχτό σου στήθος, να χέσω μέσα στα γαλάζια σου μάτια, μπροστά στο πρώτο πτώμα και τον τρόμο που σκορπούν τα θραύσματα του πρώτου όλμου. Όλα τα σβήνει ο πόλεμος. Μισοκλείνω τα μάτια και την κοιτάω τώρα. Μέσα στην φωτιά και τα σκουπίδια, υπάρχει ακόμα εκείνη, αντέχει ακόμα. Με μουδιάζει ο φόβος, δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια στην σκέψη πως είμαι ανήμπορος, το ξέρω πια. Όταν θα προκύψει η ανάγκη, δεν θα μπορέσω να κάνω τίποτα για να την βοηθήσω, τίποτα απολύτως. Είμαι λίγος, είμαι ένας και αυτοί είναι χιλιάδες. Πέρα μακριά ακούω έναν όλμο ακόμα και πυροβολισμούς. Μετά σιωπή ξανά. Κοιμήσου, Αλμίνα. Η Σρεμπρένιτσα είναι ασφαλής. Οι Ολλανδοί μας προσέχουν. Κάθομαι στο πάτωμα δίπλα της, ακουμπάω το κεφάλι μου στα λυγισμένα της γόνατα και προσπαθώ να κοιμηθώ. Όμως, αυτή η γαμημένη ησυχία, αυτή η τόση σιωπή με τρομάζει. Κλαίω χωρίς να το θέλω. Δεν με ακούει κανείς. Η σιωπή. Η σιωπή μας καταβροχθίζει.

***

Πήρε να χαράζει, δεν ξέρω πώς, ίσως τελικά κατάφερα να κοιμηθώ κάποιες ώρες, ίσως και όχι, είναι πλέον τρομερά δύσκολο να διαχωρίσω την πραγματικότητα από την πλάνη του νου. Βγήκα στον δρόμο, σέρνω το πόδι μου, δεν θα περάσει αυτός ο πόνος όμως κι έτσι ακόμα τους άφησα όλους εκεί μέσα, τον ένα πάνω στον άλλο, η Αλμίνα με κατάλαβε που έφευγα. Δεν με ρώτησε πού πάω, ούτε γιατί. Γύρισε πλευρό και έκανε πως κοιμάται, φοβήθηκε ίσως ότι θα την φιλούσα, ότι θα έλεγα κάτι. Δεν θα το έκανα. Το μόνο που καταφέρνει η στιγμιαία ευτυχία που μου προσφέρει το χάδι της, η φωνή της, είναι να μεγαλώνει την απελπισία μου. Δεν μου το είπε, ξέρω όμως πως το ίδιο αισθάνεται και εκείνη. Όλοι, μέσα σ’ αυτό τον λάκκο, μέσα στην φάκα που μας έχουν εγκλωβίσει. Κάθε δευτερόλεπτο ευτυχίας μάθαμε πως ξεπλένεται με αίμα.

Πριν λίγες μέρες βρήκα τσιγάρα. Ένα πακέτο αμερικάνικα Λάκι Στράικ. Πλήρωσα με τρία λίτρα νερό για ένα πακέτο, στιγμή δεν σκέφτηκα τα παιδιά πως διψάνε, τον Μπακίρ που σβήνει, τίποτα, κανέναν. Ήθελα να το καπνίσω εκείνο το κωλοτσίγαρο. Γύρισα και μοίρασα σε όλους. Μόλις έσβησε ο πρώτος ενθουσιασμός, κάτσαμε όλοι μαζί και ρουφούσαμε καπνό αμίλητοι, δεν αλλάξαμε λέξη. Κοιτάζαμε άλλος το πάτωμα, άλλος το παράθυρο, άλλος μέσα στα χέρια του, όμως το ξέρω, δεν έβλεπε κανένας τίποτα, μόνο όσα δεν ερχόντουσαν ξανά για μας. Όπως κατέβασα τον καπνό, θυμήθηκα τότε που με έπιασε ο πατέρας να του ξαφρίζω το πακέτο. Δώδεκα δεν πρέπει να ήμουν. Με έκανε ασήκωτο στο ξύλο. Έπειτα με έκατσε στο τραπέζι και μου έδωσε μερικές ακόμα με το ζωνάρι. «Όχι για το τσιγάρο», μου είπε κοφτά, «αλλά για την ατιμία του να αρπάζεις όσα δε σου ανήκουν». Άπλωσε μετά το χέρι και το άνοιξε μπροστά μου, τραβήχτηκα από φόβο και έπειτα κοίταξα. «Πάρε», μου είπε και μου έδωσε το τσιγάρο που κρατούσε. «Βοηθάει ο διάολος στον πόνο». Καπνίσαμε βουβοί τότε, όπως και τώρα κι αφήσαμε όσα γύρω γίνονταν με εμάς θύματα και θήτες να συμβαίνουν έξω και πέρα από εκείνο το πεντάλεπτο. Τα σβήσαμε όλοι περίπου την ίδια ώρα, καμένα ίσα με το φίλτρο. Η Μελίνα ζήτησε νερό και η μάνα της γύρισε και με κοίταξε. Κούνησα το κεφάλι. Της είπε ένα ξερό «δεν έχει». Κανείς δεν ρώτησε γιατί δεν έχει ή τι απέγινε το νερό. Κάποια στιγμή θα τελείωνε έτσι κι αλλιώς.

***

Περπατάω στην αγορά, ό,τι έχει απομείνει είναι δύο σειρές από μπάζα και πέτρες, ψάχνω τους μαύρους, είναι νωρίς ακόμα και δεν φαίνονται πουθενά. Και να τους βρω ακόμα, δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω. Μπορώ μόνο να παρακαλέσω, να πέσω στα γόνατα για να μου δώσουν λίγο φαΐ και νερό για τον γέρο- Μπακίρ μήπως και καταφέρει και την βγάλει άλλη μια μέρα. Κι αν δεν πιάσει αυτό, ίσως  σκεφτούν εκείνοι  μια άξια πληρωμή. Δεν έχω ελπίδα, τους ξέρω αυτούς τους τύπους, τους ήξερα και πριν. Ξυπνούν, πίνουν τσάι, τρώνε παξιμάδια, καπνίζουν, πλένουν τα μούτρα τους και κατεβαίνουν στο πόστο. Χορτάτος τα βλέπεις αλλιώς τα πράγματα. Χορτάτος έχεις το πάνω χέρι, σκληραίνεις, κι αν η μάνα θέλει γάλα σε κονσέρβα για το παιδί της, έχει τρόπο να πληρώσει. Κι αν θέλει ο πατέρας σαπούνι και γάζες για την πληγή του γιου που δεν λέει να κλείσει, έχει και κόρη να του φέρει το σωστό αντίτιμο, θα βρει αυτή τον τρόπο. Γιατί αν θέλει κανείς να ζήσει  μέσα σ’ αυτή την κόλαση πρέπει χίλιους θανάτους να υπομείνει. Όμως, έτσι όπως περνάω μέσα από τα ερείπια και φτάνει στα ρουθούνια μου βαριά η μυρωδιά των πτωμάτων που σαπίζουν κάτω από τις πέτρες, ξέρω πως είναι αναγκαίο να συμβεί για να φτάσει ο άνθρωπος μέσα στην τρέλα του πολέμου τίποτα να μην νοιώθει πια. Εκείνο που κάποτε μου φάνταζε ανήκουστο, τώρα φαντάζει αστείο. Ο κάθε πατέρας, ο κάθε σύντροφος, ο κάθε άντρας δεν θα δεχόταν παλιά ούτε να λοξοκοιτάξει η κόρη ή η γυναίκα του. Τώρα πρόθυμα την σπρώχνει σε άλλου άντρα την αγκαλιά για ένα καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι νερό. Κι ο ίδιος, πρόθυμα προσφέρει το κορμί του. Για να ζήσει. Χίλιες φορές αντέχει ο καθένας να πεθάνει, αν είναι για να ζήσει. Μόνο έτσι αντέχεις, μουδιασμένος και μέσα σου νεκρός. Ο άλλος τρόπος είναι σχοινί και πάτερο. Και ξεμπερδεύεις.

***

Γυροφέρνω ώρες, ούτε ξέρω πόσες, πόνεσαν τα πόδια μου. Είδα δυο- τρεις έξω από το γήπεδο, πέρασα από το τζαμί, είχε άλλους τόσους. Η πόλη είναι έρημη, όλοι είναι κλεισμένοι μέσα, κάτι θα συμβεί, πρέπει να επιστρέψω. Κάτι θα συμβεί απόψε και όλοι το ξέρουν. Φτάνω στην διασταύρωση, στο βόρειο πέρασμα. Μπροστά είναι το Ποτοτσάρι, η βάση των Ολλανδών. Δεξιά ο δρόμος οδηγεί στους Σέρβους. Αριστερά στην Τούζλα και τα αδέλφια μας. Ίσως εκεί να είναι καλύτερα. Τρεις μέρες περπάτημα. Δεν είναι μακριά. Ίσως θα έπρεπε να πάρω την Αλμίνα και να ξεκινήσουμε. Όμως δεν θα αντέξουμε την διαδρομή, αυτό το ξέρω. Το πόδι μου δεν γιατρεύτηκε ακόμα, ποτέ δεν θα γιατρευτεί, θα μείνει σακάτικο. Κι εκείνη… Εκείνη θα πεθάνει από εξάντληση και πείνα. Γυρίζω προς την πόλη, περπατάω αργά, πρέπει να φτάσω σε εκείνη. Ο θόρυβος της πύλης με τρομάζει, γυρίζω και κοιτάζω, προσπαθώ και με κόπο κλείνω το στόμα μου. Βγάζουν τα άρματα. Βγάζουν τα άρματα. Ένα σταματά στην διασταύρωση, δύο με προσπερνάνε, ξέρω που πάνε. Θα κλείσουν τις εισόδους.

Βραδιάζει. Με κάθε βήμα ο πόνος μου σουβλίζει το πόδι, παραπατάω, πέφτω. Βάζω όλη μου την δύναμη και σηκώνομαι, συνεχίζω. Πρέπει να φτάσω. Ουρλιάζω. Πιο γρήγορα. Βλαστημάω. Πρέπει. Απόψε κάτι θα συμβεί. Μόνο να προλάβω να την δω. Μόνο μια ελάχιστη στιγμή ευτυχίας. Κι ας είναι να ξεπλυθεί με αίμα. Ανοίγω το βήμα μου. Ο ήλιος σβήνει, η σιωπή επιστρέφει. Κάτι θα συμβεί. Ανοίγω την πόρτα και είναι εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Με κοιτάει, όλη η αγωνία της βγαίνει σε δάκρυα. Χαμογελάει.

«Ήρθες!» μου λέει και με αγκαλιάζει. Κλείνω τα μάτια. Αφήνομαι. Θυμάμαι. Για μια στιγμή θυμάμαι. Μυρίζει άσχημα, όλοι μας μυρίζουμε άσχημα. Δεν σε αφήνει η βρώμα σου να ξεχάσεις τις αιτίες της. Μέσα στα χέρια της χάνονται όλες. Μέσα στο σκοτάδι δεν ακούω κανέναν, μόνο την ανάσα της και τον λυγμό που πνίγει, δεν αισθάνομαι τίποτα, για μια στιγμή κρατάει όμως είναι αρκετό, πέρα από τα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου. Δεν μουδιάζει το σώμα η επιθυμία που ξυπνά το άγγιγμα μέσα σε μια αγκαλιά. Μουδιάζει από επιθυμία επειδή η ηρεμία κατακλύζει το μυαλό και το σώμα καταφέρνει να την ακούσει. Την φιλάω, η γλώσσα της ψάχνει την δική μου. Την αγγίζω στον λαιμό και στο πρόσωπο, στα νωπά της μάγουλα, λυγίζει το κορμί. Από μακριά ακούμε φωνές και πυροβολισμούς. Ξεκίνησε. Κάνει να απομακρυνθεί, την κρατάω κολλημένη επάνω μου, τα χείλη μου στα δικά της. Λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα ευτυχία. Το αίμα θα έρθει έτσι κι αλλιώς. Η ευτυχία…

***

Είναι δύσκολο το βράδυ, όλοι είναι ξύπνιοι μαζεμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο εκτός από τον Μπακίρ που ασθμαίνει αργά πάνω στο ράντζο και την Σέλμα που είναι κλειδωμένη στην κρεβατοκάμαρα. Βγήκε μέσα στο σκοτάδι, πήγε στο κουζινάκι, την ακούσαμε να ψάχνει βιαστικά στα ντουλάπια, την ακούσαμε να ανοιγοκλείνει συρτάρια και μετά να επιστρέφει στην κρεβατοκάμαρα. Την θέρισε η πείνα. Ή η δίψα ίσως. Όλους μας. Την ακούσαμε να κλαίει και να καταριέται καθώς έφευγε. Η φωνή της δυνάμωσε πίσω από την κλειστή πόρτα για λίγο, «ποτέ ξανά, λυπήσου με» φώναζε. Δεν αντιδράσαμε. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για τον πόνο του άλλου μέσα μας. Δεν φτάνει για να μας αγγίξει μια φωνή παραπάνω, δεν την ακούμε πια, κάτω από την ένταση της δικιάς μας. Γιγαντώνει ο προσωπικός πόνος τον εγωισμό του ανθρώπου. Αυτός μετράει πρώτος. Ησύχασε με τα πολλά, έχει ώρες μέσα στην σιωπή που δεν την ακούμε πια. Καλύτερα έτσι.

Ακούμε φωνές, σηκωνόμαστε, πλησιάζω το παράθυρο. Το άρμα των Ολλανδών υποχωρεί, οι αντάρτες κρατάνε τα κυνηγετικά τους όπλα και τρέχουν μακριά από τους Σέρβους, φτάνουν στην πόλη. «Όλοι έξω! Όλοι έξω, τώρα!» φωνάζω και τους σπρώχνω. «Στο Ποτοτσάρι, γρήγορα».

Τρέχουν βιαστικά, πάω στον Μπακίρ, φωνάζω το όνομα του, τον σπρώχνω, «ξύπνα, γερό!», δεν ακούει, δεν κουνιέται, μόνο αφήνει τις ανάσες τους βαριά. Προσπαθώ ξανά, η Αλμίνα τρέχει στην κρεβατοκάμαρα για την Σέλμα, ακούγονται εκρήξεις στους δρόμους, πυροβολισμοί και φωνές, πόρτες ανοίγουν, φωτιές καταπίνουν τις γειτονιές, ο Μπακίρ ανασαίνει βαριά και δεν ακούει. Τον ζηλεύω, χαϊδεύω το μάγουλο του και φεύγω. Η Αλμίνα βγαίνει ουρλιάζοντας από την κρεβατοκάμαρα, την ρωτάω, ζητάω να μου πει, τρέμει και δεν μπορεί να μιλήσει, βάζω το κεφάλι μου μέσα από την πόρτα και κοιτάω, η Σέλμα πάνω στο κρεβάτι, έχει τα μάτια ανοιχτά, το κορμί σκόρπιο πάνω στα βρώμικα σεντόνια και το αίμα, το αίμα από τις φλέβες της στάζει σε λίμνες στο πάτωμα. Στο στρώμα δίπλα της αστράφτει το βρώμικο κουζινομάχαιρο στο πρώτο φως.

Αρπάζω την Αλμίνα από το μπράτσο, «πάμε» της λέω, βγαίνουμε στον δρόμο, επικρατεί χάος, σπρωχνόμαστε από χιλιάδες ανθρώπους, δίπλα μας ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, ο άντρας πέφτει, όσοι έρχονται από πίσω τον ποδοπατούν, περνάνε πάνω από το σώμα του ξανά και ξανά, τον ακούω να κλαίει και να φωνάζει για βοήθεια, δεν σταματάω, κρατάω την Αλμίνα και προσπερνάνε, πρέπει να φτάσουμε στο στρατόπεδο πριν πέσουμε στα χέρια των Σέρβων, μόνο αυτό έχει σημασία. Προς τα ανατολικά ακούμε εκρήξεις, όλμοι πέφτουν στο τζάμι, σηκώνεται καπνός, η Αλμίνα σφίγγει το μπράτσο μου, γυρίζουμε και κοιτάμε, παγώνουμε, τα πόδια δεν υπακούν. Ένας όλμος μας σαρώνει και ο μιναρές καταρρέει εκτοξεύοντας πέτρες και χώμα, τα θραύσματα χτυπάνε τον κόσμο, τα θραύσματα τσακίζουν τους πιο κοντινούς. Κάνω τα πρώτα βήματα, οι φωνές πληθαίνουν, γλιστράω και πέφτω πάνω στον λερωμένο δρόμο, η Αλμίνα με τραβάει και σηκώνομαι, με κοιτά τρομαγμένη, «πληγώθηκες! Αζούρ πληγώθηκες» την ακούω να λέει και κοιτάζω τα ρούχα μου. Είμαι καλυμμένος από αίμα.

«Δεν είναι δικό μου», της λέω και συνεχίζουμε.

Ο δρόμος είναι γεμάτος από κόσμο, εκατό μέτρα πιο μακριά βλέπουμε τις πύλες του στρατοπέδου, ανάμεσα μας χιλιάδες άνθρωποι σπρώχνουν για να περάσουν, οι Ολλανδοί τους βάζουν μέσα, θα τα καταφέρουμε, θα τα καταφέρουμε!

«Τι κάνουν; Τι κάνετε;»

Αρχίζουμε να τρέχουμε.

«Τι κάνετε! Ανοίξτε τις πύλες!»

«Κλείνουν το στρατόπεδο! Κλείνουν τις πύλες!»

Οι μπάρες πέφτουν βαριά, τα συρματοπλέγματα κλείνουν, η Αλμίνα κάτι λέει και με τραβάει, μας κλείνουν έξω… μας έκλεισαν έξω. Το πλήθος σκορπάει γύρω από το στρατόπεδο, πολλοί μένουν μπροστά στην πύλη με τους κυανόκρανους να κοιτάνε από την άλλη μεριά του φράχτη.

«Σας παρακαλώ. Πάρτε τον! Πάρτε τον!», μια γυναίκα σπρώχνει ένα μωρό το πολύ δύο χρόνων να περάσει μέσα από τα κάγκελα, ένας Ολλανδός την κοιτάει, το μωρό κλαίει από τον πόνο, αν απλώσει τα χέρια θα το πιάσει, «παρ’ τον!» επαναλαμβάνει. «Σε παρακαλώ…»

Άνθρωποι τρέχουν και τρυπώνουν μέσα στις αποθήκες και τα παλιά εργοστάσια, η μέρα φεύγει, έφυγε. Η δροσιά των δασών επιστρέφει. Κάθομαι στο χώμα. Τελείωσε.

«Σήκω Αζούρ! Πάμε!» η Αλμίνα με παρακαλάει. Πιάνω το χέρι της και την τραβάω δίπλα μου. Κάθεται. «Σήκω… σήκω», λέει κλαμένα.

«Δεν έχουμε πουθενά να πάμε, Αλμίνα», λέω και το κεφάλι μου βαραίνει, το τραβάει το χώμα. «Τελείωσε, αγάπη μου.»

***

Κοιτάμε προς την πόλη. Οι φωτιές καίνε ακόμα, δεν έχουμε δει κανέναν Σέρβο ως τώρα, δεν ξέρω τι ώρα είναι, οι Ολλανδοί αλλάζουν βάρδιες κάθε τρεις ώρες, είδαμε τρεις διαφορετικούς στρατιώτες να μας κοιτάνε άψυχα. Αυτός που είναι τώρα στο φυλάκιο φοράει γουόκμαν στο κεφάλι. Δεν θέλει ούτε καν να μας ακούει.

Τους άλλους τους χάσαμε. Δεν βλέπω πουθενά κανέναν τους, ούτε τον Κενάν, ούτε την Χάνα με την Μελίνα, ούτε τον Βεντάντ, η Αλμίνα τρέμει δίπλα μου, ρωτάει τι θα συμβεί, τι μπορεί να συμβεί τώρα. Κοιτάζω γύρω μου, υπάρχουν συντρίμμια παντού. «Δεν ξέρω», απαντώ ξανά και ξανά.

Στον δρόμο εμφανίζονται οι πρώτοι. Δεν είναι πάνω από πενήντα. Τραβάω την Αλμίνα, την κολλάω στον φράχτη του στρατοπέδου και μπαίνω μπροστά της. Τους είδαν κι άλλοι, το πλήθος μας συμπιέζει πάνω στην περίμετρο. Φτάνουν στο ύψωμα, χωρίζονται σε ομάδες, οι περισσότεροι φεύγουν προς τις αποθήκες και τα εργοστάσια, τους ακούμε, «βρείτε τους».

Έμειναν πίσω καμιά δεκαριά. Στέκονται σε σειρά απέναντι μας. Σηκώνουν τα όπλα, φέρνω την πλάτη μου μπροστά από την Αλμίνα και την σπρώχνω να καθίσει στο χώμα. Δεν θα το κάνουν, οι Ολλανδοί βλέπουν.

Στέκονται έτσι για ώρα, το πλήθος μας πιέζει ακόμα περισσότερο, δεν θα το κάνουν, δεν θα το κάνουν. Περιμένουν.

Κάποιος από την πρώτη γραμμή λυγίζει, αρχίζει να κλαίει, πέφτει στα γόνατα και σέρνεται προς το μέρος τους.

Μας πυροβολούν! Πυροβολούν προς το μέρος μας, οι σφαίρες ακούγονται πνιχτά πάνω στα σώματα, ουρλιαχτά, κλείνω τα μάτια, σφίγγω τα δόντια, έχω την Αλμίνα στην πλάτη μου, κάποιος πέφτει μπροστά μου, τον τραβάω πάνω μου.

Οι πυροβολισμοί σταματάνε, ανοίγω ξανά τα μάτια. Έφυγαν, πίσω μου οι στρατιώτες εξακολουθούν και κοιτάνε, γυρίζω το σώμα που έχω τραβήξει πάνω μου. Είναι ένας άντρας, δείχνει νέος, δεν το ξέρω, ο θώρακας του είναι ματωμένος, γυρίζω στην Αλμίνα. Είναι ζωντανή.

Πέφτει πάνω μου και ουρλιάζει.

«Κοιτάνε! Μας σφάζουν και κοιτάνε!» λέει ξανά και ξανά. «Θα ξανάρθουν.»

***

Με τα μάτια δεμένα, όρθιος όσο ακόμα αντέχω, δεν μετανιώνω για τον Μπακίρ. Δεν μετανιώνω για τον γέρο που ποδοπάτησα. Δεν μετανιώνω για το κορίτσι που άφησα να διψάσει. Μετανιώνω που δεν είχα το κουράγιο να σε σκοτώσω εκεί, τότε, πριν δύο νύχτες, εκείνο το πρώτο βράδυ. Να σου καρφώσω κάτι, ένα σπασμένο μπουκάλι, ένα κομμάτι σύρμα στον λαιμό και να σε αφήσω να πεθάνεις από αιμορραγία.

Έφυγαν εκείνο το βράδυ. Μαζέψαμε δεκάδες σώματα, το στήσαμε οδόφραγμα, δεν βοήθησαν. Περισσότερο μας έκοψαν τα πόδια. Η νύχτα, εκείνη η πρώτη νύχτα ήταν τρομαχτική. Όταν ξημέρωσε, βρήκαμε πολλούς κρεμασμένους στον φράχτη του στρατοπέδου. Έκαναν καλά, τώρα το ξέρω. Όταν προς το μεσημέρι επέστρεψαν, ήρθαν άτακτα, χωρίς δομή, πολλοί ήταν άοπλοι, τους θυμάσαι. Άρπαξαν από τα μαλλιά μερικούς αδελφούς μας, τους γονάτισαν μπροστά μας.

«Πες, «δεν υπάρχει Αλλάχ». Πες, «αγαπώ τον Ιησού Χριστό», ρε γουρούνι». Έτσι έλεγαν. Τον είδες, εκείνο τον πρώτο. Είχε ένα περίστροφο κολλημένο στο κεφάλι ενός εφήβου, δεκαπέντε, δεκαέξι χρονών. Και χαμογελούσε, Αλμίνα. Κι εκεί πάλι, δείλιασα, δεν σε σκότωσα. «Πες το, ρε γουρούνι.»

Πίσω μας ο Ο.Η.Ε. και μπροστά στα μάτια του, στα μάτια μπροστά όλου του κόσμου έσφαζαν ανθρώπους.

Το είπε. Είπε ακόμα όλα όσα του ζήτησαν. Είπε πουτάνα την μάνα του, προδότη τον πατέρα του. Έκανε το λάθος να κοιτάξει λοξά προς το πλήθος. Ένα κορίτσι, δώδεκα χρονών, στεκόταν εκεί και τον κοιτούσε παγωμένο. Ο Σέρβος το ‘πιασε. Τον ρώτησε ποια είναι.

«Η αδελφή μου», απάντησε εκείνος. Έστειλε και την έφεραν κοντά του. Την έβαλαν να σκύψει στα τέσσερα, σαν σκυλί, μπροστά του, όπως ήταν γονατισμένος. Της έσκισαν τα ρούχα κι εμείς κοιτούσαμε, όλος ο κόσμος κοιτούσε. Τον έγδυσαν κι αυτόν και τον έβαλαν από πίσω της.

«Κοίτα την», τον διέταξε και εκείνος το έκανε. «Γάμα την».

Άρχισε να τρέμει. Και τότε δεν βρήκα καρδιά να σε σκοτώσω εγώ, εγώ που σ’ αγάπησα όσο κανένας άλλος, έπρεπε να βρω κουράγιο τότε, έστω τότε, να το κάνω.

«Γάμα την, γουρούνι. Γάμα την από τον κώλο, μην προσβάλλεις τον Θεό σου», του είπε ξανά, θυμάμαι κάθε λέξη κι εσύ θα την θυμόσουν. Εκείνος έκανε εμετό πάνω του, του ξέφυγαν τα κάτουρά του. «Δεν μπορώ», απάντησε κλαψιάρικα. Ο άλλος ξέσπασε σε γέλια και μετά του είπε «κάνε στην άκρη να σου δείξω».

Τον τράβηξαν λίγα μέτρα μακριά και του κρατούσαν το κεφάλι από τα μαλλιά για να βλέπει. Δύο ακόμα άντρες κράτησαν το κορίτσι πεσμένο πάνω στο χώμα και εκείνος, εκείνος πήγε από πίσω της, έβγαλε το παντελόνι του, το ακούμπησε προσεκτικά δίπλα του, γονάτισε πίσω της και άρχισε να την γαμάει. Άρχισε να γαμάει από τον κώλο ένα κορίτσι, Αλμίνα. Ένα δωδεκάχρονο παιδί που ούρλιαζε και φώναζε και έσπασε στο τέλος, μετά από ώρα έσπασε, Αλμίνα, και σταμάτησε να αντιδρά και να ουρλιάζει, σταμάτησε να υπάρχει και αυτή και ο αδελφός. Πέρασαν τέσσερις από πάνω της και στο τέλος την παράτησαν εκεί, γυμνή πάνω στο χώμα και ντύθηκαν μπροστά μας και έδειχναν χαρούμενοι, Αλμίνα λυπάμαι, λυπάμαι τόσο που δεν σε σκότωσα και έπρεπε να το δεις αυτό, λυπάμαι που έπρεπε να δεις πως την έκοψαν ανάμεσα στα πόδια, πως έχωσαν το μαχαίρι μέσα της και το τράβηξαν προς τα πίσω και μετά γελούσαν και έκαναν αστεία για το πώς έκαναν από τις δυο τρύπες μία και πως καλύτερα έτσι, έτσι κι αλλιώς σκατά έβγαζε η μία, σκατά και η άλλη, κι εγώ, ο δειλός, δεν σε σκότωσα, νόμιζα τότε πως αυτό είναι αγάπη, τώρα ξέρω πως ήταν φόβος.

Πριν μας αφήσουν, τίναξαν τα μυαλά του νεαρού στο αέρα, έκαναν τουλάχιστον αυτή την σπλαχνική πράξη. Πήραν εκατοντάδες άντρες, ανάμεσα τους και γέρους και παιδιά μικρά, το πολύ πέντε χρόνων και πήγαν στο δάσος. Όλη την υπόλοιπη μέρα ακούγαμε πυροβολισμούς. Το βράδυ, επέστρεψαν ξανά.

***

Είχαμε μείνει λίγοι μέχρι το βράδυ. Οι περισσότεροι είχαν προσπαθήσει να το σκάσουν σε μικρές ομάδες μέσα από το δάσος. Δεν έμεινε κανένας, του σάρωσαν με χειροβομβίδες και όλμους, τους κυνήγησαν άγρια με κάθε μέσο, όλη μέρα βλέπαμε φορτηγά, τζιπ και ελικόπτερα και ακούγαμε τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς στα βουνά πίσω μας.

Τώρα, Αλμίνα, με τα μάτια δεμένα, όσο τους ακούω να ψάλλουν τις προσευχές τους, γεμάτες δοξασίες και αμήν, αυτό τον ελάχιστο χρόνου που μου απομένει μέχρι όλα να τελειώσουν οριστικά, τώρα ξέρω για ποιον λόγο δεν μιλούσαμε καθόλου όλη την μέρα, γιατί τα τελευταία λόγια που είπαμε ο ένας στον άλλο ήταν τόσο ασήμαντα που δεν μπορώ να τα ανακαλέσω. Δεν είπαμε λέξη. Δεν μιλάνε οι νεκροί, δεν έχουν φωνή, όσο κι αν οι ποιητές επιμένουν, φωνή δεν έχουμε όσοι πεθάναμε. Φωνή έχουμε για όσους ακόμα ζουν.

Πριν βραδιάσει όμως, Αλμίνα, τα ‘χα όλα μέσα μου κανονίσει και με το χέρι αδύναμο και κουρασμένο, είχα μαζέψει ό,τι ήταν αναγκαίο από το δρόμο με τα χαλάσματα και το κουβαλούσα στην τσέπη. Έπρεπε κάτι να σου πω, πριν έρθουν, έπρεπε να φιλήσω το στόμα σου, να σου πω «σ’ αγαπάω», «συγνώμη». Έπρεπε να σε παρηγορήσω, να σου πω να μην φοβάσαι. Μα δεν είπα τίποτα, όμως ήξερες, τώρα καταλαβαίνω ότι ήξερες αλλιώς δεν θα άντεχες, το ξέρω.

Ήρθαν πολλά λεωφορεία και φορτηγά. Φόρτωσαν πολλές γυναίκες με προορισμό την Τούζλα. Μετέφεραν τους αμάχους, έλεγαν οι Ολλανδοί. Τα είδαμε στην διασταύρωση να παίρνουν λάθος δρόμο. Τις πήγαν στα Σερβικά εδάφη. Κοιτάζαμε και κλαίγαμε απελπισμένοι, μερικοί προσπάθησαν να μιλήσουν με τους κυανόκρανους, προσπάθησαν να τους πουν πως οι γυναίκες αυτές δεν πήγαιναν στην ασφάλεια. Πήγαιναν στην κόλαση των στρατοπέδων βιασμού των Σέρβων, πήγαιναν να γεννήσουν Σέρβους, να καθαρίσει η φυλή. Ήταν μάταιο, όλα είναι μάταια. Εκείνη την στιγμή το αποφάσισα, καλή μου Αλμίνα. Δεν σου άξιζε η κόλαση.

***

Επέστρεψαν με το σούρουπο. Μέσα στο ημίφως είδα αρκετούς, είχαν παράξενα σύμβολα στις στολές τους, δύο όμως τα θυμάμαι γιατί τα είδα ξανά, τα είδα πολύ καλά πάνω στους ιστούς του γηπέδου Νόβα Κασάμπα, εδώ που στέκομαι αυτή την στιγμή. Ήταν ένα ακτινωτό αστέρι και ένας λευκός δικέφαλος σε μαύρο φόντο. Υπήρχαν κι άλλοι, άντρες του Σκορπιού, εθνικιστές Σέρβοι, τάγματα θανάτου. Ένας από αυτούς στεκόταν μπροστά. Στα πόδια του ήταν μια γυναίκα καθισμένη και δίπλα της ένα μικρό αγόρι, περίπου πέντε χρονών, τον θυμάσαι, Αλμίνα; Ήταν ο τελευταίος Βόσνιος που είδες να υποφέρει.

«Καν’ το να σκάσει», της είπε. Εκείνη προσπάθησε να το ηρεμήσει, όμως το αγόρι έκλαιγε ασταμάτητα. Ήταν βρώμικο και αδύνατο, τα μαλλιά του έλαμπαν σαν το άχυρο, οι μύξες είχαν ξεραθεί πάνω στα μάγουλα του και έκλαιγε, όλο έκλαιγε και έτρεμε από φόβο.

«Καν’ το να σκάσει», επανέλαβε και εκείνη έσκυψε πάνω του και το φίλησε, του χάιδεψε την πλάτη, «σταμάτα αγάπη μου, σταματά ψυχή μου» του έλεγε, την είδες, σε θυμάμαι με τα χείλη σου σφιγμένα και τα μάτια γεμάτα μίσος, γεμάτα οργή, Αλμίνα, να κοιτάς τον Σκορπιό και να σφίγγεις τις γροθιές σου.

Τότε τον άρπαξε και τον πέταξε στην αγκαλιά της μάνας του.

«Καν’ το να σκάσει, γαμημένη σκύλα. ΚΑΝ’ ΤΟ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ!»

Τα έχασε εκείνη, ξέσπασε σε κλάματα και το μικρό αγόρι τύλιξε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της και κάθισε στα πόδια της με τις φτέρνες να ακουμπάνε πάνω στο χώμα και έκρυβε το πρόσωπο του μέσα στο στήθος της να μην τους βλέπει, να μην τους κοιτάει και έκλαιγε, Θεέ μου Αλμίνα, αυτό το κλάμα, αυτό το κλάμα του μας πάγωσε όλους.

Άπλωσε τότε ο Σκορπιός το χέρι.

«Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ! ΑΣ’ ΤΟΝ!»

Έπιασε τα μαλλιά του και τράβηξε πίσω το κεφάλι του παιδιού.

«ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ!»

Έβγαλε το μαχαίρι του.

«Πάρε εμένα, να χαρείς! Πάρε εμένα, όχι το παιδί μου!»

Του έκοψε τον λαιμό πάνω στην αγκαλιά της μητέρας του που έβλεπε το μαχαίρι να σκίσει το δέρμα του παιδιού της και το αίμα του να τρέχει πάνω της και ούρλιαζε, ούρλιαζε, ούρλιαζε και εκείνος συνέχισε να κόβει, ξανά και ξανά και δεν σταμάτησε να χαμογελάει όσο έκοβε μέχρι που άφησε το σώμα του μικρού αγοριού ακέφαλο μέσα στην αγκαλιά της. Πήρε το κεφαλάκι του και το κάρφωσε πάνω στο μαχαίρι του. Γύρισε και μας το έδειξε, εκεί, μπροστά στις πύλες του στρατοπέδου με τους Ολλανδούς να κοιτούν, να κοιτούν το μικρό αγόρι, να κοιτούν την μητέρα του, να κοιτούν εμάς που ξερνούσαμε και ουρλιάζουμε για βοήθεια, να κοιτούν τον Σκορπιό να γελάει.

Μέσα στην τρέλα που επικράτησε, είδα δύο από αυτούς να μας πλησιάζουν. Γύρισα και σε κοίταξα. Με κοίταξες κι εσύ. Μάζεψες πίσω τα μαλλιά σου. Ένοιωσα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια μου. Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου και όταν το έβγαλα ξανά δεν ήταν άδειο. Σήκωσες ψηλά το πρόσωπο και έκλεισες τα μάτια. Έριξα μια ματιά πάνω από τον ώμο. Ήταν κοντά πια. Όλα τελειώνουν εδώ, σκέφτηκα. Κάπως θα τελείωνε. Έτσι είναι καλύτερα.

***

Δεν ξέρω, ακόμα πασχίζω να απαντήσω πού βρήκα το κουράγιο να περάσω το σπασμένο τζάμι πάνω από τον λαιμό σου. Πού βρήκα την αντοχή να σε κρατήσω και να σε ακουμπήσω απαλά στο χώμα. Ένοιωσα έναν τρομερό πόνο στον αυχένα από το χτύπημα. Όταν συνήλθα δεν ήμουν στο Ποτοτσάρι πια και εσύ δεν ήσουν δίπλα μου. Δεν ήσουν πια. Κι αυτό, Αλμίνα, με έκανε να νοιώσω ευτυχισμένος.

***

Μας έβαλαν σε σειρά μέσα στο γήπεδο. Είμασταν περίπου πεντακόσιοι, οι περισσότεροι παιδιά, σακάτηδες και γέροι, λίγοι αντάρτες ανάμεσα μας. Δείχναμε πραγματικά αξιοθρήνητοι, ο θάνατος μας δεν θα επιφέρει δόξες και τιμές σε κανέναν, ήμασταν μίζεροι, λειψοί, νεκροί σχεδόν. Όμως στα πρόσωπα μας έβλεπε κανείς την ανακούφιση. Το τέλος πλησίαζε και για μας.

Ένα σώμα οπλισμένο στεκόταν προσοχή δίπλα μας και μας παρουσίαζε σε χαμογελαστούς, καλοντυμένους άντρες. Ένας από αυτούς άρχισε να μιλάει, η φωνή του έφτασε ως εμάς.

«Δίπλα μας, στο πλευρό μας σε αυτό τον πόλεμο, στέκεται μόνο ο Θεός και οι Έλληνες», το σώμα ανατριχιάζει και επευφημεί μόλις τελειώνει. Τραγουδάνε τον εθνικό τους ύμνο τώρα. Στον κεντρικό ιστό του γηπέδου Νόβα Κασάμπα ανεμίζει πια η Σερβική σημαία. Δίπλα της μία ακόμα, μια με έναν λευκό σταυρό και γαλανόλευκες ρίγες. Δεξιά και αριστερά εκείνα το σύμβολα, εκείνα που τόσο έντονα θυμάμαι: το ακτινωτό αστέρι και ο δικέφαλος αετός.

***

Τελειώνουμε πια. Μας έβαλαν και σκάψαμε έναν μεγάλο λάκκο. Σταθήκαμε στην άκρη. Τους πιο πολλούς τους πυροβόλησαν. Κράτησαν περίπου εκατό από εμάς ζωντανούς. Όσους έπεσαν έξω από τον λάκκο μας ανάγκασαν να τους σπρώξουμε κι αυτούς. Φτιάξαμε ένα βουνό από κορμιά. Κάποιοι είναι ακόμα ζωντανοί. Κλαίνε και βογκάνε. Σκάψαμε ξανά, ο καθένας μια τρύπα στα μέτρα του. Μας έχουν τώρα με δεμένα μάτια όρθιους στο χείλος της. Περιμένουμε να τελειώσουν το τραγούδι τους, πάνω στην ώρα. Χαμογελάω, κάποιος είναι απέναντι μου και φωνάζει, δεν καταλαβαίνω τι λέει, μιλάει άλλη γλώσσα. Φωνάζει ξανά. Μου βγάζει το μαντήλι από τα μάτια και τον κοιτάω. Είναι ψηλός, αξύριστος και βρώμικος. Φωνάζει πάλι και εγώ εξακολουθώ να χαμογελάω. Με αρπάζει από τα μαλλιά και τραβάει το κεφάλι μου χαμηλά, στο μπράτσο του. Βλέπω τον λευκό δικέφαλό πάνω στο μαύρο φόντο και τον ακούω μέσα στ’ αφτί μου να φωνάζει δύο λέξεις: «Ένας Θεός».

Με κλωτσάει στον θώρακα και πέφτω μέσα στην τρύπα που έσκαψα για μένα. Αυτό ήταν. Αρκετά πια.

Μπορώ να σηκωθώ. Δεν θέλω. Ακούω μηχανές, ακούω ερπύστριες, τελειώνουμε. Μια μπουλντόζα περνάει και σπρώχνει το χώμα πάνω μας, μας θάβουν ζωντανούς, είναι τρέλα, είναι διαστροφή, κλείνω τα μάτια, ανοίγω το στόμα και ουρλιάζω, γεμίζει χώμα, τα πνευμόνια μου καίγονται, η μύτη μου είναι γεμάτη, προσπαθώ να κλείσω το στόμα μου, ανάμεσα στα δόντια έχει σφηνώσει μια τεράστια πέτρα, την δαγκώνω, ουρλιάζω ξανά, δεν το θέλω, απλά συμβαίνει, σε φέρνω σαν εικόνα ακριβή στο μυαλό μου, την πρώτη νύχτα που μου έδωσες το κορμί σου, γελούσες με κόκκινα μάγουλα και μάτια χαμηλωμένα, χέρια σταυρωμένα πάνω στα γυμνά σου πόδια κι εγώ σε σκότωσα. Τελειώνει τώρα, συγνώμη Αλμίνα, λυπάμαι τόσο. Όχι που σε σκότωσα. Που δεν το έκανα νωρίτερα. Συγνώμη.


-18

Στην σφαγή της Σρεμπρένιτσα, από τις 11 έως τις 22 Ιουλίου 1995, θανατώθηκαν βάναυσα 8.373 άμαχοι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι. Το παραπάνω κείμενο βασίζεται σε μαρτυρίες επιζώντων, δημοσιογραφικά άρθρα και πρακτικά από την δίκη της Χάγης που καταδίκασε μερικούς από τους υποκινητές και σχεδιαστές της επίθεσης. Οι περισσότεροι, παραμένουν ελεύθεροι.

Στην χώρα μας, έχει κατατεθεί διερευνητική εντολή για την εμπλοκή Ελλήνων στην Σφαγή της Σρεμπρένιτσα από το 2002. Δεν έχει καταλήξει ακόμα σε πόρισμα.


 

The Serbs began at a certain point to take girls and young women out of the group of refugees. They were raped. The rapes often took place under the eyes of others and sometimes even under the eyes of the children of the mother. A Dutch soldier stood by and he simply looked around with a Walkman on his head. He did not react at all to what was happening. It did not happen just before my eyes, for I saw that personally, but also before the eyes of us all. The Dutch soldiers walked around everywhere. It is impossible that they did not see it.

There was a woman with a small baby a few months old. A Chetnik told the mother that the child must stop crying. When the child did not stop crying, he snatched the child away and cut its throat. Then he laughed. There was a Dutch soldier there who was watching. He did not react at all.

I saw yet more frightful things. For example, there was a girl, she must have been about nine years old. At a certain moment some Chetniks recommended to her brother that he rape the girl. He did not do it and I also think that he could not have done it for he was still just a child. Then they murdered that young boy. I have personally seen all that. I really want to emphasize that all this happened in the immediate vicinity of the base. In the same way I also saw other people who were murdered. Some of them had their throats cut. Others were beheaded.

Zumra Šehomerovic- Survivor

 

I saw how a young boy of about ten was killed by Serbs in Dutch uniform. This happened in front of my own eyes. The mother sat on the ground and her young son sat beside her. The young boy was placed on his mother’s lap. The young boy was killed. His head was cut off. The body remained on the lap of the mother. The Serbian soldier placed the head of the young boy on his knife and showed it to everyone. … I saw how a pregnant woman was slaughtered. There were Serbs who stabbed her in the stomach, cut her open and took two small children out of her stomach and then beat them to death on the ground. I saw this with my own eyes.

Ramiza Gurdić- Survivor



Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα (Αγγλικά)- Άρθρο του Wikipedia

Άρθρο της Εφημερίδας «‘Εθνος» από το 2015 αναφωρικά με την εμπλοκή της Ε.Ε.Φ. στην σφαγή της Σρεμπρένιτσα

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΛΕΥΚΟΣ ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΦΟΝΤΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Στιγμιότυπα

Μικρές Ιστορίες

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αέναη κίνηση

Για την αυτονομία και τη χειραφέτηση

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close