ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΓΚΡΟΖΝΥ

Untitled-1

«Πού ήσουν όλη μέρα, ρε αρχίδι;»

Πάτησε το κουμπί με λύσσα και δυνάμωσε την φωνή της τηλεόρασης. «Τον ακούς, ρε μαλάκα; Τι μυξοκλαίς, γαμώ την ψυχή σου ρε;»

Είχε κουλουριαστεί σε μια γωνιά στον καναπέ και τον άκουγε όση ώρα γύριζε μέσα στο σαλόνι και βλαστημούσε. Η μάνα του έκλαιγε πιο πέρα, πάντα στην ίδια θέση, με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο σε ένα όνειρο που κάποτε είχε κάνει μαζί με τις φίλες της.

Ήταν βρώμικος, γεμάτα λάσπες τα μαλλιά του, τα ρούχα του κουβάρι στο πάτωμα μπροστά του, μαύρες οι κάλτσες, κόκκινο το σώβρακο, σκισμένο. Αυτό ήταν ό,τι του είχε απομείνει, μέσα στον πανικό βρέθηκε στην παγωμένη νύχτα του Γκρόζνυ έτσι, δεν θυμόταν πώς, κρύωνε, πονούσε, το μάτι του θολό από το αίμα που έσταζε, είχε ένα βρώμικο σκίσιμο σε όλο το μέτωπο. Δεν ήξερε γιατί φορούσε μόνο το σώβρακο, είχε πει. Τα υπόλοιπα είχαν γίνει σκουπίδια, ίσως για αυτό. Τίποτα άλλο δεν είχε πει, ήταν αδύνατο.

«Μόνος σου ήσουν, ρε μαλάκα; Πόσοι σε είδαν;»

Δεν έδωσε απάντηση. Ίσως γιατί είχε μάθει να κρύβει όσα περισσότερα μπορούσε. Μεγάλος δρόμος η Μαγιακόβσκογκο, πολύς ο κόσμος για τόση γύμνια. Ούτε τους πρόσεξε μέχρι να φτάσει. Κάτι όμως τον έσπρωξε να κρύψει όσα μπορούσε, να κρατήσει μακριά τους ό,τι του είχε απομείνει. Από τύχη δεν τον μάζεψαν οι τύποι με τις στολές εργασίας. Από τύχη έφτασε έτσι βρώμικος και ματωμένος ως το σπίτι του.

«Μίλα ρε αρχίδι!» φώναζε και έφτυνε σάλια.

Γύρισε προς την τηλεόραση.

«Άκου. Άκου τον!»

Σήκωσε τα μάτια. Σε κοντινό πλάνο είδε το σιδερένιο πρόσωπο του Καρίμωβ. Χαμογελούσε.

«Ο ηγέτης της Τσετσενίας, Ραμζάν Καντίρωφ -και κατ’ επέκταση- σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος του ένδοξου τόπου μας αρνείται κατηγορηματικά τις κατασκευασμένες κατηγορίες της εφημερίδας Νοβόγια Γκαζέτα περί βιαιοπραγιών των αρχών εναντίον… τέτοιων ομάδων. Οι αρχές δεν θα μπορούσαν να συλλάβουν τέτοιου είδους άτομα γιατί στην Τσετσενία, δεν υπάρχουν τέτοιου είδους άτομα. Εάν υπήρχαν, οι οικογένειες τους θα είχαν φροντίσει να πάνε στα τσακίδια. Το Κρεμλίνο είναι ενήμερο για την πρωτοφανή προπαγάνδα κατά του κυρίου Καντίρωφ και των σωμάτων ασφαλείας και να είστε βέβαιοι πως θα προβούμε σε κυβερνητικό επίπεδο, σε όλες τις προβλεπόμενες από τον νόμο ενέργειες.»

Έκλεισε την τηλεόραση.

«Κατάλαβες ρε αρχίδι;»

Δεν του απάντησε. Δεν τον κοίταξε καν. Τον ένοιωσε να διασχίζει το δωμάτιο, το ένα χοντρό πόδι μπροστά από το άλλο, ισοπέδωσε το τραπέζι, θρυμμάτισε τις καρέκλες, το χαλί, άπλωσε το χέρι και το τύλιξε γύρω από τον λαιμό του. Το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει, έριξε ένα εξαναγκασμένο βλέμμα στο γεμάτο μίσος, απόγνωση και λατρεία πρόσωπο που βρισκόταν λίγα εκατοστά μακριά του. Τον τύφλωσε η βρώμα της βότκας.

«Έπρεπε να γίνεις δεκαοχτώ χρονών, ρε μπάσταρδε, για να με σκοτώσεις; Έπρεπε να περιμένεις τόσο; Ξέρεις τι μας λένε οι μπάτσοι; Οι οδηγοί των λεωφορείων; Οι έφοροι; Ξέρεις τι λένε; Στο είπε η μαλακία σου, που την κρατάς όλη μέρα μέσα στο άχρηστο χέρι σου και πατάς κουμπάκια; Δεν το διάβασες στο Φέισμπουκ; Μίλα, ρε μαλάκα.»

Περίμενε. Έσφιγγε. Και όσο ένοιωθε νύχια καρφωμένα στο χοντρό του χέρι, όλο και περισσότερο εξαντλούσε την δύναμη του.

«Άφησε τον! Λώμα, άφησε τον!»

«Βούλωσ’ το μωρή πουτάνα, τα δικά σου σκατά πληρώνουμε τώρα. Βούλωσ’ το και κοίτα.»

Γύρισε προς τον νέο. Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω στην απάθεια του βρώμικου προσώπου, το αίμα, την ασάλευτη σάρκα, τα ψυχρά μάτια.

«Δεν σε νοιάζει να ζήσεις, ρε μαλάκα;»

Ο νέος τον κοίταξε. Από τα μάτια του βγήκαν φρέσκα δάκρυα, μπλέχτηκαν με τις μύξες και το αίμα και τρύπωσαν στο παραμορφωμένο στόμα του που ξέσπασε σε ένα ανατριχιαστικό γέλιο.

Τον άφησε.

«Είσαι τρελός», μουρμούρισε. «Έχουν δίκιο. Είναι αρρώστια.»

Περπάτησε αργά ως την μικρή βιβλιοθήκη. Άνοιξε ένα συρτάρι.

«Έχουν δίκιο. Πρέπει να σας ξεπαστρέψουμε. Όλους. Αυτό μας λένε στις τηλεοράσεις. Όλοι το ίδιο μας λένε. «Σκοτώστε τους! Καθαρή Τσετσενία! Καθαρές οικογένειες!» Οι οικογένειες να φροντίσουν και πάλι για το έθνος.»

Έβαλε το χέρι του μέσα, έψαξε με τα δάχτυλα.

«Όπως τότε.»

Έσκυψε.

«Λώμα, τι κάνεις;»

Τον ρώτησε και έκανε ένα δειλό βήμα προς το μέρος του.

«Λώμα, τι κάνεις;»

«Τότε όμως ρε αρχίδι, στην ηλικία σου πρέπει να ήμουν, ξέρεις τι έκανα τότε;»

Ο νέος αναστέναξε βαθιά και έκλεισε τα μάτια.

«Τι έκανες, πατέρα;»

Γύρισε προς το μέρος του. Τον είδε όρθιο μπροστά του, γυμνό, με ένα ματωμένο σώβρακο, λάσπες στα μαλλιά, μελανιασμένα μπούτια και σπασμένο πρόσωπο. Συνέχισε να ψάχνει.

«Τότε σκότωνα προδότες για να μπορείς τώρα εσύ να ζεις ελεύθερος. Ξέρεις πόσους σκότωσα;»

«Πόσους, πατέρα;»

Έσφιξε το χέρι του γύρω από την σκληρή λαβή. Πάτησε το κουμπί και κοίταξε το περιεχόμενο. Όλες εκεί.

«Λώμα, ασ’ το αυτό. Λώμα!»

Η μητέρα τον αγκάλιασε σφιχτά ακουμπώντας το στήθος πάνω στην πλάτη του. Τίναξε τους ώμους του και την πέταξε σαν ξερό φύλλο πάνω στον τοίχο.

«Λώμα…» κλαψούρισε και έκρυψε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια της.

«Πολλούς, ρε αρχίδι.»

Ο νέος τον πλησίασε.

«Μπράβο πατέρα. Σε ευχαριστώ. Τώρα, είμαι στ’ αλήθεια ελεύθερος.»

Ο Λώμα γύρισε προς το μέρος του. Το ένα χέρι άνευρο. Το άλλο γεμάτο.

«Πες μου, Μάιρμπεκ… Πού θα πας να κρυφτείς; Πόσο νομίζεις ότι είναι το Γκρόζνυ;»

«Δεν ξέρω, πατέρα.»

«Μικρό. Το Γκρόζνυ είναι μία μικρή, γαμημένη τρύπα, ρε μαλάκα! Βέβαια, εξαρτάται για τι είδους τρύπα μιλάμε, σωστά; Αυτό δεν είναι το θέμα μας, Μάιρμπεκ αγόρι μου;»

Έφτυσε τις τελευταίες λέξεις καθώς ο νέος στάθηκε λίγα εκατοστά μακριά του. Ήταν όμορφος, θλιμμένος, ταπεινωμένος και καθαρός όσο την ώρα της πρώτης του ανάσας.

«Ρώτα το», είπε προκλητικά.

Ο Λώμα πάγωσε.

«Αν μου πεις, θα πρέπει να το κάνω.»

«Θα σου πω.»

«Λώμα, μην το κάνεις…»

«Αν μου πεις, δεν θα έχω άλλη λύση.»

«Θα σου πω.»

«Λώμα…»

«Με ποιον ήσουν;»

«Με τον Ολκαζάρ.»

«Λώμα, μη…»

«Πού;»

«Σπίτι του.»

«Να χαρείς, σταμάτα…»

«Σε πήδηξε;»

«Ναι.»

«Σου άρεσε;»

«Λώμα…»

Ο Μάιρμπεκ χαμογέλασε πικρά.

«Το λάτρεψα», είπε.

Ο πατέρας του άρχισε να τρέμει, δεν πήρε στιγμή τα μάτια από το παιδί του. Το βλέμμα του σφράγισε και τους δύο σε έναν διαρκή τάφο. Βαθύ, έρημο τάφο.

«Είσαι πούστης;» ψέλλισε.

«Μην του πεις, παιδί μου! Μην πεις!»

Έξω τα φώτα της πόλης έσβηναν. Σειρήνες και φωνές έφταναν από μακριά. Μικρές φωτιές έκαιγαν στην πεδιάδα, γύρω από το τζαμί έτρεχαν άνθρωποι, έτρεχαν αγρίμια μέσα στην παγωμένη νύχτα.

«Είμαι.»

«Γιατί;» ρώτησε με τα δόντια σφιγμένα, με τις γροθιές σφιγμένες, με τα μάτια έξω από τις κόγχες, τα δάκρυα να σκίζουν τις γραμμές του προσώπου, τις φλέβες να σφυροκοπούν. «ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕΣ;»

«ΛΩΜΑ!»

Σήκωσε το περίστροφο. Σημάδεψε.

«ΛΩΜΑ! ΛΩΜΑ! ΛΩΜΑ!»

***

Ξεκίνησε με έναν. Μια εβδομάδα αργότερα χάθηκε και δεύτερος. Μέχρι να βγει ο μήνας είχαν εξαφανιστεί εκατό, μπορεί και παραπάνω. Περπατούσε βιαστικά εκείνο το πρωινό. Είχε παγωνιά, τα χέρια στις τσέπες, το στόμα χωμένο μέσα στους γιακάδες του. Συνάντησε λιγοστούς περαστικούς, όλοι με καλούς σκοπούς ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν. Το «Πάβελ Μουσόρωφ» ήταν έρημο εκείνο το πρωί, δεν ήταν το κρύο ο λόγος. Άδεια τα γρασίδια, τα παγκάκια και τα γήπεδα. Συνήθως μαζεύονταν εκεί μερικοί δικοί τους, ο Γιαράγκι, ο Λέχα. Καμιά φορά η Ζεζάγκ με τις υπόλοιπες. Δεν την γούσταρε την Ζεζάγκ. Ήταν ανόητη, πηδιόταν άψυχα με όποιον ηλίθιο πρεζάκια βρίσκονταν μπροστά της μόνο και μόνο για να το μάθει η μάνα της, να την πλακώσει στο ξύλο ο πατέρας της και να την αφήσουν στην ησυχία της, μελανιασμένη και με πρησμένα μάτια να ξενυχτάει μέσα στο κλάμα. Εκείνοι νόμιζαν από ντροπή και πόνο. Η Ζεζάγκ το έκανε από έρωτα για την Καζμπίκα. Δεν την γούσταρε την Ζεζάγκ. Πουτάνα στη ψυχή, πουλημένη στο σώμα για να ‘χει το κεφάλι της ήσυχο. Ο κόσμος μην μάθει κι όλα τα άλλα στα σκουπίδια, έλεγε. Ο Ολκαζάρ τον μάλωνε. Του έλεγε πως είναι σκληρός, άκαρδος. Όλοι στο περιθώριο και στο ψέμα ζούσαν, έτσι κι αλλιώς. Όλοι στον φόβο. Δίκιο είχε ο πούστης.

Τους σταματούσαν πάντα με την ίδια πρόφαση. Έψαχναν για χάπια, χόρτο και πρέζα. Έτσι έλεγαν. Εκατό άνθρωποι είχαν χαθεί μέσα στον μήνα. Είχαν όλοι κάτι κοινό, το ίδιο πάντα μυστικό. Και δεν ήταν τα ναρκωτικά.

Διέσχισε το πάρκο βιαστικά. Πάνω του ένας σκληρός ήλιος, ούτε ίχνος σύννεφο. Μόνο ο βοριάς του Γκρόζνυ που κόντευε να του πάρει το κεφάλι. Προχωρούσε βιαστικά στην δασωμένη Σεβτσένκο. Τον προσπέρασε ένα περιπολικό, ο συνοδηγός τον έκοψε, τον είδε με την άκρη του ματιού. Έχωσε πιο βαθιά το πρόσωπο του μέσα στο τζάκετ και συνέχισε με βήμα βαρύ και κοφτό. Χτύπησε την πόρτα στο δεκατρία.

Κόπηκε ο βοριάς, έμεινε μόνο ο ήλιος μόλις άνοιξε η πόρτα. Τον τράβηξε απαλά μέσα, έκλεισε την πόρτα και τον κοίταξε χαμογελώντας.

«Άργησες.»

Φορούσε ένα παλιό μπλουζάκι των AC/DC με κομμένα μανίκια. Μύριζε καφέ και τσιγάρο.

«Είχα να δώσω εξηγήσεις», απάντησε. «Ξέρεις πως πάει.»

Κούνησε το κεφάλι. Στα καστανά μαλλιά του έπεφτε το φως του πρωινού. Ήταν όμορφος. Ομορφότερος τώρα, μέσα στο δεκατρία της οδού Σεβτσένκο, σε εκείνο το βρώμικο ισόγειο, έξω ο κόσμος διαμελιζόταν, χανόταν σε μικρές στιβάδες μίσους ακουμπισμένες η μία πάνω στην άλλη συνθέτοντας ένα φριχτό οικοδόμημα φτιαγμένο από σκατά και χώμα, κάποιου τα περιττώματα και την πρώτη ύλη όλων, το μάγμα που απαρτίζει το είδος σάπιζε στον έξω κόσμο. Μέσα στο δεκατρία της οδού Σεβτσένκο έλαμπε ο ήλιος, γελούσε στα γαλάζια του μάτια, γύρω από το στόμα του διαγραφόταν η πρώτη σπειροειδής έλικα και ο Μάιρμπεκ στο μεταίχμιο να ζυγιάζει το «είναι» του πάνω στην λεπίδα ενός επιβεβλημένου «υπομένω».

«Σε είδε κανείς;»

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Είσαι σίγουρος;»

Ξανά. Το ίδιο αρνητικά.

Ο Ολκαζάρ του χαμογέλασε και τον τράβηξε κοντά του, έπεσε μέσα στα χέρια του, ήταν μικροκαμωμένος και ο Μάιρμπεκ ευρύστερνος, όπως και ο πατέρας του. Τρύπωσε στο στήθος του και μύρισε τον λαιμό του.

«Ω Θεέ μου, μου έλειψες τόσο…»

Τον ένοιωσε να τραντάζεται από έναν λυγμό. Έσφιξε ακόμα περισσότερο την αγκαλιά του.

«Είναι πολλές δεκαπέντε μέρες, ψυχή μου, αγάπη μου» απάντησε ο Μάιρμπεκ. «Κάθε λεπτό αντί να με φέρνει πιο κοντά σου με οδηγούσε ένα βήμα πιο κοντά στην τρέλα. Μ’ ακούς; Στην τρέλα.»

Ο Ολκαζάρ σήκωσε το πρόσωπο του. Το βλέμμα του ήταν μονόδρομος, έσκυψε και τον φίλησε, τον εξαφάνισε μέσα στα χνώτα του, εξαφανίστηκε κι αυτός μέσα στην γεύση του, τίποτα δεν είχε σημασία εκείνη την στιγμή, ούτε η μάνα, ούτε ο σκατόγερος, ούτε οι μπάτσοι, ούτε ο γαμιόλης ο Καντίρωφ, ούτε τίποτα πέρα από το δέρμα του, την ανάσα του, το κορμί του.

Τράβηξε λίγο το στόμα τόσο όσο να μπορεί να μιλήσει.

«Ξυρίστηκες», μουρμούρισε.

«Για σένα.»

«Σε προτιμούσα αξύριστο» του απάντησε και του τράβηξε το μπλουζάκι. «Με καυλώνεις περισσότερο αξύριστος.»

Ο Ολκαζάρ γέλασε.

«Ανώμαλε…»

Έμειναν γυμνοί μέσα στο σκυφτό καθιστικό, μια μάζα από μύες και κόκαλα που χόρευε γύρω από κάτι ξεχασμένες ηλιαχτίδες, κάτι αρχαία απομεινάρια της πρώτης ύλης σε μια ασθενική απόπειρα να φωτίσουν τον αγώνα τους, την σκληρή ερωτική τους μάχης, το αιματοκύλισμα της ηδονής που κάποιος πάντα προσφέρει περισσότερο και κάποιος πασχίζει να ρουφήξει μέχρι το έσχατο ίχνος ακόλαστα, αχόρταγα με άκρατο εγωισμό, αλλιώς δεν είναι έρωτας, όχι, δεν είναι έρωτας. Χωρίς την λαχτάρα του εγωισμού και της παράδοσης, δεν είναι παρά ένα ξεπλυμένο ψέμα.

Δεν κράτησε πολύ. Λίγα λεπτά για τον καθένα, μια αιωνιότητα και για τους δύο που τους άφησε ανάλαφρα μπλεγμένους στον βρώμικο καναπέ. Χάιδευαν ο ένας τον άλλο με τα ακροδάχτυλα μέσα στην εύθραυστη σιωπή.

«Δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε», είπε ξαφνικά ο Μάιρμπεκ. Ο Ολκαζάρ έπλεξε τα δάχτυλα του γύρω από την παλάμη του.

«Εγώ θυμάμαι. Κάθε λεπτό», του είπε. Τύλιξε γύρω από την μέση του τα πόδια του και τον φίλησε τρυφερά. «Έχει σημασία;»

«Όχι, νομίζω πως όχι», είπε μέσα από κάποιο όνειρο ο Μάιρμπεκ. «Μου αρκεί που σε έχω.»

Ο Ολκαζάρ σηκώθηκε και φόρεσε τα ρούχα του, μετά έψαξε σε ένα μικρό ντουλάπι πάνω από το ψυγείο, γύρισε και κάθισε στον καναπέ ακουμπώντας μπροστά του ένα μικρό κομμάτι τσαλακωμένου αλουμινόχαρτου. Σηκώθηκε και ο Μάιρμπεκ. Καθώς φορούσε τα δικά του ρούχα, σταμάτησε απότομα. Τον κοίταξε. Καθόταν στον καναπέ και έστριβε χόρτο, με τα καστανά μαλλιά, τα εύθραυστα μέλη, το σκισμένο τζιν και το μπλουζάκι των AC/DC. Και για πρώτη φορά ήταν ξεκάθαρο, ποιος ακριβώς ήταν αυτός ο άντρας. Ήταν ο μόνος καλός λόγος που είχε να συνεχίσει να υπομένει αυτό τον αργό θάνατο.

«Σ’ αγαπάω», του είπε και έσκυψε το κεφάλι. «Σ’ αγαπάω με τρόπο που δεν μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις. Ποτέ δεν θα μπορέσω.»

Ο Ολκαζάρ άναψε το τσιγάρο, πήρε μια βαθιά τζούρα, τον πλησίασε και ανοίγοντας του απαλά το στόμα με το δάχτυλο, κόλλησε τα χείλη του στα δικά του και εξέπνευσε τον βελούδινο καπνό μέσα στα σωθικά του. Τον κοίταξε και χάιδεψε τα μαλλιά του τρυφερά.

«Εσύ και εγώ, είμαστε ένα. Πάντα θα είμαστε. Ίσως ήμασταν από πάντα», του είπε και τον βοήθησε να φορέσει το πουκάμισο του. «Είσαι ο άνθρωπος μου. Ο μοναδικός άνθρωπος μου. Ό,τι κι αν συμβεί, είμαι δικός σου.»

Έμειναν να καπνίζουν αμίλητοι για αρκετή ώρα. Από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονταν μουσικές και ήχος ηλεκτρικής σκούπας. Ρουφούσαν αργά καφέ και χόρτο ακουμπισμένοι ο ένας στο πλευρό του άλλου, βουτηγμένοι στην συντροφικότητα του ηλικιωμένου ζευγαριού, των δεσμών αίματος ή κάποιας παρωχημένης ιπποσύνης.

«Ανησύχησα για σένα», είπε ο Ολκαζάρ.

«Γιατί;»

«Με όλα αυτά. Τον Νικολάι τον μάζεψαν πριν τρεις μέρες. Κουβαλούσε κάτι χάπια είπαν στην μάνα του.»

«Παπάρια! Ο Νικολάι ήταν παρθένα, γαμώ τους μπάτσους, γαμώ! Ούτε τσιγάρο δεν κάπνιζε.»

«Το ξέρω, φως μου.»

«Τότε τι στο διάολο…»

Σηκώθηκε και τον κοίταξε.

«Μην γίνεσαι μωρό, κούκλε μου. Δεν ψάχνουν για ναρκωτικά, το ξέρεις. Να μας ξεκάνουν θέλουν. Είδες τι λένε στο Τουίτερ; «Κάψτε τους ζωντανούς», «καρφώστε τα μαχαίρια των παππούδων σας στις κωλοτρυπίδες τους», «κόψτε τους τ’ αρχίδια και χώστε τα στον λαιμό τους». Κι άλλα τέτοια. Και σε ποιους τα λένε! Στους γονείς μας, αν υπάρχει πούστης Θεός!»

Ο Μάιρμπεκ κούνησε το κεφάλι του και ρούφηξε από το τσιγάρο.

«Πού τον πήγαν, μάθαμε;»

«Κανείς δεν ξέρει. Λένε πως έχουν φτιάξει στρατόπεδο συγκέντρωσης στην παλιά Ταξιαρχία.»

«Σ’ εκείνο το ρημάδι;»

«Λες να σκέφτονται την πολυτέλεια μας;», ρώτησε κάπως ειρωνικά ο Ολκαζάρ. «Κάνουν φριχτά πράγματα εκεί μέσα. Αν ακούσεις ιστορίες…»

«Τίποτα δεν θέλω να ακούσω. Θέλω μόνο να φάω. Θα πάμε έξω ή καλύτερα εδώ;»

«Καλύτερα εδώ αλλά δεν έχω τίποτα», απάντησε ο Ολκαζάρ και σηκώθηκε. Μάζεψε το χόρτο ξανά στο αλουμινόχαρτο και το έχωσε στην τσέπη του παντελονιού του. «Θα πεταχτώ να φέρω. Αυγά και μπύρες;»

«Τέλεια θα είναι. Φέρε και κάτι γλυκό», απάντησε ο Μάιρμπεκ και τον πλησίασε. Του πέταξε ένα φιλί στον λαιμό και του ψιθύρισε «μην αργήσεις».

«Ούτε λεπτό παραπάνω από όσο πρέπει», απάντησε και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

***

Έστρωσε το τραπέζι και περίμενε ακούγοντας την μουσική που ερχόταν από δίπλα. Μισή ώρα μετά η μουσική σταμάτησε. Ακούστηκαν φωνές. Χαρούμενες, γελαστές. Έπειτα σιωπή. Συνεχόμενη. Για ώρα. Διέσχιζε το μικρό καθιστικό ξανά και ξανά, ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε άλλο μέχρι που έπεσε ο ήλιος. Το σκοτάδι τον βρήκε τσακισμένο στον καναπέ, στα όρια της τρέλας. Δεν υπήρχε ελπίδα, μόνο τρομαχτικά δεδομένα. Έπρεπε να φύγει, είχε ήδη αργήσει. Όμως, να πάει πού; Να κάνει τι;

Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Κατέβασε το παντελόνι και κάθισε στην λεκάνη. Εκεί, μέσα στο στενό δωμάτιο ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν άκουσε τα αυτοκίνητα που σταμάτησαν έξω από το συγκρότημα. Χαμένος μέσα στη παραζάλη του φόβου, δεν άκουσε τις ομιλίες έξω από την πόρτα. Μόλις την έσπασαν όλοι οι μηχανισμοί αυτοσυντήρησης λειτούργησαν ακαριαία.

«Ψάξτε το», τους άκουσε να λένε. «Γρήγορα και καλά. Οι πούστηδες κρατάνε ημερολόγια, έχουν σκονάκια. Θα βρούμε κι άλλους».

Μέσα στον πανικό που επικράτησε μετά την εισβολή, πρόλαβε και κλείδωσε την πόρτα. Τους άκουγε που προσπαθούσαν να την σπάσουν. Έβγαλε τα ρούχα του και τα τύλιξε γύρω από το χέρι του. Με μια κοφτή κίνηση έσπασε το τζάμι του φωταγωγού και σκαρφάλωσε πάνω στην λεκάνη. Ούτε που κατάλαβε πώς χτύπησε το κεφάλι του πάνω στο περβάζι με το σπασμένο τζάμι. Πήδηξε στον δρόμο με το εσώρουχο, τα ρούχα στα χέρια, το αίμα να κυλάει στο μέτωπο του και τα πόδια του χτυπημένα από την προσπάθεια. Γλίστρησε στις λάσπες, σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει μέσα από τις αυλές και τα δέντρα, μακριά από τους δρόμους όσο μπορούσε, όσο άντεχε μέσα στην νύχτα.

Μέχρι να φτάσει σπίτι του, ήταν πια μεσάνυχτα. Του άνοιξε η μητέρα του. Του μιλούσε και έκλαιγε και τον αγκάλιαζε.

«Ασ’ τον μωρή ηλίθια», φώναξε ο πατέρας του, τον τράβηξε από τα μαλλιά και τον πέταξε στον καναπέ.

«Πού ήσουν όλη μέρα, ρε αρχίδι;»

***

Ο Ολκαζάρ άνοιξε τα μάτια του, δίπλα του καθόταν με το πρόσωπο μέσα στα χέρια ένας άντρας που δεν γνώριζε. Πονούσε φριχτά, τον είχαν χτυπήσει άσχημα. Δύο τύποι με στολή εργασίας τον είχαν σταματήσει στον δρόμο.

«Για που το έβαλες, κούκλα μου;»

«Γιατί είσαι τόσο βιαστική;»

Τον έγδυσαν εκεί, στην μέση του δρόμου. Όταν βρήκαν το χόρτο πάνω του, άρχισαν να τον χτυπάνε με λοστούς και να τον βρίζουν. Κανείς δεν στάθηκε να δει. Κανείς δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Δεκάδες άνθρωποι προσπέρασαν αλλάζοντας πεζοδρόμιο, χωρίς ένας να πει μια κουβέντα.

Τον ρωτούσαν για τους άλλους. Ζητούσαν ονόματα, διευθύνσεις. Όταν κατάλαβαν πως δεν είχε σκοπό να μιλήσει τον πέταξαν σε ένα φορτηγάκι.

«Μην το παίζεις δύσκολη, μωρή σκύλα. Όλες κελαηδάτε στο τέλος», τους θυμόταν να λένε πριν βάλουν μπρος την μηχανή. Έπειτα κατέρρευσε.

Σηκώθηκε και ακούμπησε τον διπλανό του.

«Πού είμαστε;»

Εκείνος δεν απάντησε.

«Ποιος είσαι;», επέμεινε. «Μ’ ακούς;»

Ο ξένος άρχισε να τρέμει. Ένα σιγανό γουργούρισμα βγήκε από το στόμα του που δυνάμωνε όλο και περισσότερο μέχρι που έγινε κραυγή και διαπέρασε το κορμί του Ολκαζάρ.

«Να χαρείς», του είπε, «ηρέμησε. Πρέπει να ηρεμήσεις. Ξέρεις που είμαστε;»

Ο ξένος σήκωσε το κεφάλι. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο πληγές, παραμορφωμένο από τα χτυπήματα. Γύρισε και τον κοίταξε.

«Στην κόλαση είμαστε.»

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε, δύο άντρες με στολή εργασίας μπήκαν μέσα. Στα πρόσωπα τους φορούσαν μαντήλια έτσι που μόνο τα μάτια τους φαίνονταν.

«Τα λέτε, κορίτσια;» ρώτησε ο ένας ειρωνικά. «Σήκω ρε σκύλε, έφτασε η σειρά σου».

Άρπαξαν τον Ολκαζάρ και τον έσυραν έξω από το δωμάτιο ενώ ο ξένος συνέχιζε το κλάμα του πιο δυνατά, πιο τσακισμένα. Επειδή ήξερε πού τον πάνε, τι γυρεύουν. Και τι ακριβώς θα συμβεί.

Τον έβαλαν να κάτσει σε μια καρέκλα. Ζητούσαν ονόματα. Με κάθε άρνηση τον χτυπούσαν. Ο Ολκαζάρ δεν μιλούσε. Μετά πήραν σιδερογραθιές. Του έσπασαν την μύτη, ένας τον χτύπησε στο στόμα κάνοντας το ένα ματωμένο κουβάρι.

«Μην τον χτυπάς τόσο πολύ» άκουσε μια φωνή από κάποια σκοτεινά βάθη στην άλλη άκρη του δωματίου. «Θα πέσει σε σοκ. Μετά δεν νοιώθουν τον πόνο. Δεν το θέλουμε αυτό.»

Κάποιος τον πλησίασε και έσκυψε πάνω από το πρόσωπο του. Δεν έβλεπε, το φως και το αίμα τον είχαν τυφλώσει.

«Το ξέρω πως ακούς ρε πουσταριό. Το ξέρω. Όπως ξέρω και ότι δεν θα αφήσω ούτε έναν από εσάς ζωντανό εκεί έξω. Θα μου πεις τρία ονόματα, θα τους φέρω εδώ κι αυτοί θα μου πουν ο καθένας αλλά τρία ονόματα και εκείνοι το ίδιο και ξανά και ξανά. Μέχρι να μην μείνει ούτε ένας από εσάς τους ανώμαλους εκεί έξω. Ούτε ένας.»

Τον άκουσε να περπατάει μακριά του.

«Γδύστε τον.»

Του έσκισαν τα ρούχα και τον πέταξαν στο πάτωμα.

«Στα τέσσερα, σκύλα.»

Ο Ολκαζάρ δεν κουνήθηκε. Οι μπότες τους καρφώθηκαν στην κοιλιά του ξανά και ξανά.

«Είπα, στα τέσσερα. Μην μου κάνεις την δύσκολη.»

Τον άρπαξαν και τον γονάτισαν. Έδεσαν τα χέρια του πίσω από την πλάτη. Το πρόσωπο του τριβόταν πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα. Άνοιξε τα μάτια και προσπάθησε να τους κοιτάξει. Δεν τα κατάφερε. Τα έκλεισε ξανά. Τουλάχιστον πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα, στα όρια της τρέλας, μπορούσε να δει εκείνον, τον Μάιρμπεκ να του γελάει, τον Μάιρμπεκ να του μιλάει, να φιλάει τον λαιμό του, να καπνίζει, να ντύνεται, να ανασαίνει. Χαμογέλασε. Έπειτα άκουσε την μεταλλική κλαγγή του σωλήνα.

«Σου ‘χω ένα δώρο. Τέτοια κόλπα δεν γουστάρετε εσείς μεταξύ σας;»

Έπεσαν πάνω του δύο άντρες και τον ακινητοποίησαν.

«Σταματήστε», ψιθύρισε.

«Για να σε δω τώρα. Πόσο καλά ξέρεις να τον παίρνεις.»

Έχωσε τον σωλήνα μέσα του. Τα ουρλιαχτά του αντήχησαν σε όλο το κτήριο.

«Μίλα», είπε ατάραχος και έσπρωξε πιο βαθιά τον σωλήνα. «Ποιος είναι ο γαμιάς σου. Καλή δουλειά έχει κάνει.»

«ΨΩΦΑ ΚΑΡΓΙΟΛΗ!»

Συνέχισε. Τον έστριβε και τον έσπρωχνε πιο βαθιά μέσα του, ένοιωσε το αίμα να κυλάει στα πόδια του. Ο Ολκαζάρ ήξερε πως δεν υπήρχε ελπίδα. Τους είδε να φέρνουν καλώδια με γυμνές άκρες. Τα πέρασαν μέσα από τον σωλήνα μέχρι που τα ένοιωσε να τρυπάνε το έντερο του. Καμιά ελπίδα. Μόνο θάνατος. Πίεσε τον εαυτό του να κρατήσει τα μάτια κλειστά, να κοιτάζει μόνο εκείνον και όλα τα χίλια του χαμόγελα. Τράβηξαν την σωλήνα. Έμεινε μέσα του μόνο το καλώδιο.

«Δώσε μου τρία ονόματα και όλο αυτό, θα τελειώσει τώρα. Θα πας ξανά σπίτι σου, γύρνα και στον γαμιά σου άμα σου κάνει κέφι, δεν με νοιάζει. Αμφιβάλω αν θα του κάνεις τώρα πια έτσι που σε ανοίξαμε. Δώσε τα ονόματα, να τελειώνουμε.»

Ο Ολκαζάρ άρχισε να γελάει.

«Αν υπάρχει κάτι όμορφο ακόμα ζωντανό στον κόσμο, είναι εκείνος. Και εκείνον, δεν θα σου τον δώσω ποτέ. Οι υπόλοιποι, μπορούμε να πάμε να γαμηθούμε. Εκείνος όμως, εκείνος… πρέπει να ζήσει.»

Γύρισαν τον διακόπτη, το σώμα του κύρτωσε και άρχισε να τρέμει, η μυρωδιά της καμένης σάρκας του γέμισε το δωμάτιο. Άφησαν το ρεύμα να τον διαπερνάει μέχρι να χαθεί από το κορμί του και ο τελευταίος σπασμός. Τον έσυραν έξω και τον πέταξαν στον διάδρομο. Μετά έφεραν τον επόμενο.

***

«ΛΩΜΑ! ΛΩΜΑ! ΛΩΜΑ!»

Έπεσε πάνω στο άψυχο σώμα, τα χέρια της γέμισαν αίμα, τα ρούχα της το ίδιο, τον τραβούσε και προσπαθούσε να τον σηκώσει. Γύρισε και τον κοίταξε, γονατισμένη ακόμα πάνω από τον νεκρό άντρα. Δεν μίλησε. Ό, τι είχε να του πει το είδε ζωγραφισμένο στα μάτια της.

Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην νύχτα. Περπάτησε μέχρι το ξημέρωμα κι όταν έφτασε έξω από το ερείπιο κοίταξε προς την είσοδο. Ένας άντρας με φόρμα στεκόταν στα σκαλιά και κάπνιζε. Τον πλησίασε. Μόλις τον αντιλήφθηκε πέταξε το τσιγάρο του και έφερε τα χέρια στην μέση.

«Για πού το έβαλες, ρε αλήτη;» ρώτησε και τον έκοψε από πάνω ως κάτω. Τον πέρασε για τρελό. «Από το Άσυλο Σαμάζκι το έσκασες; Μην κουνιέσαι. Πες μου το όνομα σου.»

Δεν του απάντησε. Πλησίασε ακόμα περισσότερο, ήταν λίγα βήματα μακριά.

«Μην κουνιέσαι! Ποιος είσαι; Μίλα!» φώναξε ο φρουρός, έφερε το χέρι πίσω από την μέση και τράβηξε το υπηρεσιακό του όπλο. Τον σημάδευε κατευθείαν στο κεφάλι. «Μην κουνιέσαι ρε μαλάκα. Θα σε καθαρίσω!»

Υπάκουσε. Κοίταξε τον φρουρό μέσα στα μάτια.

«Ποιος είσαι, ρε μπάσταρδε;»

«Είμαι ο Μάιρμπεκ Ντμίτρωφ, γιος του Λώμα Ντμίτρωφ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών», απάντησε και έκανε μια παύση. Πήρε βαθιά ανάσα, μύρισε την νύχτα, μύρισε τα ίχνη της μέρας, το κάτουρο των δασών και των ανθρώπων. Χαμογέλασε. «Και είμαι πούστης.»

Το χέρι έμεινε για λίγο τεντωμένο. Μετά τα δάχτυλα έκλεισαν αργά, ο κρότος διαπέρασε την σκυφτή πόλη, το σώμα έπεσε στο πεζοδρόμιο, η νύχτα χάθηκε αφήνοντας πίσω μόνο τις σκιές της. Πάνω από την πόλη πρόβαλε ένας βασανιστικός ήλιος. Μία ακόμα μέρα για τους παράνομους του Γκρόζνυ. Ένας λιγότερος παράνομος.


Από το 2017 έχει ξεκινήσει

επιχείρηση «εθνοκάθαρσης» στην Τσετσενία.

Στόχος της επιχείρησης είναι οι ομοφυλόφιλοι.

Εκατοντάδες άνθρωποι έχουν απαχθεί.

Δεκάδες έχουν θανατωθεί.

Λειτουργούν τρία στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το Κρεμλίνο είναι ενήμερο και τηρεί σιγή ιχθύος.

*

Σε 49 χώρες είναι παράνομο να είσαι ομοφυλόφιλος.

Σε 10 από αυτές το πληρώνεις με την ζωή σου.

Η Τσετσενία, επισήμως, δεν είναι μία από αυτές.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Φάκελος Τσετσενία: Οι μαρτυρίες των gay θυμάτων που σοκάρουν

Chechen Authorities Arresting and Killing Gay Men, Russian Paper Says (Ν.Υ.Τ.)

LGBT rights in Chechnya (Wikipedia)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΓΚΡΟΖΝΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αέναη κίνηση

Για την αυτονομία και τη χειραφέτηση

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close