ΤΕΡΜΙΤΟΦΩΛΙΑ

 

Untitled-1

Έλεγε ωραία εκείνο το παραμύθι η γιαγιά. Ένα μόνο, πάντα το ίδιο. Ερχόταν συχνά, με έπαιρνε στον βοσκότοπο και με τα μάτια μία να κοιτάνε τις κατσίκες καθώς έτρωγαν το ξερό χορτάρι και τα φύλλα της σημύδας και μία εμένα καθισμένη στην πέτρα, μου έλεγε τις ιστορίες της. Την θυμάμαι σαν τώρα, τα χέρια της έφτιαχναν σφαίρες και τα χείλη μιλούσαν ασταμάτητα για το μόνο παραμύθι που αξίζει  να ακούσει ένα κορίτσι -έτσι μου έλεγε  η γιαγιά- και ξεκινούσε πάντα με μια βαθιά ανάσα να μου λέει για το πώς ο Αμά* έφτιαξε τον κόσμο και τον ουρανό και την γη πρώτα απ’ όλα και πώς ζούσε τότε ολομόναχος πάνω στο κόκκινο χώμα.

«Ολομόναχος, γιαγιά;»

Εκείνη κουνούσε το κεφάλι.

«Όμως δεν άντεξε για πολύ την μοναξιά του, κανείς δεν την αντέχει την μοναξιά, να το θυμάσαι αυτό αργότερα, τώρα είσαι μικρή ακόμα Καντίντια κοριτσάκι μου και δεν σε νοιάζουν αυτά τα πράγματα, σε νοιάζει να παίζεις και να τρως. Η μοναξιά όμως τρώει περισσότερο από τον πεινασμένο, να το ξέρεις μικρή μου Καντίντια, όταν θα φτάσει η ώρα να γίνεις γυναίκα, αυτό να σκέφτεσαι.»

«Και τι έκανε ο Αμά για να μην είναι μονός;»

«Έφτιαξε τους ανθρώπους. Μα για να τους φτιάξει, χρειαζόταν μία σύζυγο. Κι αφού δεν υπήρχε άλλο πλάσμα που να μπορεί να του χαρίσει απογόνους, έκανε την γη γυναίκα του.»

«Κι έτσι έγιναν οι άνθρωποι;»

«Έτσι έλεγαν οι παλιοί. Έπειτα ήρθε ο Αλάχ και ο Ιμάμης μας έμαθε άλλες ιστορίες.»

Την κοιτούσα μέσα στα μάτια, σ’ ολόκληρο το Μαλί, εκείνη η γυναίκα μου φαινόταν η σοφότερη, περισσότερο και από τον πατέρα, την μητέρα, τον Ιμάμη όλων των Μπαμανά*, τον Αλάχ τον ίδιο. Ήταν Φορζερόν* η γιαγιά, ήξερε το σίδερο και όλοι την εκτιμούσαν. Εξιζέρ* δεν έγινε ποτέ, παρά την πλούσια αμοιβή κι ας είχε το δικαίωμα. Δεν είχε σταθερό χέρι, έλεγε.

«Όμως, ο Αμά συνάντησε ένα τεράστιο πρόβλημα όταν προσπάθησε να ζευγαρώσει με την γη. Την βρήκε, τον καιρό εκείνο, γεμάτη τερμιτοφωλιές και δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Έπρεπε πρώτα να ξεριζώσει, να κόψει τις τερμιτοφωλιές και να την καθαρίσει. Αφού τα κατάφερε, έβαλε τον σπόρο του στα σωθικά της. Κι έτσι έγιναν οι άνθρωποι. Από μία καθαρή γυναίκα. Καμιά δεν γεννιέται καθαρή, κοριτσάκι μου Καντίντια. Και για να γίνεις γυναίκα, θα πρέπει και εσύ να καθαριστείς. Αυτό πρέπει να κάνεις για να φυτέψει ένας άντρας μέσα σου τον σπόρο του ανθρώπου και να κάνεις παιδιά.»

«Πώς;»

«Με τον ίδιο τρόπο που καθάρισαν και εμένα και την μητέρα σου και κάθε γυναίκα.»

«Κι αν δεν καθαρίσω; Αν μείνω βρώμικη;»

«Η μοναξιά τρώει, αυτό να θυμάσαι.»

«Πονάει;»

«Τρεις φορές πονάει η αγάπη: Μία όταν σε κόβουν, μία όταν παντρεύεσαι και μία πάνω στην γέννα*. Είμαστε φτιαγμένες να  αντέχουμε και στις τρεις.»

Την πρώτη φορά που άκουσα αυτό το παραμύθι ήμουν πολύ μικρή, πριν πάω σχολείο. Δεν είπα τίποτα. Όμως το άκουσα τόσες πολλές φορές όσο ήμουν παιδί που σιγά- σιγά, όταν έφτανε η γιαγιά την ιστορία στο σημείο που ο Αμά καθαρίζει την γη από τις τερμιτοφωλιές μου ερχόταν το χαμόγελο στα χείλη και περίμενα πότε θα έρθει η σειρά μου να γίνω και εγώ γυναίκα.

Αύριο θα βάλω τα λευκά. Μου είπαν θα φάμε κρέας, πιλάφι και ψάρι. Θα ‘χει και όργανα και τραγούδια. Θα είμαστε είκοσι. Εγώ είμαι η μικρότερη, είμαι τυχερή. Η Μπίντου έπρεπε να περιμένει μέχρι τα δώδεκα για να γίνει γυναίκα. Εγώ δεν είμαι ούτε εννιά.

*Αμά: Αρχέγονος θεός των λαών της Αφρικής. *Μπαμανά: Φυλή του Μαλί *Φορζερόν: Η κάστα των σιδηρουργών του Μαλί. *Εξιζέρ: Η γυραιά που αναλαμβάνει την τελετή ενηλικίωσης των μικρών κοριτσιών. Ευυπόληπτη και ακριβοπληρωμένη. *»τρεις φορές…»: Παλιό αφρικάνικο γνωμικό

***

Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και περιμένω να ξημερώσει, να βγει το πρώτο- πρώτο φως, δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου. Στριφογυρίζω στα στρωσίδια μου, κοιτάζω προς το σπίτι της Μπίντου απέναντι. Και εκείνη δεν μπορεί να κοιμηθεί, είμαι σίγουρη.

«Θα γίνουμε γυναίκες μαζί! Μαζί! Μαζί!»

Φωνάζαμε λες και μας είχαν πιάσει τα κακά πνεύματα μέσα στο σχολείο. Ο Σαλίφ πέρασε και με μάλωσε, στα ψέματα νομίζω γιατί τον είδα που κρυφογελούσε. Ο παλιάνθρωπος! Θέλει πάντα να μου χαλάει την χαρά επειδή είναι λίγο μεγαλύτερος. Και επειδή ζηλεύει! Γυναίκα θα γίνω μόνο εγώ! Για μένα και την Μπίντου και τις άλλες θα παίζουν τα όργανα τους! Απαίσιε Σαλίφ. Κοιμάται τώρα δίπλα μου, ροχαλίζει σαν γριά αγελάδα. Θέλω να ‘ναι από μια μεριά να με δει όταν θα φτάσει η σειρά μου. Η μητέρα μου είπε να είμαι γενναία, να μην φοβηθώ. Να μην κλάψω, να μην φωνάξω και φέρω τον δαίμονα της ντροπής στην φατρία μου. Ο Σαλίφ γελούσε και με κορόιδευε όταν τα έλεγε αυτά η μητέρα. Μα θα δει. Μόνο να είναι από μια μεριά. Είπε πως θα είναι.

***

Ο πατέρας έρχεται επιτέλους! Φοράει το κίτρινο τουνίκ του όπως πάντα όταν έχει δουλειές στο Μπαμάκο κι από κάτω είχε στραβά τα πετά του σακακιού. Παντελόνι δεν έχει αλλάξει, φοραει του σιδεράδικου ακόμα από το πρωί. Με το που τον βλέπω από το παράθυρο τρέχω να τον συναντήσω, τον τόπο σηκωνω να φτάσω πρώτη στην πόρτα, γεμίζουν χώματα ως και τα μαλλιά μου. Πέφτω πάνω του μόλις μπαίνει. Με μαλώνει.

«Τι κάνεις εδώ; Νύχτα είναι Καντίντια. Γρήγορα ξάπλωσε, αύριο είναι η μεγάλη μέρα.»

«Μα, πατέρα…»

Προσπαθώ να του εξηγήσω πως δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια μου, ρωτάω αν θα μπορούσα να φορέσω τα λευκά, έτσι, για να με δει και να γελάσουμε. Με αποπαίρνει και με στέλνει πίσω στο κρεβάτι εγώ όμως κρύβομαι να παραφυλάω πίσω από το δοκάρι. Θέλω να ακούσω.

Η μητέρα πλένει το ρύζι σε μια λεκάνη που είχαμε φτιάξει με την γιαγιά από νεροκολοκύθα.

«Γύρισες Ντρισά;» την ακούω να ρωτάει. Ακούω τις πατημασιές του πάνω στο χώμα και το θρόισμα του τουνίκ όπως το βγάζει προσεκτικά.

«Γύρισα, ναι».

«Ακούγεσαι κουρασμένος. Έφαγες;»

«Έφαγα.»

Πλησιάζω λίγο το άνοιγμα του δωματίου και στέκομαι στα πόδια του Σαλίφ για να τους βλέπω. Ο πατέρας τρίβει το πρόσωπο του καθισμένος στην καρέκλα. Ζητάει νερό για να πλυθεί. Η μητέρα του δείχνει την λεκάνη με το ρύζι.

«Δεν έχουμε δεύτερη;»

«Ξεχνάς Ντρισά; Την δώσαμε στην Εξιζέρ για αύριο, να φτιάξει το φάρμακο.»

Τον βλέπω να σκύβει. Πόσο κουρασμένος ο πατέρας… Πόσο σκληρός και βρώμικος και σκυφτός μου φαίνεται.

«Τα κανόνισες όλα, άντρα μου;»

«Όλα, Ασσιτάν.»

«Πέρασες κι από τους Φορζερόν; Βρήκες την γριά;»

«Κι αυτό το έκανα.»

«Την πλήρωσες;»

«Όσα ζήτησε. Τα μισά. Τα υπόλοιπα, λέει, στη γιορτή του Φίρι Φίρι Μπο*.»

«Και ο τόπος; Έτοιμος;»

«Όλα, Ασσιτάν, όπως τα είπαμε και όπως είναι η παράδοση μας, σταμάτα να με ρωτάς.»

Η μητέρα συνεχίζει να καθαρίζει το ρύζι. Το βουτάει στην λεκάνη της νεροκολοκύθας, το πιάνει με τις χούφτες και το στραγγίζει, μετά το βάζει σε μια κατσαρόλα. Όταν τελειώνει, το ρίχνει ξανά όλο μέσα στην λεκάνη και ξεκινάει πάλι τα ίδια. Όση ώρα στέκεται εκεί, έχει την πλάτη γυρισμένη στον πατέρα που κάθεται στην καρέκλα με τα χέρια κρεμασμένα ανάμεσα στα πόδια του. Δίπλα του καίει το λυχνάρι, δίπλα στην μητέρα η λάμπα όμως της τελειώνει το λάδι κι όλο τρεμοπαίζει  η φλόγα. Μένω εκεί να τους κοιτάω που κάθονται αμίλητοι. Δεν το συνηθίζουν. Η μητέρα είχε πάντα κάτι να πει. Κι αν δεν είχε, έλεγε κάτι παλιότερο. Αν ήθελε να είναι ήρεμο το βράδυ μιλούσε για τον Σαλίφ. Κάποιες φορές μιλούσε για εμένα, αλλά νομίζω ότι το έκανε γιατί είχε βαρεθεί τα κόλπα του Σαλίφ. Ή γιατί είχε βαρεθεί την ηρεμία.

Τελείωσε για μια φορά ακόμα το ρύζι και καθώς το ρίχνει πίσω στην λεκάνη βάζει τα κλάματα. Σφίγγεται το στομάχι μου. Δεν την βλέπω να κλαίει όμως την ακούω, όπως και τα άλλα βράδια, να κλαίει με το παράπονο της.

Ο πατέρας την πλησιάζει.

«Τι έπαθες;» την ρώτησε.

«Πονάει Ντρισάν. Πονάει πολύ. Εγώ θυμάμαι…»

«Σσσς» κάνει ο πατέρας και της κλείνει το στόμα με το χέρι. «Και η γέννα πονάει αλλά δεν είναι λόγος αυτός για να μην κάνουμε παιδιά.»

Η μητέρα πέφτει μέσα στα χέρια του. Είναι όμορφη η μητέρα, εχει ένα τουρμπάνι με κόκκινους ιβίσκους στο κεφάλι και τα μπράτσα γυμνά. Φοράει το παλιό φόρεμα με τις πορτοκάλι ρίγες. Μοιάζει με βασίλισσα η μητέρα με αυτό το φόρεμα. Μεγάλη, όμορφη γυναίκα.

«Της μίλησες; Της είπες να μην κλάψει; Να μην φωνάξει; Να δεχθεί ό,τι πρέπει να γίνει σιωπηλά;»

«Της είπα όσα μπορούσα. Ό,τι άλλο είναι να δει, θα το δει εκεί.»

Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός και μετά λέει κουνώντας το κεφάλι, «είναι καλό παιδί, δυνατό. Μας αγαπάει. Όλα σωστά θα τα κάνει.»

«Εκτός και αν δεν της επιτρέψουμε να το κάνει.»

«Μην λες τέτοιες ανοησίες» ακούω τον πατέρα να της ψιθυρίζει. «Καλή μου Ασσιτάν, αυτή είναι η παράδοση μας. Δεν θα την θέλει κάνεις για γυναίκα του.»

«Μα, γιατί; Γιατί;»

Ο πατέρας μένει για λίγο σιωπηλός.

«Γιατί αλλιώς, είναι βρώμικη…»

«Όχι, Ντρισάν, όχι!»

«Είναι ακόρεστη η πείνα της γυναίκας…»

«Όχι!»

«Δεν είναι αξιόπιστη…»

«Μα, είναι!»

«Είναι τρομαχτική η όψη της. Σκοτώνει την επιθυμία…»

«Είναι τρέλα…»

«Ασσιτάν;» της πήρε το πρόσωπο στα χέρια. «Δεν θα την θέλει κάνεις, καταλαβαίνεις; Δεν θα παντρευτεί. Δεν θα πλαγιάσει μαζί της άντρας. Δεν θα γίνει μητέρα κανενός. Καταλαβαίνεις; Θα την φάει η μοναξιά της.»

 Εκείνη κλαίει ακόμα αν και κουνάει το κεφάλι της.

«Αν ήταν Ντογκόν*; Θα ήταν άραγε αυτά που λες αλήθεια;» σηκώνει τα μάτια και τον κοιτάει. Μαύρα, μεγάλα, γυαλιστερά μάτια.

«Δεν είμαστε Ντογκόν.»

«Οι Ντογκόν δεν το κάνουν πια.»

«Το ξέρω.»

«Ο αρχηγός τους, το απαγορεύει κι ας λέει ο Ιμάμης ό,τι θέλει.»

«Όμως, Ντογκόν δεν είμαστε.»

Εκείνη γυρίζει ξανά προς το ρύζι.

«Οι Ντογκόν δεν το κάνουν πια…» την ακούω να μουρμουρίζει κλαμένα και να ξεπλένει ξανά το ρύζι.

«Δεν είμαστε Ντογκόν, Ασσιτάν. Μπαμανά είμαστε. Κι αυτός είναι ο τρόπος μας.»

«Ας ήμασταν.»

*Φίρι Φίρι Μπο: Εθιμοτυπικός εορτασμός της ολοκλήρωσης ενηλικίωσης των κοριτσιών. Συμβαίνει εφτά ημέρες μετά την έναρξη της τελετής ενηλικίωσης. Μόνο τότε τα κορίτσια επιστρέφουν στις οικογένειες και επιτρέπετε να αλλάξουν τα τελετουργικά ρούχα. *Ντογκόν: Φυλή του Μαλί

***

Προς την κοιλάδα βλέπω το πρώτο φως, έφτασε πια η μέρα μου! Η μητέρα με πλησιάζει, φοράει ακόμα εκείνο το φόρεμα. Μου χαμογελάει.

«Σήκω Καντίντια, λουλούδι μου», λέει και απλώνει το χέρι στα μαλλιά μου. «Είσαι γεμάτη χώματα. Πώς θα βάλεις έτσι τα λευκά σου; Σήκω να πάμε στο ποτάμι.»

Δεν μπορώ να σταματήσω να της γελάω.

«Εσύ λάμπεις! Τόσο χαρούμενη είσαι;»

«Πότε θα γίνει, μητέρα;»

Την βλέπω. Σκοτεινιάζει. Σοβαρεύει.

«Σήμερα θα σας ετοιμάσουμε και θα σας γλεντήσουμε. Με την επόμενη αυγή η Εξιζέρ θα σε φροντίσει. Όπως τα έχουμε πει. Εφτά μέρες θα μείνεις αλλού μαζί με τα υπόλοιπα κορίτσια. Όλες θα φοράτε τα λευκά σας. Και μετά… μετά λουλούδι μου, θα φτιάξουμε γιορτή μεγάλη και θα γυρίσεις κοντά μας το Φίρι Φίρι Μπο. Μα, τα είπαμε αυτά. Σήκω τώρα να πλυθείς. Σε λίγο θα έρθουν οι γυναίκες για τον χορό. Πρέπει να είσαι έτοιμη.»

Πετάγομαι από τα στρωσίδια, πατάω ξυπόλητη. Είναι απαλό και δροσερό το χώμα των Μπαμανά το πρωί. Η γιαγιά λέει πως το χώμα και η γυναίκα είναι πιο γόνιμα το πρωί. Αν είναι να σπείρει ο αγρότης, καλύτερα να το κάνει με το πρώτο φως. Όλα είναι πιο καθαρά στο πρώτο φως.

Μου δίνει το χέρι και την ακολουθώ. Ο πατέρας έφυγε νωρίς, τον είδα από το παράθυρο. Περπατάει αθόρυβα μην ξυπνήσει τον Σαλίφ. Ακόμα ροχαλίζει. Περνάω δίπλα του και του τσιμπάω στα κρυφά την γάμπα. Εκείνος μουγκρίζει και γυρίζει πλευρό. Δεν ξύπνησε ο παλιάνθρωπος.

Είναι μπροστά μου, ακολουθεί το μονοπάτι για το ποτάμι. Το ξέρω αυτό το μονοπάτι πολύ καλά. Τρεις φορές την μέρα φέρνω το νερό. Η μητέρα λέει πως είναι καλή η χρονιά για το νερό. Έβρεξε και έχει αρκετό για όλο το χωριό.

Κοιτάζω τα ζώα που τρώνε κάτι λίγα χόρτα δίπλα στους θάμνους. Είναι ωραίο το πράσινο πάνω στο κόκκινο χώμα.

«Μαμά;»

«Πες μου Καντίντια.»

«Στο Φίρι Φίρι Μπο που θα βγάλω τα λευκά και θα βάλω ρούχα γυναίκας, θα μου φέρεις ένα κοκκινοπράσινο τουρμπάνι;»

Σταματάει μπροστά μου. Μου χαμογελάει πάλι.

«Σε εφτά μέρες; Πώς θα προλάβω;»

«Δεν είναι λίγες εφτά μέρες…»

Με χαϊδεύει πάλι.

«Αυτό το χαμόγελο σου!» λέει και γελάει. «Θα πω στον πατέρα να σου βρει ένα ωραίο από το Μπαμάκο, εντάξει;»

Χοροπηδάω και φωνάζω.

«Έλα τώρα, πάμε μην αργήσουμε.»

Όσο περπατάμε δεν λέμε άλλη κουβέντα, όμως την νοιώθω μπροστά μου σφιγμένη και σοβαρή. Δεν μου αρέσει όταν είναι έτσι η μητέρα. Συνήθως γελάει η μητέρα, περπατάει λυγίζοντας την μέση και χτυπάει τα χέρια της τραγουδώντας. Σήμερα είναι πολύ σιωπηλή.

Φτάσαμε. Με βοηθάει να βγάλω τα ρούχα μου.

«Σε άκουσα να κλαις το βράδυ» λέω. Δεν ήθελα να της το πω αλλά όπως είναι έτσι σοβαρή με κάνει να σκέφτομαι άσχημα πράγματα. Με κοιτάει μέσα στα μάτια, νομίζω θέλει πάλι να κλάψει.

«Είσαι μια πονηρή ύαινα» λέει και χαμογελάει. Ψεύτικα χαμογελάει γιατί τα μάτια της ακόμα θέλουν να κλάψουν. «Δεν κοιμόσουν;»

«Δεν μπορούσα, αφού το ξέρεις. Εσύ τότε μπορούσες;»

Πάλι ταξιδεύει, την βλέπω. Έχει εκείνο το ύφος, συχνότερα πριν το ηλιοβασίλεμα όπως τυλίγει τα ρούχα και μουρμουρίζει, ίδιο με τώρα.

«Δίκιο έχεις. Ούτε εγώ μπορούσα να κοιμηθώ.»

«Γιατί έκλαιγες μαμά μου; Φοβάσαι ότι θα κλάψω κι εγώ και θα μας κάνω όλους ρεζίλι; Αυτό είναι; Ακουγόσουν πολύ- πολύ λυπημένη. Μην είσαι. Θα είμαι καλή, όπως μου είπες. Είναι τόση η χαρά μου! Δεν θα σας ντροπιάσω.»

Πάλι κλαίει η μητέρα. Κουλουριάζεται μπροστά μου και τυλίγεται γύρω από τα πόδια μου και όλο κλαίει και μιλάει, με λέει «παιδί της», με λέει «καρδιά της» και σκουπίζει τα μάτια της, γεμίζουν τα χέρια της δάκρυα.

«Από περηφάνια έκλαιγα, Καντίντια λουλούδι μου. Και χθες, όπως και τώρα. Που είσαι γυναίκα χωρίς καμία Εξιζέρ. Δεν χρειάζεσαι Εξιζέρ για να σε κάνει σωστή και καθαρή. Είσαι γεννημένη πιο καθαρή κι από το νερό της βροχής, λουλούδι μου.»

Γεμίζω χαρά από τα λόγια της και την αγκαλιάζω. Έπρεπε να τα πει αυτά μπροστά στον Σαλίφ, να έβλεπα τα μούτρα του κρεμασμένα στο χώμα. Μετά τι θα μου έλεγε, ο σκληρός, ο κακούργος, για να με πειράξει;

«Όμως από αύριο, μητέρα, θα είμαι σαν και εσένα. Σαν και την γιαγιά.»

Με αφήνει. Με ενοχλεί που με αφήνει αλλά τουλάχιστον τώρα χαμογελάει λίγο πιο αληθινά. Δεν έχει άλλο κλάμα στα μάτια της.

«Ναι λουλούδι μου. Έλα τώρα να πλυθείς. Κοίτα το νερό, είναι πολύ. Σου φτάνει ως τον αστράγαλο. Καλό σημάδι αυτό για μια πλούσια ζωή.»

Πατάω το ένα μου πόδι, με γαργαλάει το ποτάμι, βάζω τα γέλια, απλώνω τις χούφτες και πετάω ψηλά το νερό. Όσο περιμένω τις σταγόνες να πέσουν στο πρόσωπο μου με την γλώσσα έξω και τα μάτια κλειστά την ακούω να μου λέει πως σήμερα θα με πλύνει εκείνη.

«Μπορώ μόνη.»

«Το ξέρω, μα το θέλω να το κάνω εγώ. Τελευταία φορά.»

Τρίβει τα χέρια μου απαλά με τα δάχτυλα, φέρνει με την χούφτα νερό και ξεπλένει το πρόσωπο μου, μου λέει γλυκόλογα, μου χαϊδεύει τα μάγουλα, τον λαιμό και το στήθος. Περνάει την πλάτη μου τρυφερά μέσα στην μεγάλη της αγκαλιά, μουσκεύει το φόρεμα της στο στήθος όπως κολλάει πάνω μου ολόκληρη, αγγίζει τα πόδια μου, περνάει τα δάχτυλα ανάμεσα και με τρίβει καλά και δυνατά, ζεσταίνομαι παρά το δροσερό νερό, μου ξεφεύγει ένα γέλιο, «μαμά» λέω αλλά δεν σταματάει, τρίβει καλά- καλά ανάμεσα στα πόδια μου, με αγγίζει με τα δάχτυλα μέσα από το δέρμα και τα στρίβει περίεργα και ωραία, «ζαλίζομαι λιγάκι» λέω, «η κοιλιά μου με γαργαλάει». Σταματάει και με κοιτά.

«Ήθελα λίγο να το νοιώσεις», λέει.

«Τι ήταν;»

«Κάτι χωρίς σημασία, γλυκό μου λουλούδι. Ένα λάθος.»

Δεν ρωτάω περισσότερα, τα χέρια μου μουδιάζουν, ανάμεσα στα πόδια μου ανάβει μια φωτιά, δεν ξέρω από πού, μου πλένει τα γόνατα τώρα, τις πατούσες, τα δάχτυλα.

«Είσαι έτοιμη» μου λέει και με φιλά στο μέτωπο.

«Ευχαριστώ.»

«Μπορείς αν θες, να περιμένεις. Έναν χρόνο. Τρείς. Και έξι ακόμα. Μπορείς να το κάνεις αργότερα.»

Χαμογελάω.

«Γιατί; Μόνη σου το είπες. Είμαι έτοιμη, μητέρα. Αύριο θα είμαι όπως κι εσύ.»

Με ντύνει. Με πιάνει από το χέρι και παίρνουμε το μονοπάτι για το χωριό. Ο ήλιος αγριεύει. Το ίδιο και τα ζώα. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Ακούω μουσική. Είναι για μένα!

***

Τα μπόνγκολο* θα ρίξουν τους τοίχους. Το σόκου* ακούγεται ακόμα πιο δυνατά. Είναι το αγαπημένο μου, παίζει για εμένα.

Βγαίνω στο φως, οι υπόλοιπες είναι εκεί, όλο το χωριό είναι εκεί μαζεμένο στο πλάτωμα, χορεύουν οι γυναίκες με το κουνάνφα* να χτυπάει δυνατά, τρέμει το χώμα. Οι μεγάλες γυναίκες είναι όλες εκεί. Παίρνω την θέση μου δίπλα στην Μπίντου. Μου χαμογελάει και με χαιρετά. Την αγκαλιάζω όπως κάθομαι δίπλα της. Όλες μαζί φτιάχνουμε μια άσπρη γραμμή. Ακουμπάμε στον τοίχο για σκιά. Να ο Σαλίφ! Με βλέπει, μου κάνει γκριμάτσες και φωνάζει «θα σε δω, μικρή μύγα! Θα σε δω!», μου γελάει και πάει να κάτσει με τους άντρες έξω από το πλάτωμα. Παλιόπαιδο. Δεν έχει μια καλή κουβέντα να μου πει…

«Λευκούς και Μπαμανά,

Το παιδί ανήκει σε όλους.»*

Ακούω την φωνή της, γυρίζει στο κέντρο του χορού και τραγουδάει.

«Γιαγιά!»

Κρατάει γκίτα*, τα κουνά και πλησιάζει χορεύοντας προς το μέρος μου, πίσω της όλες οι υπόλοιπες, χρωματιστές μέσα στα καλά τους υφάσματα με λουλούδια, λωρίδες και πολύχρωμα κουτιά.

«Γιορτή! Βλέπεις Μπίντου, η γιαγιά μου είναι πρώτη στην γιορτή μας!»

Η Μπίντου γελάει, μου λέει να σταματήσω, να μην κοκορεύομαι και με αγκαλιάζει.

«Λευκούς και μαύρους,

Το παιδί ανήκει σε όλους.»

Πρώτη λέει η γιαγιά, έπειτα οι μητέρες μας και τρίτη φορά οι υπόλοιπες.

«Φιλοξενούμενους και νοικοκύρηδες,

Το παιδί ανήκει σε όλους.»

Έρχεται μια γριά. Δεν τραγουδάει ούτε και χορεύει. Είναι πολύ σοβαρή, κρατάει την λεκάνη από νεροκολοκύθα που της έδωσε η μητέρα. Είναι γεμάτη καθαρό νερό.

«Φιλοξενούμενοι και νοικοκύρηδες,

Είμαστε όλοι ίδιοι.»

Την ακουμπάει στο κέντρο της αλάνας, γύρω χορεύουν οι γυναίκες και ρίχνουν μέσα ρίζες, φύλλα και χόρτα. Εκείνη λέει τα ξόρκια και ανακατεύει.

«Το φάρμακο φτιάχνει», μου λέει η Μπίντου.

«Το ξέρω», απαντώ.

Την ακούω που μουρμουρίζει «εσύ όλα τα ξέρεις» και βάζω τα γέλια. Γελάει και εκείνη τώρα.

Το μπόνγκολο αγριεύει, η γιαγιά χτυπάει πιο δυνατά το γκίτα, τινάζει χώμα με τα πόδια.

«Οι άντρες κάθονται και λένε

Ότι είμαι κατάρα.»

Όλες τινάζουν χώμα και χτυπούν τα πόδια. Έρχονται κοντά μας, ακουμπάνε πιατέλες με πιλάφι και κρέας, παίρνουν με τα χέρια και μας ταΐζουν. Εμένα μου δίνει η μητέρα. Γελάει και κάτι λέει, δεν την ακούω αλλά είμαι σίγουρη πως είπε «λουλούδι μου». Κάνω να την αγκαλιάσω, δεν προλαβαίνω, απομακρύνονται όλες μαζί. Η Μπίντου και οι υπόλοιπες πέφτουν στο φαΐ. Τρώω κι εγώ.

«Η γυναίκα η βρώμικη

Είναι κατάρα.»

Μας αφήνουν και χορεύουν, όλο κάνουν γύρους και χοροπηδάνε και χτυπούν τα χέρια και τα στήθια τους.

«Ήρθε η κατάρα,

Να την η κατάρα έρχεται.»

Μας δείχνουν με το δάχτυλο μία- μία και λένε ξανά και ξανά τα ίδια λόγια μέχρι να τελειώσουμε το φαγητό. Το παρατάμε μισό.

«Ήρθε η κατάρα,

Να την η κατάρα έρχεται.»

Κοιτάω τις υπόλοιπες. Η Φάντα, η μεγαλύτερη είναι δεκαπέντε χρόνων. Κάθεται πρώτη, την βλέπω μακριά. Δεν γελάει. Έχει τα μάτια χαμηλά. Καμία δεν γελάει πια. Μόνο κοιτάμε τα δάχτυλα των γυναικών καμιά φορά όπως μας δείχνουν και μας κοροϊδεύουν για αυτό που είμαστε, για όσα δεν γίναμε ακόμα.

Φωνάζουν τώρα. Μαζεύονται σε κύκλο μακριά μας, πίσω τους ο ήλιος σβήνει, πήρε να φυσάει. Η γιαγιά ξαπλώνει στο χώμα. Οι άλλες την σπρώχνουν.

«Τι σε βρήκε, κυλίσου παιδί μου,

Κυλίσου, τι σε βρήκε.»

Την σπρώχνουν σαν ξερόκλαδο, κι εκείνη κυλιέται στο χώμα και κρύβει το πρόσωπο της. Θέλω να φύγω. Θέλω να φύγω.

«Σε βρήκε πόνος, παιδί μου,

Κυλίσου, τι σε βρήκε.»

Το μπόνγκολο σταμάτησε. Όλη η μουσική σβήνει, λίγοι ψίθυροι ακούγονται μόνο και όλες παραμερίζουν. Μια γυναίκα πλησιάζει. Το κεφάλι της είναι καλυμμένο με ένα πράσινο μαντίλι που κρύβει το μισό της πρόσωπο. Κρέμονται γύρω της οι άκρες του μπόγκολαν* και σέρνονται πάνω στο χώμα. Είναι γριά, τα χέρια της είναι ξερά, ανοίγει το στόμα, δεν έχει δόντια, μιλάει. Την ακούω αλλά δεν καταλαβαίνω. Στέκεται πάνω από την λεκάνη με το φάρμακο.

«Ποια είναι;» ρωτάω την Μπίντου.

«Εσύ ρωτάς;» μου λέει και χαμογελάει. «Εσύ τα ξέρεις όλα!»

Μας μαλώνουν που μιλάμε και μαζευόμαστε. Σκύβει μετά και μου ψιθυρίζει.

«Είναι η Εξιζέρ.»

Η Εξιζέρ. Μοιάζει με μάγισσα. Είναι μάγισσα. Βλέπω την μητέρα, σκύβει μπροστά της. Η γιαγιά κρατάει σφιχτά τα χέρια στην ποδιά της με χαμηλωμένο το κεφάλι. Είναι παλιά. Έχει αγγίξει με τα χέρια της πολλά κορίτσια. Κάτι κρατάει. Το σηκώνει ψηλά. Είναι μικρό, χωράει ίσα- ίσα στην παλάμη της. Ένα κομμάτι ξύλο. Γυρίζει και το δείχνει στις γυναίκες. Αρχίζουν πάλι το τραγούδι, χτυπούν τα χέρια.

«Να πάτε στα τέσσερα,

Υπάρχει λόγος.»

Ανάβουν οι πυρσοί. Έρχονται κι άλλες γριές, φορούν κι αυτές μπόγκολαν κίτρινα και καφέ. Με τραβάει από τον ώμο μία. Σηκώνομαι, οι άλλες ακολουθούν.

«Να πάτε στα τέσσερα, κοριτσάκια μου,

Υπάρχει λόγος.»

Μας οδηγούν έξω από το πλάτωμα.

«Είστε ηρωίδες, να πάτε στα τέσσερα,

Υπάρχει λόγος.»

Γυρίζω να δω την γιαγιά, την μητέρα. Δεν τις βλέπω.

«Η μικρότερη είναι η πιο γενναία,

Πετάγεται, «πάρτε εμένα».»

Ο Σαλίφ; Πού είναι;

Πού πάμε;

Κοιτάζω την αλάνα, τα μπόνγκολο χτυπούν, έρχονται φωνές και ποδοβολητό, λάμψεις από τις φωτιές, τα σπίτια χαμηλώνουν ξαφνικά, οι γυναίκες γίνονται κουβάρι. Η Εξιζέρ είναι εκεί, τα χέρια έχει ψηλά, κρατάει το μικρό ξύλο. Με τα δυο δάχτυλα τραβάει την μία άκρη. Παγώνω. Με σπρώχνουν οι άλλες. Δεν κουνιέμαι. Μόνο κοιτάω πως γυαλίζει στα χέρια της.

«Είναι μαχαίρι» λέω. «Η Εξιζέρ κρατάει μαχαίρι.»

Μπόνγκολο, σόκου, κουνάνφα, γκίτα: κρουστά και έγχορδα μουσικά όργανα. «Λευκούς και…»: Με πλάγια γραμματοσειρά, παραδοσιακό περιπαιχτικό τραγούδι που τραγουδούν οι γηραιότερες στα προς μύηση κορίτσια την ημέρα της τελετής. Μπόγκολαν: Παραδοσιακή φορεσιά του Μάλι σε κίτρινο και καφέ χρώμα με σχέδια και ρόμβους. Θεωρείται αριστοκρατική ενδυμασία.

***

Μας έβγαλαν από το χωριό, περπατάμε στον ξερότοπο σε σειρά, γύρω μας είναι μόνο τέσσερις γριές γυναίκες, πίσω, στο τέλος έρχεται η Εξιζέρ. Μιλάνε. Κουτσομπολεύουν τις μητέρες μας, τις γιαγιάδες μας, τους άντρες, πώς καθόντουσαν, τι φορούσαν, πώς χόρευαν τον χορό. Μία λέει για το πιλάφι. «Λάσπη» το λέει. Θέλω να πέσω πάνω της, να της ριχτώ που μιλάει έτσι άσχημα για το πιλάφι της μητέρας. Κρατιέμαι.

Η Μπίντου είναι πίσω που, μου κρατάει το χέρι καμιά φορά. Οι ώρες έφαγαν την χαρά μας. Πονούν τα πόδια μου, κατουριέμαι. Τα μάτια μου κλείνουν. Κάτι λίγες σημύδες είναι στα δεξιά μου, βλέπω κάποιον.

«Σαλίφ;» λέω. Μου κουνάει το χέρι και το φέρνει μπροστά στο στόμα. Μην με ακούσουν, φοβάται.

Δεν έχει φεγγάρι απόψε. Όλα είναι σκοτεινά, φαίνεται ίσα- ίσα το σπίτι του βοσκού μέσα στην πεδιάδα. Το χωριό είναι μισή ώρα μακριά μας.

Μας λένε πως θα μείνουμε εδώ. Την αυγή η Εξιζέρ θα μας φροντίσει δίπλα στο ποτάμι και μετά θα μας φέρουν πάλι εδώ. Για εφτά μέρες, μέχρι να βεβαιωθούν πως τα κακά πνεύματα έχουν φύγει, πως δεν μας έπιασε κανένα και πως δεν θα κουβαλήσουμε κανένα πίσω στην γη των Μπαμανά.

Το δωμάτιο είναι μικρό, ξαπλώνουμε πάνω σε ξερό χορτάρι η μία δίπλα στην άλλη. Η Μπίντου τυλίγεται γύρω μου.

«Φοβήθηκα Καντίντια. Φοβήθηκα πολύ έτσι που έσπρωχναν την γιαγιά σου», μου λέει.

Αναστενάζω. Φοβάμαι κι εγώ αλλά δεν της το λέω.

«Στα ψέματα το έκαναν. Για να μας πειράξουν», απαντώ. «Κοιμήσου λίγο. Θα κοιμηθώ κι εγώ. Αύριο όλα θα τελειώσουν. Αύριο θα έχουμε χαρά, καλή μου Μπίντου.»

Σφίγγεται πάνω μου, νοιώθω την καρδιά της. Κάποια κλαίει σιγανά. Η Φάντα είναι. Είναι το κλάμα μεγάλου. Ντροπή της.

Κλείνω τα μάτια. Ο Σαλίφ είναι εκεί έξω. Πού θα κοιμηθεί απόψε;

***

Ανοίγω τα μάτια, βλέπω τα πόδια τους όπως είμαι ξαπλωμένη στο λίγο φως της αυγής.

«Ποια πρώτη;» ρωτάει μία.

«Την μεγαλύτερη. Έπειτα την μικρότερη», απαντάει μία άλλη.

«Σήκω κοριτσάκι μου» τις ακούω. Βοηθούν την Φάντα, έχει απορία.

«Τι γίνετε;» ρωτάει.

«Ήρθε η μεγάλη μέρα σου» της απαντούν και την σπρώχνουν απαλά προς την έξοδο.

Πρώτα την μεγάλη, είπαν. Μετά την μικρότερη. Εγώ είμαι η μικρότερη. Μούδιασαν τα πόδια μου, σηκώνομαι βιαστικά, σκουντάω την Μπίντου και πριν ανοίξει τα μάτια της λέω «ξεκίνησε». Πιάνομαι από το παράθυρο, όλες σηκώνονται τώρα μία- μία, προσπαθώ να δω προς το ποτάμι, δεν βλέπω τίποτα, είναι πίσω από τα βράχια, λίγο πιο μακριά. Περιμένω. Ψάχνω με τα μάτια. Περιμένω. Ακούμε φωνές. Η Φάντα. Κι άλλες. Οι γυναίκες είναι. Πολλές φωνές, «κρατήστε την καλά!» λένε, «άνοιξε!» λένε, «βοήθεια! Βοήθεια!» λένε.

«Τι γίνεται Καντίντια; Τι βλέπεις;» ρωτάει η Μπίντου. Γυρίζω και τις βλέπω. Φοβούνται όλες. Η πιο μικρή, είναι η πιο γενναία, τραγουδούσε η γιαγιά.

«Τίποτα δεν γίνεται», τους λέω. «Η Εξιζέρ διώχνει τα κακά πνεύματα με το φάρμακο.»

Καθόμαστε πάνω στο χορτάρι και περιμένουμε σιωπηλά. Τις ακούμε. Μπαίνουν. Η Φάντα δεν μπορεί να περπατήσει. Είναι λερωμένη. Κλαίει. Καθώς την περνάνε από μπροστά μου, γυρίζει και με κοιτάζει. Ξεσπάει σε λυγμούς.

«Μην πας!» μου λέει. «ΜΗΝ ΠΑΣ!»

Την ηρεμούν οι γυναίκες. Ξαπλώνει σε μία γωνία και κλαίει με λυγμούς. Με πλησιάζουν.

«Πάμε, μικρή μου;» με ρωτάει μία.

Θυμάμαι την μητέρα. Μην κλάψεις. Μην φωνάξεις. Σηκώνομαι και χαμογελάω.

«Πάμε.»

***

Είναι εκεί. Μιλάει με τα λόγια που δεν καταλαβαίνω, γονατισμένη πάνω από την λεκάνη με το φάρμακο.

«Γδύστε το κορίτσι» δίνει οδηγία. Με πλησιάζουν και τις σπρώχνω.

«Μπορώ μόνη μου» λέω και βγάζω τα λευκά. Τα ακουμπάω σε ένα βράχο και στέκομαι όρθια, γυμνή μπροστά στην Εξιζέρ. Με φοβίζει το πρόσωπο της. Δεν γελάει. Δεν κλαίει. Δεν κάνει τίποτα το πρόσωπο της. Ψάχνω να βρω το ξύλο που κρατούσε, να δω αν στ’ αλήθεια ήταν μαχαίρι ή μου φάνηκε έτσι μέσα στις φλόγες και την νύχτα. Δεν το βλέπω πουθενά.

Βουτάει τις χούφτες στο φάρμακο. Μου πλένει τα χέρια και μουρμουρίζει. Κοιτάζω γύρω. Πίσω από έναν βράχο βλέπω το πρόσωπο του Σαλίφ. Του χαμογελάω. Κρύβει το στόμα με το χέρι. Τα μάτια του είναι υγρά. Κλαίει ο Σαλίφ;

Η Εξιζέρ μου πλένει το πρόσωπο.

«Τι κοιτάς;» με ρωτάει.

«Ένα πουλί» απαντάω αμέσως, μην με καταλάβει.

«Είναι όμορφο το πρωινό, ε μικρή μου;»

«Πολύ.»

«Ξάπλωσε, να δεις το πρώτο φως της μέρας στον ουρανό.»

Κάνω όπως μου είπε. Έρχονται δύο γριές. Η μία πατάει με τα δυο χέρια της πάνω στους ώμους μου.

«Τι κάνεις;»

Η άλλη σφίγγει την κοιλιά μου.

«Γιατί με κρατάς;»

Μία ακόμα πλησιάζει.

«Άνοιξε τα» ακούω την Εξιζέρ να λέει και νοιώθω τα πόδια μου να ανοίγουν απότομα.

«Σαλίφ; ΣΑΛΙΦ!»

Θυμάμαι την μητέρα. Μην φωνάξεις.

Η Εξιζέρ λέει το ξόρκι. Βουτάει το χέρι στο φάρμακο και το απλώνει πάνω μου, ανάμεσα στα ανοιχτά μου πόδια. Είναι κρύο. Το χέρι της ψάχνει το δέρμα μου, τα δάχτυλα της με ακουμπάνε, τσιμπάει κάτι, το αισθάνομαι να με μουδιάζει.

«Τι κάνεις;»

Σηκώνω το κεφάλι και την βλέπω να κρατάει εκείνο το μαχαίρι.

«Όχι…»

Το βουτάει στην λεκάνη. Το βγάζει. Μιλάει.

«Σαλίφ…»

Μιλάει. Το σηκώνει. Τα δάχτυλα της τραβάνε. Το φέρνει κοντά μου. Τρέμω. Τρέμω.

«Κρατήστε την τώρα.»

Το ακουμπάει εκεί κάτω.

«ΟΧΙ!»

Η μητέρα, μην κλάψεις, με κόβει, ανοίγω το στόμα, ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ, δαγκώνω τα χείλια μου, κόβει, κόβει, κόβει, τρέμω, το χέρι της είναι κόκκινο, το πρόσωπο της κόκκινο, η κοιλιά μου, οι γριές, ο Σαλίφ, ο Σαλίφ, το χώμα, τρέμω, τρέμω, η μητέρα, μην κλάψεις, μην κλάψεις, κόβει, κρατάει κάτι μέσα στα δύο δάχτυλα, ο ουρανός είναι κόκκινος, το πρώτο φως, το πετάει, γλιστράνε τα χέρια τους, με αφήνουν, το αίμα στα πόδια μου, μην φωνάξεις, η μητέρα…

Με σηκώνουν. Μου έχουν φορέσει πάλι τα λευκά, δεν είναι λευκά, τρέμω, ο πόνος, με το βλέμμα πιάνω τον Σαλίφ πίσω από τον βράχο. Κάνει εμετό. Σκοτάδι.

***

Ανοίγω τα μάτια μου το βράδυ. Με τρυπάει ο πόνος, με τρελαίνει, θέλω να ουρλιάξω!

«ΜΠΙΝΤΟΥ! ΜΠΙΝΤΟΥ!»

Δεν μου μιλάει καμία. Καίγομαι, πονάω, δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου, δεν μπορώ να καθίσω. Κοιτάζω τα λευκά μου, φέρνω το χέρι ανάμεσα στα πόδια μου, τυφλώνομαι. Το σφίγγω εκεί, πάνω στην πληγή και το λευκό γίνεται κόκκινο και το σκοτάδι πηχτό και μένω εκεί, με το χέρι βαμμένο κόκκινο και το λευκό όλο ματώνει, ματώνει, ματώνει, ματώνει, ματώνει, ματώνει, ματώνει, ματώνει…

Μέσα στην νύχτα με ξυπνάνε κλάματα. Τρέμω ακόμα, δεν μπορώ να σηκωθώ, γυρίζω και κοιτάζω. Η Μπίντου μου είναι.

«Μπίντου μου, κλαις;»

Δεν απαντάει.

«Μην κλαις, καλή μου Μπίντου» απλώνω και ακουμπάω την πλάτη της. «Είναι ντροπή να κλαις.»

Εκείνη ξεσπάει σε λυγμούς.

«Όχι, Καντίντια. Δεν είναι ντροπή. Τώρα είμαστε γυναίκες» μου λέει και γυρίζει προς το μέρος μου. Τα μάτια της είναι κόκκινα. Ολόκληρη είναι κόκκινη. «Είμαστε γυναίκες, ακούς; Μπορούμε να κλαίμε.»

Αφήνομαι στο κλάμα. Ο πόνος λιγοστεύει.

***

Την  τρίτη μέρα ήρθαν και πήραν την Φάντα. Την έπιασε ο πυρετός. Δεν ξυπνούσε. Κάποιο πνεύμα τρύπωσε μέσα της. Επειδή ήταν πολύ μεγάλη, λέει η Μπίντου. Ίσως την δούμε στο χωριό.

***

Αύριο ξημερώνει το Φίρι Φίρι Μπο. Είμαστε καλά όλες εκτός από την Φάντα. Εκείνη δεν είναι εδώ, την πήραν, δεν μάθαμε για πού. Η Μπίντου δεν κλαίει άλλο. Ούτε και εγώ. Μόνο γελάμε τώρα. Τα λευκά έγιναν καφέ και μαύρα. Αλλά δεν πειράζει. Αύριο θα φορέσουμε καινούργια ρούχα, γυναικεία. Και εκείνο το τουρμπάνι το κοκκινοπράσινο που θα μου φέρει η μητέρα. Η μητέρα! Η γιαγιά! Ο Σαλίφ! Τώρα να δούμε τι θα πει ο Σαλίφ! Τώρα που με είδε πως έγινα καθαρή. Θα γυρίσουμε σπίτι αύριο. Μεγάλες. Έτοιμες για τον σπόρο. Καθαρές. Σωστές γυναίκες. Γυναίκες.


140.000.000

γυναίκες παγκοσμίως

έχουν υποστεί βάναυσο ακρωτηριασμό.

Κάθε λεπτό που περνάει

6 κορίτσια βιώνουν το βασανιστήριο

της εθιμοτυπικής κλειτοριδεκτομής.

 

Ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων χωρίζεται σε τέσσερις διαφορετικούς τύπους:

Τύπος 1: Μερική ή ολική απομάκρυνση της κλειτορίδας

Τύπος 2: Μερική ή ολική απομάκρυνση της κλειτορίδας και των μικρών χειλιών (οι εσωτερικές πτυχές του αιδοίου)

Τύπος 3: Δημιουργία μίας επικαλυπτικής σφράγισης. Η σφράγιση σχηματίζεται με το κόψιμο και την επανατοποθέτηση των μικρών χειλιών ή των μεγάλων χειλιών, μερικές φορές μέσω ραφής, με ή χωρίς αφαίρεση της κλειτορίδας.

Τύπος 4: Μη κατηγοριοποιημένοι ακρωτηριασμοί που περιλαμβάνουν τσίμπημα, τρύπημα, χάραξη, απόξεση και καυτηριασμό της περιοχής των γεννητικών οργάνων.

 ΑΝΑΦΟΡΕΣ:


Το μυστικό της αυγής 

Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ του «ΕΞΑΝΤΑ»

 

Excision

Ντοκιμαντέρ του ACTIONAID σε συνεργασία με την IndigoVIEW

 

Κλειτοριδεκτομή: Η κατάρα της γυναικείας σεξουαλικότητας

Άρθρο του 2015 από το ThePressProject.

Ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων

Λήμμα του Wikipedia

Παγκόσμια οδηγία του Ο.Η.Ε. κατά του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων

5 σκέψεις σχετικά με το “ΤΕΡΜΙΤΟΦΩΛΙΑ

  1. Φρικτό και απάνθρωπο… και δεν χωράνε λόγια για «κάτι» πολλοί γνωρίζουν αλλά σιωπούν.
    Μπράβο και ευχαριστούμε Μιχάλη γι αυτό το υπέροχο και συγκλονιστικό κείμενο-μαρτυρία…

    Μου αρέσει!

    1. Με έκανε κομμάτια. Κι αυτό μου είπε πως ήταν ολοσωστη η ανάγκη μου να το γράψω.
      Το Homo Nocturnus μόλις ξεκίνησε. Έχουμε πολλά να πούμε.
      Χίλια ευχαριστώ.

      Μου αρέσει!

  2. Συγκλονιστική ανάρτηση …….

    «Τη στιγμή της μαστεκτομής, δεν μπορείς να διαχειριστείς αυτό που σου συμβαίνει. Το σοκ που παθαίνει το σώμα σου είναι μεγάλο και το μόνο που προσπαθείς να κάνεις είναι να επιβιώσεις και να μείνεις ζωντανή. Ακόμα και σήμερα, αισθάνομαι σοκαρισμένη, μπερδεμένη, πληγωμένη και προδομένη. Και δεν νομίζω ότι μια γυναίκα μπορεί να το ξεπεράσει ποτέ».

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Δεν βρίσκω κάτι να πω που να αρμόζει.
      Με έχει μουδιάσει αυτό το δεδομένο και η σφοδρή συνειδητοποίηση πως πρόκειται για τέτοιο και όχι για κάποια νοσηρή φαντασία. Σε ευχαριστώ που στάθηκες.

      Αρέσει σε 1 άτομο

      1. Λένε να μην έχουμε αρνητικές σκέψεις, να μην εστιάζουμε σε άσχημες καταστάσεις γιατί προβάλλοντάς τες τους δίνουμε δύναμη… αντ’ αυτού να έχουμε μόνο θετική σκέψη και προβολές και κατά το φαινόμενο της πεταλούδας θα διαδίδουμε μόνο καλά …

        Όμως πως γίνεται να μένει κανείς αδιάφορος και να μην προβάλλει τέτοια απεχθή φαινόμενα, ώστε να εκλείψουν …… ???

        Να είσαι καλά Μιχάλη που έκανες αυτή την ανάρτηση και εύχομαι κάποτε να μη χρειάζεται να μιλάμε για τέτοια θέματα στον 21ο αιώνα!

        Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

fabricastails

When dreams come true and taste has a meaning

Στιγμιότυπα

Μικρές Ιστορίες

XYZ Contagion

Ο κόσμος σε 360 μοίρες. Το μοναδικό '0% Lies & Errors Free' website. Στιγμές και όψεις της ελληνικής (και όχι μόνο) δημόσιας πραγματικότητας από ένα ιστολόγιο που αγαπάει την έρευνα. Επειδή η αλήθεια είναι μεταδοτική.

Αέναη κίνηση

Για την αυτονομία και τη χειραφέτηση

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close