48. Σκουπίδια αξίας στην βροχή

Πήρε τηλέφωνο. Το έκανε χωρίς να το καταλάβει, όση ώρα μιλούσε, κοιτούσε έξω από το παράθυρο το σύννεφο που έκρυβε τον ήλιο, μαύρο στην καρδιά του, έτοιμο για την επικείμενη μπόρα.

Εκείνος ρώτησε κάτι, του απάντησε μονολεκτικά και ακολούθησε μια ακόμα ερώτηση. Είπε δυο λέξεις παραπάνω με το βλέμμα πάντα εκεί, πάνω στο σύννεφο, στην αέρια μορφή του νερού που πασχίζει να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση του, που δεν ενδιαφέρεται για την εποχή, τον υετό, την βαρομετρική κλίμακα και τα προγνωστικά μοντέλα, που όλο επιστρέφει αβίαστα πίσω στην αρχή, στην προηγούμενη μορφή μόνο και μόνο για να μπορέσει ξανά να εξατμιστεί χωρίς να λογαριάζει πόσο από το ατομικό του βάρος εξασθενεί με κάθε μετάπτωση, χωρίς συνείδηση της περιοδικότητάς της μίας ή της άλλης φύσης, μόνο επιθυμεί, διακαώς ποθεί και λαχταρά και θέλει με την βεβαιότητα της μετουσίωσης, με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στα χείλη και εκνευριστική καρτερικότητα στα ηλίθια του μάτια.

Η σιωπή που ακολούθησε τα λόγια της ήταν δυσοίωνη. Της είπε «έρχομαι από ‘κει» και το έκλεισε.

Ήρθε πάνω που ξεκινούσε η βροχή, ασθενική, βαριεστημένη ψιχάλα πάνω στις ταράτσες και στις πλάκες των πεζοδρομίων και στα ρείθρα κι από εκεί, πίσω στην αρχή.

Εκείνη κοιτούσε τις ψιχάλες και κάπνιζε στο σαλόνι όταν μπήκε μέσα. Την προσπέρασε χωρίς καλημέρα -μην πας- και πήγε στο υπνοδωμάτιο -δεν είναι εκεί-.

Ψιθύρισε «μπαμπά;», ρώτησε «μ’ ακούς;» κι όταν βεβαιώθηκε πως δεν τον άκουγε άρχισε να κλαίει, ίδιος με εκείνο το μαύρο στην καρδιά του σύννεφο χωρίς καμία ικανότητα μεταστροφής σε οποιαδήποτε πρότερη κατάσταση, γεμάτος επίγνωση της αδυναμίας του, μπροστά σε μια μόνιμη κατάσταση ατμού που μόνο λαχταρά, απλά επιθυμεί. Και δεν μπορεί.

Τον άκουσε. Τον άφησε. Άναψε και άλλο τσιγάρο και πριν το τελειώσει, ήρθε και την βρήκε. Την αγκάλιασε και την φίλησε. Δεν μίλησε για λίγο, δεν είχε τίποτα να πει. Καθόταν δίπλα της και κοιτούσε τα σταυρωμένα του χέρια.

Ξαφνικά σηκώθηκε.

«Θα κανονίσω τα υπόλοιπα», της είπε.

Τα κανόνισε. Μέσα σε λίγη ώρα, όλα ήταν όπως πριν, έξω ο ήλιος κυριαρχούσε, το σύννεφο είχε επιστρέψει στο ποτάμι.

Τον άκουγε να μιλάει, να υποδεικνύει πού είναι και πώς πρέπει να γίνει σε όσους ήρθαν να τους φροντίσουν. Έπειτα, όταν έμειναν οι δυο τους στο σπίτι, τον παρακολουθούσε που γύριζε με μαύρες σακούλες στα χέρια, μάτια θολά και σαγόνι σφιγμένο και μάζευε, πετούσε, έσκισε, έσπρωχνε, τραβούσε, έκλαιγε, «μην κάνεις τίποτα εσύ», έλεγε, «θα τα κανονίσω όλα», έκρυβε, έσβηνε με μανία κάθε λεπτομέρεια, κάθε λάθος σημάδι και εκείνη άνευρη έψαχνε για το επόμενο σύννεφο, σίγουρα θα ερχόταν και άλλο, σίγουρα θα ποθούσε και αυτό.

Τελείωσε πριν το μεσημέρι.

«Φεύγω. Πάω να το τελειώσω.»

Κούνησε το κεφάλι της.

«Μάνα, πήρα και τα σκουπίδια.»

Ποτέ πριν δεν την είχε πει έτσι. Μαμά, μητέρα, μάμυ, Σοφάκι, ναι. Μάνα, ποτέ. Γύρισε και τον κοίταξε. Το είδε στα μάτια του. Καλά κρυμμένο σε σκιές, ένας απόηχος ευγνωμοσύνης πίσω από την ορχήστρα του τέλους.

«Πήρα όλα τα σκουπίδια. Είμαστε εντάξει.»

Τυλίχτηκε πάνω στην πολυθρόνα, διαλύθηκε ξανά και ξανά και ξανά, κάθε μικρό κομμάτι σε δύο ακόμα μικρότερα κι ακόμα παραπάνω μέχρι που έγινε μια λεπτή, νωπή σκόνη από εντόσθια, οστά και χημικές ενώσεις πάνω στα ακάρεα του σαλονιού.

Όχι! Όχι! Δεν πήρες όλα τα σκουπίδια, τίποτα δεν πήρες.

Πάρε και τα σεντόνια, κανείς δεν θέλει τέτοια σεντόνια, μ’ ακούς; Έχουν ακόμα πάνω τον τελευταίο ιδρώτα, όχι τον ιδρώτα της σύλληψης, ούτε της ζέστης του Αυγούστου, ούτε του πυρετού που τυραννά το σώμα, τον τελευταίο έχει, ένα σκουπίδι είναι σαν όλα τ’ άλλα.

Κι εκείνο εκεί, το πλαστικό ποτήρι, παρ’ το κι αυτό. Δεν ξεδίψασε κανένας από αυτό το ποτήρι, μυρίζει ασθενικό χνώτο και χημειοθεραπεία, παρ’ το σου λέω!

Στο διάολο, να πάει. Μην πάρεις μόνο τα σκουπίδια του άρρωστου. Πάρ’ τα όλα, μαζί κι αυτά του ζωντανού. Την οδοντόβουρτσα, το ξυράφι -ασ’ το το ξυράφι, είναι καλό ακόμα-, πάρε το ρολόι του, τα παπούτσια, το πορτοφόλι και τις γραβάτες. Πάρε τα πουκάμισα, τα σακάκια, τα παντελόνια, δεν κάνουν σε κανέναν, πέτα ό,τι του ανήκει, δεν θα τα ζητήσει κανείς.

«Με άκουσες, μάνα; Τα πήρα όλα. Μην ανησυχείς. Είμαστε εντάξει.»

Τρέμουν τα χείλη της καθώς καταπίνει μύξες και αλμυρά σάλια και δεν μιλάει.

Δεν αρκεί! Πάρε κι άλλα! Πιο πολλά! Πάρε το στρώμα μαζί με το κρεβάτι, ξήλωσε τα κουφώματα, κάποτε τα ακούμπησε, τα άγγιξε με τα χέρια του, τα πλακάκια, τα βιβλία, τους σοβάδες, τον καναπέ, παρ’ τον! Παρ’ τον! Το τραπέζι που έφαγε, εκεί που κατουρούσε και έφτυνε και έπλενε το σώμα του, πάρε τις κατσαρόλες, πάρε εσένα, την αδερφή σου, το αγέννητο παιδί της, όλους σας έχει αγγίξει, πάρε εμένα, το στόμα μου τον έχει ακόμα πάνω του, τα μάτια μου τον κοιτούν, τον λαιμό μου, τα βυζιά μου, την μήτρα μου και τον τράχηλο μου, τα πόδια, τίποτα μην αφήσεις! Πάρε τα πάντα, τίποτα που να έχει κάτι δικό του μην μείνει πίσω γιατί θα το μισώ, θα το σιχαίνομαι και θα το φοβάμαι, θα θέλω να του μοιάσω, να μοιάσει αυτό σ’ εμένα, σ’ αυτό που ήταν και ξέρω πως δεν γίνεται, τρόπο δεν έχει τίποτα να φέρει πίσω το άγγιγμα που χάθηκε. Σκουπίδια είναι όλα. Σκουπίδια και σκόνη.

«Μάνα;»

«Σε άκουσα, ψυχή μου. Σε άκουσα», απαντάει και πάει κοντά του. Τον αγκαλιάζει, τον φιλάει. «Τι θα έκανα; Τι θα έκανα, χωρίς εσένα;»

Σηκώνει την σακούλα και ανοίγει την πόρτα.

«Πάω. Είπαν από το γραφείο να διαλέξεις ρούχα. Θα στείλουν κάποιον να τα πάρει.»

«Εντάξει.»

Η πόρτα κλείνει βαριά. Γυρίζει και κοιτάει, μια τεράστια χωματερή όμορφων πραγμάτων την περιστοιχίζει και το νερό δεν βρίσκει τρόπο να διαφύγει, παραμένει χαμηλά, ομίχλη νοσηρή λίγο πριν την λιώσει ο ήλιος.

Ανοίγει την ντουλάπα του. Κοιτάζει τα ρούχα, βγάζει τα πιο ταιριαστά, γραβάτα, κάλτσες, δερμάτινα παπούτσια και ζώνη, εσώρουχο καινούργιο και φανέλα, πουκάμισο ριγωτό και κουστούμι, το πιο ακριβό του.

Τα ακουμπάει στο κρεβάτι, προσεκτικά το ένα δίπλα στο άλλο, μεγάλα τρόπαια, σημάδια κάποιας εποχής οπού κατείχε, ένα σωρό τακτοποιημένα, πανάκριβα, όμορφα πράγματα της στιγμής που κάποτε απέκτησε με κάποιου είδους ζέση για όσα τόσο αδίκως θεωρήθηκαν ζωή.

Μα δεν είναι τίποτα περισσότερο από σωρός σκουπίδια, που δεν μάζεψε ο γιος σου.

5 σκέψεις σχετικά με το “48. Σκουπίδια αξίας στην βροχή

  1. Ότι και να «πετάξει» κανείς είναι πράματα που μένουν εκεί και είναι καλό να μείνουν, γιατί ένα τέλος δεν είναι ποτέ πραγματικό τέλος. ..

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Καλή μου μάγισσα,
      ίσως κάποτε βρει και η Σοφία την ομορφιά της ύλης που απομένει και έχει αγγιχθεί και μεταβληθεί με τρόπο οριστικό από αυτό που ήταν πριν το άγγιγμα σε κάτι τελείως διαφορετικό, από ενα πρόσωπο αγαπημένο.
      Προς το παρόν, θέλει εκείνον. Όλα τα υπόλοιπα, είναι σκουπίδια που σταχυολογούν τίποτα περισσότερο απο μεγεθυμένη απουσία.
      Άλλωστε, όσο λυπηρό κι αν ακουστεί, το τέλος για κάποιους ανθρώπους, είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, χωρίς προεκτάσεις.
      Καλή μας νύχτα.

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Το πιο δύσκολο κεφάλαιο…ο κόμπος δεν πάει κάτω και τι να πω……<3 ❤

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Τίποτα δεν είναι αναγκαίο να υποθεί. Καληνύχτα και ευχαριστώ.

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close