47. Η Λανθάνουσα εικόνα

woman-in-white-dress-in-the-dark-water-37251-2560x1600

Η σιωπή. Η σιωπή την τρελαίνει.

Πίσω τους δύει ένας πυροκόκκινος ήλιος κρεμασμένος από τα καμπαναριά του Τραστέβερε.

Ακουμπάει το στήθος του, τα δάχτυλα της μετράνε τα οστά του. Φέρνει το αυτί πάνω από τα χείλη του και περιμένει. Η σιωπή της τρώει το δέρμα.

Καθισμένοι σε ένα καφέ στην πλατεία κοιτούν τα περιστέρια και τους τουρίστες, την εκκλησία, τα πλακόστρωτα. Οι περαστικοί τους παρατηρούν έκπληκτοι. Η θέα τους ενοχλεί, κάτι στο βλέμμα τους, ίσως.

Ακουμπάει το κεφάλι στο στήθος του. Του χαϊδεύει το στόμα, περνάει το δάχτυλο πάνω από τα σάλια που τρέχουν στο σαγόνι του. Δεν βρίσκει που να κρατηθεί.

«Μ’ ακούς;»

Ακουμπάει το κεφάλι στον ώμο του. Της χαϊδεύει τα μαλλιά. Οι περαστικοί χαμογελάνε, τους κλείνουν το μάτι, κυρίως σ’ αυτόν, σε εκείνη στέλνουν φιλιά και πρόστυχα πειράγματα. Δεν τους ενοχλούν, τα απολαμβάνουν.

Απλώνει τα δάχτυλα και χαϊδεύει τα μάτια του. Ο ήχος της θυμίζει, σηκώνεται αργά και τον αφήνει. Εκείνος αρχίζει να σβήνει.

Ανοίγει την ντουλάπα, σκύβει και ψάχνει, όχι πολύ. Ξέρει τι γυρεύει.

«Το πιστεύεις;», τον ρωτάει.

Εκείνος την φιλάει, την δαγκώνει, “δεν σε χορταίνω”, απαντάει όσο να πάρει ανάσα και βουτάει ξανά στο στόμα της, της τρώει τα χείλια, στρίβει την γλώσσα της, τα δόντια του κροταλίζουν πάνω στα δικά της.

Παίρνει ένα κουτί παπουτσιών και το ανοίγει στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι. Βγάζει έναν φωτογραφικό φάκελο, πάνω έχει με μαρκαδόρο γραμμένες κάποιες λέξεις δικές του, πλαγιαστές, άγαρμπες, σε μια τεθλασμένη γραμμή μελάνης. Περνάει το χέρι πάνω από τα σημάδια. “Ρώμη, Μάρτιος ‘81”.

Κοιτάζει προς το κρεβάτι. Δεν είναι εκεί, γλίστρησε μαζί με τον μισό αιώνα τους.

«Ποτέ δεν θα το πιστέψω. Και είκοσι, και εκατό χρόνια να περάσουν, πάλι δεν θα πιστεύω πως είμαστε μαζί», της απαντάει και ρίχνει το βλέμμα στην πλατεία. «Παντρεμένοι», προφέρει αργά την λέξη. «Η γυναίκα μου».

Εκείνη γελάει. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγαίνει στο μπαλκόνι της, τους κοιτάει απαξιωτικά, κουνάει το κεφάλι και κάνει τον σταυρό της μουρμουρίζοντας ιταλικές κατάρες.

Δεν έβγαλε πολλές φωτογραφίες σε εκείνο το ταξίδι. Ήθελε να το ζήσει, της είχε πει. Ένα φιλμ Kodak 400 με τριάντα έξι καρέ ήταν ό,τι είχε απομείνει από την Ρώμη. Στριμωγμένοι εκεί μέσα ο Θεός, ο Ντα Βίντσι, Ο Μιχαήλ Άγγελος και οι μονομάχοι των αυτοκρατόρων. Δίπλα στο γέλιο της, πάνω στις βλεφαρίδες της, κάτω από τα πόδια της, μέσα στα μαλλιά της. Γιατί δεν υπήρχε ούτε μια φωτογραφία από εκείνο το ταξίδι, που να μην περιέχει την μορφή της.

Τις απλώνει μπροστά της. Τις βάζει με σειρά. Τριάντα έξι πόζες δικές της. Καμία προκλητική, καμία αποκαλυπτική. Κι όμως, όλες μυρίζουν στρώμα μετά από έρωτα. Μυρίζουν οργασμό και πόθο.

Περπατάνε αγκαλιασμένοι και γελάνε, πειράζονται. Αφήνουν το Τραστέβερε και κοιτάνε την όχθη του Τίβερη. Γυαλίζουν τα καφετιά νερά του ορμητικά κι αφρίζουν πάνω στις γέφυρες. Είναι μόνοι, επιτέλους, πρώτοι φορά μόνοι οι δυο τους και πατάνε πάνω σε φρέσκο χώμα και δρόμους που δεν χαράχθηκαν ακόμα. Οι λαγόνες τους πονούν από το σεξ, τα πόδια λυγίζουν και νοιώθει μέσα της να ρέει ακανόνιστα ζεστό το σπέρμα του. Τα μάτια τους αντιγυρίζουν σε κάθε περαστικό μια ενοχλητική λαγνεία, έναν πόθο θηρίου, τόσο εκνευριστικό και πρόστυχο, επειδή δεν είναι παρά προτέρημα των λίγων. Είναι ο καπιταλισμός του ερωτευμένου ανθρώπου αυτό το βλέμμα, η επίδειξη του πλούτου απέναντι στον μόχθο για μια υποψία τρυφερότητας των υπολοίπων.

Σε κάθε εικόνα…

«Γέλα μου…»

Εκείνη μπροστά από το γυαλί κι αυτός ηδονοβλεψίας της στιγμής της.

«Ρίξε πίσω τα μαλλιά σου…»

Παγώνει τον χρόνο της μερικές φορές, όπως ήταν τότε, πρώτη φορά γυναίκα δική του, στο κρεβάτι του, στο κορμί του, τόσο που να μην μπορεί να χορτάσει, η σκέψη και μόνο τον γεμίζει φόβο. Πίσω από το γυαλί αυτός, ίσως σταθεί ο χρόνος.

Στέκονται στην άκρη του ποταμού και κοιτάζουν την Ιζόλα Τιμπερίνα. Ο ήλιος σβήνει.

Ψάχνει καλύτερα. Κοιτάζει με μανία. Μια, δυο, τρεις, τριάντα, τριάντα έξι. Πάντα το ίδιο, ένα κορίτσι γεμάτο έρωτα και ζωή και φως και βλακώδη χαμόγελα και όνειρα και καμία υποψία για το τέλος που θα έρθει, πώς θα έρθει, καμία σκέψη για τους τρόπους του αποχωρισμού, μόνη ανάμεσα σε έναν γαμημένο ροδανθώνα, μεθυσμένη από τα υγρά του Πάνα, τυφλή μπροστά στο κενό, το τίποτα που έρχεται συντριπτικό ακριβώς μετά την ολοκλήρωση των πάντων, τυφλή, ικανή ανέλπιστα να δει τον ωκεανό και μετά ξανά τυφλή για πάντα.

«Εσύ;»

Ψάχνει τις εικόνες.

«Εσύ… δεν είσαι πουθενά.»

Κοιτάζει πάλι το κρεβάτι, το χέρι του έχει γλιστρήσει και αιωρείται στο κενό, όλος ο υπόλοιπος έχει χαθεί. Γυρίζει πάλι στον παγωμένο χρόνο και κοιτάει, κοιτάει καλά μέχρι που πονούν τα μάτια της μία προς μία τις τριάντα έξι πόζες και τον ψάχνει να τον δει, πώς ήταν τότε, τι όψη ειχε ο έρωτας, τι όψη η ελπίδα και δεν είναι πουθενά, είναι πάντα πίσω από το φακό, πηγή του γέλιου που απαθανατίστηκε.

Και τότε τον βρίσκει.

«Στάσου εδώ στην όχθη. Είσαι όμορφη με τα μαλλιά σου κάτω.»

«Με ενοχλεί ο ήλιος.»

«Φόρεσε τα γυαλιά σου. Και πάλι όμορφη είσαι.»

Πλησιάζει το μάτι στον φακό. Πάει πιο κοντά της, θέλει να γεμίσει η εικόνα από εκείνα τα όμορφα μαλλιά και τα ροζ χείλια, δεν τον νοιάζει ο ποταμός και το νησί του. Είναι μια ανάσα μακριά τώρα.

Κλικ!

Πιάνει την φωτογραφία και κοιτάει. Την πλησιάζει στο πρόσωπο της. Είναι εκεί. Ακριβώς εκεί. Δεν είναι παρά μια αντανάκλαση πάνω στα γυαλιά της, όμως τον βλέπει.

Κρατάει την μηχανή στο ένα μάτι, το άλλο το έχει κλειστό και φοράει πλατύ ψάθινο καπέλο. Και της χαμογελάει.

Μια σταγόνα πέφτει πάνω στο κορίτσι και την βρέχει.

Βγάζει τα γυαλιά της, βγάζει τα ρούχα και στέκεται γυμνή στην όχθη.

«Έλα.»

Εκείνος χαμογελάει ακόμα.

«Αδύνατον. Αδύνατον.»

Μπαίνει στον ποταμό, βαδίζει όσο μπορεί και καταδύεται. Όταν βγαίνει ξανά στην επιφάνεια, κοιτάζει προς την όχθη όμως δεν τον βρίσκει πουθενά.

Η φωτογραφία έχει αδειάσει τελείως, τα χημικά διαστέλλουν τους κρυστάλλους, εικονοποιούν και όμως, το μόνο που μετράει είναι η αντανάκλαση, η λανθάνουσα εικόνα μίας ευτυχίας. Την κοιτάζει επίμονα, εκείνο το χαμόγελο και όλες τις υποσχέσεις του. Την παίρνει ο ύπνος έτσι, πάνω στις τριάντα έξι εικόνες ενός ανυποψίαστου κοριτσιού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό.

3 σκέψεις σχετικά με το “47. Η Λανθάνουσα εικόνα

  1. «Ποτέ δεν θα το πιστέψω. Και είκοσι, και εκατό χρόνια να περάσουν, πάλι δεν θα πιστεύω πως είμαστε μαζί», της απαντάει και ρίχνει το βλέμμα στην πλατεία. «Παντρεμένοι», προφέρει αργά την λέξη. «Η γυναίκα μου».

    ΔΕΝ ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΟΥ!!!!!!!!! Σε ευχαριστω για το νοερό ταξίδι στη Ρώμη ❤ ❤ ❤

    Αρέσει σε 1 άτομο

      1. ❤ ❤ ❤ αφήνομαι και απολαμβάνω το ταξίδι ❤ ❤

        Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close