44. Κακό αστείο

o-CANCER-900
Like wedding rings, Laurel and Howie Borowick wear similar medical bracelets which the nurses scan throughout their chemotherapy treatments together at the oncologists office. They do a dance, as both caretaker and patient and husband and wife, simultaneously trying to be there for the other but also trying to get through the day themselves. Greenwich, Connecticut. January, 2013.

Περπατάει στον διάδρομο. Δίπλα έχει τον Μηνά που μιλάει με κάθε άνθρωπο που βρίσκει στον δρόμο του με ευγένεια και επαγγελματισμό. Σε μερικές περιπτώσεις κατορθώνει ακόμα και να αστειευτεί με ένα χιούμορ που όχι μόνο δεν γίνεται κατανοητό, αλλά ούτε καν αντιληπτό από τον Πολύκαρπο. Κοιτάζει δεξιά και αριστερά όσο περπατάει, χάνει τον ρυθμό του και όλο γυρίζει το κεφάλι για να βεβαιωθεί πως ο Μηνάς είναι ακόμα εκεί. Εκείνος το καταλαβαίνει και ακουμπάει απαλά το χέρι του στον ώμο.

«Είσαι εντάξει;»

«Ναι.»

«Τα έχω κανονίσει όλα στην εντέλεια, μην φοβάσαι τίποτα. Θα είμαι και εγώ μέσα.»

«Εντάξει.»

«Απλά να ξέρεις», του λέει και σταματάει το περπάτημα. «Είναι βαρύ το σχήμα. Δεν γινόταν διαφορετικά».

«Πόσα κιλά;» αστειεύεται και ζορίζει ένα γέλιο.

Ο Μηνάς χαμογελάει.

«Ας πούμε, ότι μετά, δεν θα έχεις πολύ όρεξη για αστεία. Όμως δεν κρατάει πολύ ώρα. Κανένα εικοσάλεπτο, μισή ώρα το πολύ. Μετά πάμε σπίτι, εντάξει;»

«Καλά.»

«Η μαμά; Γιατί δεν ήρθε;»

«Είχε κανονίσει με την Ελπίδα να πάνε για καρότσι και κούνια. Τι να της έλεγε;»

Εκείνος αναστενάζει.

«Δεν της είπες ακόμα;»

«Ε, θα της πω», απαντάει ο Πολύκαρπος και σκυθρωπιάζει. «Μετά το σημερινό, λογικά θα πρέπει. Θα με δει κάποια στιγμή.»

«Μια χαρά θα είσαι, θα δεις», απαντάει ο Μηνάς και ξεκινάει πάλι να περπατάει σπρώχνοντας απαλά τον πατέρα του για να τον ακολουθήσει.

«Εντάξει.»

Συνεχίζουν με αργό βήμα στον διάδρομο του υπογείου, περνάνε πόρτες με σημάνσεις, καθίσματα με ανθρώπους κουρασμένους, άλλους που τους σπρώχνουν πάνω σε καροτσάκια και κρεβάτια, καλημέρες και χαμόγελα, “τι κάνεις” και “πώς είσαι”, δυο- τρία ακόμα αστεία, άλλη μια μέρα στην δουλειά.

Φτάνουν, ο Μηνάς ανοίγει την πόρτα σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Στους τοίχους αφίσες για ενθάρρυνση και κακότεχνα ελληνικά τοπία για επιπλέον δυσφορία, αλλιώτικη, πικρόχολη δυσφορία για κάτι άσχημο μα υπαρκτό μέσα στον συρφετό του υπογείου. Γυναίκες με πράσινα ρούχα περνάνε και χαμογελάνε συγκρατημένα, μιλούν με τον Μηνά και δείχνουν στον Πολύκαρπο τον δρόμο προς τέσσερις πολυθρόνες στο κέντρο της αίθουσας. Οι τρεις είναι άδειες.

«Σε ποια να καθίσω;»

«Σε όποιαν θέλετε, κύριε Γιοκλούκογλου», απαντάει μια από τις γυναίκες. Δείχνει πολύ νέα, ενώ δεν είναι. Ίσως φταίνε τα υγρά της μάτια.

«Εγώ θέλω σ’ αυτήν!», απαντάει χαμογελώντας και δείχνει την μοναδική κατειλημμένη πολυθρόνα.

Γελάει και η γυναίκα με τα υγρά μάτια.

«Ω! Ένας καλαμπουρτζής!», αναφωνεί ο άντρας που κάθεται στην επίμαχη θέση. «Βαλ’ τον δίπλα μου. Καλό είναι να έχεις έναν ετοιμοθάνατο με χιούμορ κοντά σου σε τέτοιες περιπτώσεις!»

Η κοπέλα δαγκώνεται.

«Κύριε Δημόπουλε, τι είναι αυτά που λέτε;»

Εκείνος απαντάει “γιατί, ψέματα είναι;”, ο Μηνάς κοιτά βλοσυρά μια τον άντρα και μια τις νοσοκόμες, εκείνες μουρμουρίζουν “ντροπή, μην λέτε τέτοιες κουβέντες” και ο Πολύκαρπος γελάει, όλο γελάει και προσπαθεί να πάρει ανάσα ενώ τον πνίγει τελικά ο βήχας.

«Θες το κακό μου», λέει όταν βρίσκει ξανά την ανάσα του. «Δεν μπορεί, θες να πεθάνω από τα γέλια πριν με σκοτώσει η αρρώστια!»

Ο άντρας του χαμογελάει.

«Κάθισε εδώ. Προσφέρω τουλάχιστον ένα θάνατο πιο φαιδρό από τον ανιαρό που μας έτυχε.»

Πάει κοντά του και κάθεται. Καθώς το κάνει, ανταλλάζουν χειραψίες και ονόματα. Τον λένε Δημήτρη και είναι δικηγόρος. Ο Μηνάς ετοιμάζει τις φιάλες με τις νοσοκόμες.

«Πονάει πολύ αυτό το πράγμα, Δημήτρη;»

«Σαν δαιμονισμένο. Δεν έχεις ξανακάνει; Πρώτη είναι;»

«Πρώτη από τις οχτώ.»

«Εμένα είναι η τρίτη. Βολέψου όσο μπορείς και κάνε υπομονή.»

«Τουλάχιστον θα έχω την χαρά να βλέπω έναν δικηγόρο να βασανίζεται. Δεν είναι και άσχημα!»

Γελάνε, μιλάνε, “εγώ τότε έτσι”, “α, εγώ να δεις!”, αστειεύονται, πειράζονται, σχολιάζουν την επικαιρότητα, παίρνουν μάτι τον πισινό της μιας νοσοκόμας και κρυφογελάνε με την ασίγαστη φλόγα, δυο σάτυροι, σκανδαλιάρηδες γέροι στο χείλος του θανάτου που σπρώχνουν κάτω από το χαλί της ζωής τους, ακόμα και εδώ, ακόμα και έτσι.

Πάνω που ετοιμάζονται να παραγγείλουν ούζο και μεζέ, τους πλησιάζει ο Μηνάς.

«Πατέρα; Είμαστε έτοιμοι.»

Γλιστράει το γέλιο από τα μάτια, του ενός από τον φόβο του άγνωστου και του άλλου από τον φόβο της βεβαιότητας.

Ο Δημήτρης σκύβει στο αφτί του Πολύκαρπου.

«Αν είναι γιος σου, διώξ’ τον», ψιθυρίζει όσο ο Μηνάς ετοιμάζει την φιάλες της θεραπείας.

«Γιατρός είναι, ξέρει από τέτοια.»

«Πολύκαρπε», λέει και τον κοιτά στα μάτια. «Σήμερα δεν είναι γιατρός. Σήμερα είναι γιος. Διώξ’ τον.»

Έφτασε στο χείλος του γκρεμού, χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει. Στάθηκε στην άκρη και κοίταξε κάτω. Δεν είδε τίποτα που να αξίζει να μοιραστεί με άλλους ανθρώπους.

«Μηνά;»

«Έλα», απάντησε εκείνος αφηρημένος.

«Μπορείς να με περιμένεις έξω;»

Οι διαμαρτυρίες έπεσαν βροχή, οι απειλές, τα παρακάλια, η αμφιβολία. Βροχή, πάνω σε ξερολιθιά.

«Σε παρακαλώ. Μόνος μου θα ‘μαι καλύτερα. Ξέρεις. Μέσα μου.»

Είδε στο βλέμμα του την ανάγκη, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον άφησε με ένα “μην φοβάσαι”.

Έμειναν οι δυο τους, τα χέρια τρυπημένα και τα τοξικά υγρά της σωτηρίας να ρέουν προς τα σώματα τους. Για λίγο δεν μίλησε κανείς μέχρι που ο Δημήτρης έσκυψε στο πλάι και διπλώθηκε πάνω από ένα λεκανάκι ξερνώντας υγρά και φλέμα. Ο Πολύκαρπος έσφιγγε τα δόντια προσπαθώντας να αντέξει τον πόνο που προκαλούσε το φάρμακο στα οστά του.

«Είσαι… έτοιμος;»

Γύρισε και είδε τον Δημήτρη να τον κοιτά. Στα μάτια του τρεμόφεγγε η ασίγαστη φλόγα.

«Ποτέ δεν θα είμαι έτοιμος. Ίσως τα καταφέρουμε.»

«Ίσως. Αν όμως έχεις λογαριασμούς ανοιχτούς, κοίτα να τους κλείσεις.»

Ήταν η σειρά το Πολύκαρπου να αδειάσει το περιεχόμενο του στομαχιού του. Αστόχησε τελείως, οι νοσοκόμες τον καθησύχασαν.

«Δεν υπάρχει λογαριασμός που να μπορεί να κλείσει», απάντησε ξέπνοα. «Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, στ’ αλήθεια. Ό,τι δεν πρόλαβες να πεις, απλά δεν το ‘πες. Όσα ήθελες και δεν μπόρεσες ή δεν φρόντισες να κάνεις, έχουν πια περάσει. Ο θείος μου κάποτε μου είχε πει πως «δεν είμαστε ούτε αυτά που κάνουμε, ούτε εκείνα που λέμε ή επιθυμούμε. Τα ρέστα είμαστε, όσα έμειναν απ’ έξω». Τώρα ξέρω πως είχε δίκιο.»

Ο Δημήτρης έμεινε για λίγο σκεφτικός.

«Εμένα πάλι μου είχε πει «να πηδάω πολύ και να πίνω λίγο, ποτέ το ανάποδο».»

«Και;»

«Τώρα ξέρω πως είχε δίκιο.»

Ήπιαν τις τελευταίες τοξικές σταγόνες μέσα σε πονεμένα γέλια. Όταν όλα τελείωσαν, έφυγαν σαν ξένοι. Κανείς δεν είχε όρεξη για άλλα αστεία.

Πάρε τα βήματα στην 45η Δόση

7 σκέψεις σχετικά με το “44. Κακό αστείο

  1. Κακό αστείο κι εσύ δεν μας αφήνεις να πάρουμε ανάσα, Μιχάλη. Θα αγαπάμε Πολύκαρπο για πάντα, γιατί δεν έχει τέλος.
    Θα πω απλώς ευχαριστώ για τα συναισθήματα και συγχαρητήρια για το μυαλό και την πένα σου…

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Εγώ ευχαριστώ γιατί είσαι από την αρχή εδώ.
      Συνεχίζουμε!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Δεν έχω να πω τίποτα απόψε… Με ισοπέδωσε ❤

    Αρέσει σε 2 άτομα

      1. Το ξέρω… Προετοιμάζομαι…<3 ❤ ❤

        Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close