42. Τα πρόβατα και ο λύκος

36371736_2265866493636764_4450189600215793664_o

Κοιτάζει επίμονα την μολυβοθήκη. Δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο, είναι μια χαρά μολυβοθήκη αν και λίγο φθαρμένη στα σημεία, λίγο λερωμένη από στυλό που άνοιξαν στο εσωτερικό της, αλλά τι μ’ αυτό; Κι αν μέσα της είναι ένα χάλι, το περίβλημα κρατιέται σε καλή κατάσταση.

Την κοιτάζει με προσήλωση και προσπαθεί να καταλάβει για ποιον λόγο ήθελε να την αντικαταστήσει.

«Άντε βρε Πολύκαρπε! Τί κάνεις ακόμα εδώ;»

Ο Δημήτρης από το Key Accounts είναι όρθιος μπροστά του, κρατάει έναν εσπρέσο και χαμογελάει. Μέχρι πριν δυο μέρες, τον αποκαλούσε «κύριε Διευθυντά» ή «κύριε Γιοκλούκογλου». Πρώτη φορά τον φωνάζει με το μικρό του.

Από την πρώτη μέρα που έπιασε αυτή την σκατοδουλειά, πριν τριάντα πέντε χρόνια, προσπαθούσε να μην γίνει ένα θλιβερό στερεότυπο γραφιά με έπαρση, ψήγματα εξουσίας και νοοτροπία αυθεντίας. Ήθελε να είναι προσιτός. “Δηλαδή, εντάξει. Να δουλεύεις σε ένα ανθρώπινο σφαγείο, στον επίσημο τοκογλύφο του γενικού πληθυσμού και να είσαι εσύ πιο απάνθρωπος από τον χώρο που σε περιβάλει, τελικά τι σε κάνει εσένα αυτό;Υπάνθρωπο σε κάνει!”, έλεγε σε κάθε νέο που τοποθετούνταν στο κατάστημα προσπαθώντας να τον κρατήσει πιστό στον φοιτητή που ήταν πριν βάλει γραβάτα αλλά και να τον κάνει να νοιώσει αρκετά άνετα ώστε να τον φωνάζει Πολύκαρπο και όχι “Διευθυντή ” ή “κύριο”, οποιουδήποτε είδους. Και όλοι αμέσως χαμογελούσαν και σκεφτόταν τότε πως “υπάρχει ελπίδα, ακόμα κι αν το σύστημα είναι έτσι, ακόμα κι αν είμαστε όλοι μέρος του και δημιουργοί του, ακόμα και έτσι, αν στα μάτια όσων βρίσκονται εδώ και πρέπει να ζητήσουν την άδεια μου για κάτι τόσο απλό, όσο ένα κατούρημα, δεν είμαι Διευθυντής αλλά Πολύκαρπος, ίσως τελικά ο άνθρωπος καταφέρει να κυριαρχήσει”.

«Μ’ ακούς ή έπαθες εγκεφαλικό;»

Κι έπειτα είναι κι αυτός ο Δημήτρης. Η επίμονη άρνηση του να τον φωνάξει με το όνομα του. Η προσήλωση του στους τύπους και στους τίτλους. Το ακριβό του κουστούμι που του ταιριάζει γάντι, τόσο πολύ που δείχνει να μην έχει φορέσει άλλο ρούχο στην ζωή του, που μοιάζει να γεννήθηκε έτσι, με ένα μαύρο Boss και πουκάμισο Trusardi και μαλλί πυκνό και κορακί, πιο μαύρο κι απ’ την σκατένια ψυχή του και με δόντια λευκασμένα -σίγουρα γεννήθηκε με δόντια, μεγάλα, κοφτερά δόντια- δυο ημερών και χαμόγελο που ξεχειλίζει την αποφορά της μέσα του σαπίλας.

«Βιάζεσαι να με διώξεις, κύριε Key Accounts Manager;»

Αυτή του η επιμονή να τον αποκαλεί Διευθυντή και όχι με το ανθρώπινο όνομα του, δεν είχε να κάνει με σεβασμό, ούτε ως προς τα χρόνια του, ούτε ως προς την θέση του. Είχε να κάνει με μια συνεχή απόπειρα να τον μειώσει, γιατί αυτός ο αμούστακος λάτρης της ύλης και του κύρους, γνώριζε πολύ καλά πως σκεφτόταν ο Πολύκαρπος. Το γνώριζε και με κάθε προσφώνηση έχωνε τα δόντια του στην ακεραιότητα του, αλυχτούσε στην ψυχή του. Τον χλεύαζε με ένα χαιρέκακο, σαρκαστικό χαμόγελο.

«Εγώ; Μα, τι λες; Μια χαρά άνθρωπος είσαι. Συμπαθέστατος! Λίγο παρωχημένος, αλλά δεν πειράζει, είσαι και μιας ηλικίας, έχει μια γραφικότητα το στυλάκι σου.»

Τώρα πέφτουν οι μάσκες. Ο λύκος χαμογελάει.

«Να ‘σαι καλά, κύριε Key Accounts Manager. Άντε, λίγα λεπτά υπομονή ακόμα και θα στην αδειάσω την γωνιά. Τριάντα πέντε χρόνια είναι αρκετά.»

«Ε, ναι. Το έκανες το καθήκον σου.»

«Πράγματι.»

«Άσε που, καλή η γραφικότητα αλλά δεν χωράει πια στο τραπεζικό σύστημα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει».

Κοιτά πάλι την μολυβοθήκη και αναρωτιέται αν είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρό εγκεφαλικό τραύμα. Η ιδέα τον διασκεδάζει και χαμογελάει. Φαντάζεται τους τίτλους των εφημερίδων. “Διευθυντής γνωστής τράπεζας τραυματίζει σοβαρά νεαρό υφιστάμενο του, λίγα λεπτά πριν βγει στην σύνταξη”. Τον πιάνουν τα γέλια.

«Γιατί γελάς; Είπα κάτι αστείο;”

«Αστείο; Για το Θεό, όχι. Κάτι θυμήθηκα, συνέχισε, μην σε διακόπτω.»

Στο φως του μεσημεριού γυαλίζουν τα μάτια του. Είναι στιλπνό το βλέμμα, σκληρό αν και κάπως ταραγμένο από το ξέσπασμα γέλιου, ίσως εξαιτίας του, δεν έχει συνηθίσει να έχει απέναντι του το γέλιο. Το κλάμα, ναι. Την οργή, επίσης. Το γέλιο είναι κάτι ξένο, δεν ταιριάζει στο σύστημα, πρέπει να εκλείψει, ο χώρος είναι σοβαρός, έχει εξελιχθεί, όλα αυτά τα λεφτά και η διαχείριση τους δεν είναι “παίξε- γέλασε”, όλα αυτά τα κελιά με τους αριθμούς και τα μηδενικά, όλα τα χαρτονομίσματα που ούτε καν υπάρχουν και ορίζουν τον τρόπο που ξοδεύει η ανθρωπότητα τον ελάχιστο χρόνο που έχει στην διάθεση της για να αντιληφθεί το μεγαλείο που την περιβάλει και που την τυφλώνουν όταν έστω και λίγο κάνει πως σηκώνει το κεφάλι στ’ αστέρια, είναι υπερβολικά σοβαρό θέμα κι ας μην υπάρχουν στην πραγματικότητα, κανείς δεν το αντιλαμβάνεται, όλοι επιλέγουν τους αριθμούς των χρημάτων που δεν υπάρχουν, έναντι των αστέρων που είναι εκεί, στ’ αλήθεια είναι εκεί. Κι αυτό, σίγουρα δεν είναι για να γελάει κανείς.

Μουδιάζει ο θεματοφύλακας του τίποτα για μια στιγμή, όμως σύντομα χαμογελάει ειρωνικά και πάλι και δείχνει τα δόντια του και αλυχτά στο φεγγάρι.

«Να σε βοηθήσω να μαζέψεις;», τον ρωτάει και δείχνει την κούτα που έχει μπροστά του. «Να τελειώνεις μια ώρα αρχύτερα;»

Ο Πολύκαρπος σηκώνεται αργά από την καρέκλα του. Παίρνει στα χέρια την μολυβοθήκη και την εξετάζει.

«Αθηναίος είσαι;»

«Ναι.»

«Εγώ από τον Πειραιά.»

«Το ξέρω, Πολύκαρπε. Θέλεις βοήθεια; Θα φύγουμε όπου να ‘ναι. Εσύ για τα καλά, τυχερέ!»

Ο Πολύκαρπος φέρνει βόλτες την μολυβοθήκη και την χαϊδεύει κοιτάζοντας την.

«Από επαρχία, ξέρεις; Θέλω να πω, στο χωριό σου πας;»

«Πριν δεκαπέντε χρόνια με πήγε ο πατέρας μου. Του το ξέκοψα ότι δεν πρόκειται να πατήσω το πόδι μου εκεί ποτέ ξανά. Εσύ;»

Τον πλησιάζει.

«Ούτε κι εγώ ξέρω από χωριό. Έχω έναν φίλο όμως που ξέρει.»

Ανοίγει το κουτί με τα λίγα πράγματα του.

«Μπράβο του.»

«Σε χωριό μεγάλωσε. Είχε πρόβατα ο μπαμπάς του. Καμιά φορά, άκουγαν κανέναν  λύκο εκεί κοντά», του λέει και βάζει την μολυβοθήκη στην κούτα. Την παίρνει στα χέρια. «Φοβόταν για τα ζώα ο φίλος μου. Ξέρεις τι του έλεγε ο πατέρας του;»

«Τι;»

«Πόσα πρόβατα έχουμε, ξέρεις; Ο φίλος μου έλεγε “ογδόντα”. “Ο λύκος είναι ένας” , του απαντούσε», συνέχισε και έφυγε προς την πόρτα. Γύρισε, κοίταξε τον Key Account Manager και χαμογέλασε.«Τα πρόβατα τον λύκο θα τον φάνε.»

Έφυγε. Δεν γύρισε ποτέ ξανά. Ούτε για λύκους, ούτε για πρόβατα.

 

5 σκέψεις σχετικά με το “42. Τα πρόβατα και ο λύκος

  1. Από το στόμα σου και στου θεού (;) τ’ αυτί, Πολύκαρπε!
    Έκανες ό,τι μπορούσες, φύτεψες το σπόρο σου και σίγουρα κάπου έπιασε και θα θεριέψει κόντρα στα ζιζάνια!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Υπάρχει χωράφι, υπάρχει νερό και όλο και κάποιος πού και πού φυτεύει και από κανένα σποράκι. Θα πρέπει να είναι αρκετό, ή έστω, να βολευτούμε προς το παρόν. Καλημέρα!

      Αρέσει σε 2 άτομα

  2. Ούτε λύκος ούτε πρόβατο! 😛
    Πριν πολλά χρόνια το θέμα πρόβατο με είχε προβληματίσει!

    https://ainafetst.wordpress.com/2010/03/06/moutons/

    Καλό μας βραδάκι χωρίς πολλά βελάσματα! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ωραία τυπάκια οι θυμωμένες μάγισσες…

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

imaginistes

«Τα όνειρα σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να 'ρθούν στην εξουσία»

haveatea.gr

human cup-ples

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close