37. Βιομηχανία ανδρών

0_QTFhQpn3Ou-JH3aa

Μπήκε με το πρώτο φως κι όλα ήταν όπως υποπτευόταν πως θα είναι, καμία έκπληξη, τίποτα αναπάντεχο. Πέρα ίσως από τα πρόσωπα που συχνά θύμιζαν κακότεχνο ομοίωμα ανθρώπου, όλα τα υπόλοιπα τα είχε προβλέψει με αρκετή ακρίβεια.

Στην πύλη φαιοπράσινο και γκρίζο, παράξενα μηχανήματα περασμένα σε ιμάντες κρεμασμένα σε ώμους, τσιγάρα μισά και χαιρέκακα χαμόγελα, σκουντήματα και λόγια που δεν άκουγε.

Πλησίασε το γραφείο υποδοχής.

«Καλημέρα.»

«Όνομα και Α.Σ.Μ.»

«Πολύκαρπος Γιοκλούκογλου του Μηνά, 101.»

«Προχώρα.»

Προχώρησε σε μια μεγάλη αίθουσα, μπροστά του παραταγμένα τραπέζια στην σειρά και πίσω από το καθένα, ένα πρόσωπο πρώιμης μιζέριας.

«Καλημέρα. Πολυκ…»

«Ακούμπα τα πράγματα σου εδώ.»

«Δεν έχω πράγματα.»

«Αυτά που φοράς. Όλα, μέχρι το σώβρακο.»

Σάστισε.

«Γιατί;»

Για πρώτη φορά ο άντρας που είχε απέναντι του τον κοίταξε. Τον έκοψε από την κορυφή ως τα νύχια και αναστέναξε.

«Ξέρεις που ήρθες;»

«Ξέρω.»

«ΠΑΠΑΡΙΑ ΞΕΡΕΙΣ, ΡΕ ΣΚΑΤΟΨΑΡΟ!», φώναξε ο φαιοπράσινος και χτύπησε το χέρι στον πάγκο. «Εδώ δε ρωτάμε. Εκτελούμε!»

«Σκέφτηκα…»

«Εδώ δε σκεφτόμαστε. Κάνουνε!»

«Όμως..»

«ΜΗ ΜΙΛΑΣ! Εδώ δε μιλάμε. Ακούμε!»

Ο Πολύκαρπος ξεκίνησε να γδύνεται ενώ ο φαιοπράσινος τον κοιτούσε όρθιος και βλοσυρός. Όταν τελείωσε, του ξεστόμισε ένα “προχώρα” σαν φλέμα, στην ίδια απόχρωση με την στολή του.

Προχώρησε. Στο δωμάτιο με το κοπάδι -προχώρα-, στο παραβάν με τον γιατρό -προχώρα-, στους πάγκους με τους εμβολιαστές -προχώρα-, στην κατάταξη -προχώρα-, στην αποθήκη ιματισμού κι ως το σούρουπο, βγήκε από ‘κει μέσα κι αυτός φαιοπράσινος.

«Μπες στη σειρά, ναι, εσύ ο ψηλός, στ’ αρχίδια μου πως σε λένε, προχώρα.»

Τους πήγαν στον θάλαμο, εδώ κοιμάσαι όταν σου πουν, ρώτα να μάθεις που χέζεις και που πλένεσαι, αρβύλες έξω, να λάμπουν δεμένες απ’ το κορδόνι, τσακιστείτε έξω. Μπρος, προχώρα.

Προχωρούσε και δεν μιλούσε. Στο συσσίτιο, στην αγγαρεία, στην εκπαίδευση, στην βολή. Χωρίς να το καταλάβει, εκεί που άλλοτε πνιγόταν, έφτασε να φαντάζει το πιο λογικό, το πιο σωστό απλώς να κάνει, δίχως να μιλάει. Κι έφτασε στην ορκωμοσία, ως τελευταίας ρανίδος του αίματος του, φρουρός του έθνους, εικόνα ο ίδιος, όσων του έμαθαν να φοβάται και να αποστρέφεται.

Ένα μεσημέρι τους έχουν όλους στον κύκλο, ντάλα ο ήλιος του Ιούλη, καμένοι στο στέρνο, τυφλοί από την αντηλιά, τρεις ώρες άφαγοι και στεγνοί από νερό, στεγνές οι γλώσσες και πρησμένες και τα δέκα κιλά του Μ1 φαντάζουν τόνος, το λείο ξύλο στο κοντάκιο ίδιο με τραχύ κορμό. Αντέχει ο μπάσταρδος, βαστάει γερά, είναι δυνατός μα περισσότερο πεισματάρης. Στο κέντρο ο Επιλοχίας προστάζει.

«Λόχος! Έξω τα στήθη γαμώ τα κορμιά σας, αίμα θα φτύσετε κουφάλες! Άκυρο. Λόχος! Προσό-χη! Επ’ ώμου- αρμ! Παρουσιάστε- αρμ! Και τώρα ακίνητοι, γαμώ τις μάνες σας και μην σαλέψει φρύδι, βράδυ θα σας πάρουν από ‘δω με καροτσάκι.»

Τα χέρια τεντωμένα κρατάνε το όπλο που όσο πάει βαραίνει, προσπαθεί να του ξηλώσει τον ώμο μαζί με τα σωθικά του, όμως δεν μιλάει, μονάχα ανασαίνει και σφιγγει τα δόντια. Μη μιλάς, κράτα μαλάκα μου, κράτα.

Σπάει ο κύκλος, ο διπλανός του κλείνει τα μάτια…

«Δεν είμαι καλά…» ψελίζει κι αρχίζει να πέφτει.

«ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΙΑΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΠΑΛΙΑΔΕΡΦΕΣ!», φωνάζει ο επιλοχίας κι ο Πολύκαρπος δεν αντέχει, ακουμπάει παραπόδας, γονατίζει και αρπάζει το κορμί που πέφτει.

Έρχεται πάνω του, τον σέρνει απ’ τον γιακά και τον τραβάει στο κέντρο του κύκλου.

«Ποιος είσαι, ρε καθίκι;»

«Στρατιώτης πεζικού Γιοκλούκογλου Πολύκαρπος τυφεκιοφόρος, κύριε Επιλοχία!» φωνάζει και χαιρετάει στρατιωτικά.

«Τουρκόσπορος είσαι, ρε μούλε;»

«Από την Κωνσταντινούπολη ήταν ο παππούς μου, κύριε Επιλοχία», του απαντάει ακόμα σε στάση προσοχής, ενώ γύρω του ο κύκλος ακόμα παρουσιάζει και βογγάει.

«Ξέρεις τι τους κάνουμε εδώ τους τουρκόσπορους;» του λέει ο Επιλοχίας και σκύβει στ’ αφτί του. «Άντρες, ρε κουφάλα. Ημί-ανάπαυση! Προσο-χή!»

Ο Πολύκαρπος εκτελεί και προσπαθεί να μην δακρύσει, προσπαθεί να αποφύγει το φονικό.

«Άπλωσε τα χέρια σου.»

Το κάνει.

«Επειδή σε κόφτει για τις παλιαδερφές που δεν αντέχουν, για κάθε έναν που λυγίζει, εσύ θα κουβαλάς το όπλο του», του λέει και βάζει πάνω στα χέρια του το δικού του Μ1 και του στρατιώτη που βρίσκεται πεσμένος λίγα μέτρα μακριά. Βγάζει έπειτα κι ανάβει τσιγάρο ενώ φέρνει βόλτες τον κύκλο με τα ιδρωμένα αγόρια.

Σταματάει μπροστά σε ένα που τρέμει.

«Κουράστηκες, κούκλα μου; Σε βλέπω, κουράστηκες. Άντε βάλε το όπλο σου στον οπλοβαστό, να ξαποστάσεις.»

Ο φαντάρος δεν αντιδρά.

«Τι με κοιτάς, ρε ποντίκι; Τσακίσου!»

Σέρνει τ’ άρβυλα στο χαλίκι, το βλέμμα χαμηλότερα κι όταν φτάνει στον Πολύκαρπο, ακουμπάει κι αυτός το όπλο πάνω στα χέρια του, μαζί με τ’ άλλα δυο. Ο Πολύκαρπος βογκάει, νοιώθει να ζαλίζεται, του τρυπά το στήθος ένα πυρωμένο σίδερο, του κόβει την ανάσα.

«Κι εσύ κουράστηκες;» συνεχίζει ο Επιλοχίας μπροστά σε ένα άλλο παιδί. «Άντε κι εσύ. Προχώρα!»

Κι άλλο όπλο. Έπειτα κι άλλο. Κι άλλο.

«Μη σου πέσουν καριόλη, δε θα ξαναδείς το φως της μέρας. Πρώτα θα πέσεις εσύ και μετά τα όπλα.»

Κι άλλο. Ο κόσμος φέρνει δυο στροφές και σβήνει πίσω από το λευκό σκοτάδι του ήλιου.

Όταν ανοίγει ξανά τα μάτια, είναι στο αναρρωτήριο. Βγαίνει έπειτα από μέρες. Ο Επιλοχίας τον βλέπει και χαμογελάει. Ξέρει τι έχει κάνει, ξέρει πως είναι έτοιμος για φονικό.

Δεν μιλάει. Προχωράει. Εκτελεί κατά γράμμα, πνίγει κατι τελευταία ίχνη επιθυμίας και δικαίου, δεν χωράει εδώ μέσα, κάνει βολές θανάτου, παρουσιάστε υποδειγματικό, μαθαίνει να σκοτώνει άλλους άντρες, ο ίδιος νεκρός από μήνες, του κολλάνε την σαρδέλα, εκπαιδεύει τους νέους, για το σώμα, για την μάχη, για την πειθαρχία κι είναι καλός, οι γαλονάδες έχουν να λένε, τελειώνει σε δυο μήνες, βρέχει και φυσάει, τι σημασία έχει; Πόλεμος γίνεται και με κακοκαιρία.

«Όλοι έξω! Μόνο φανέλες και έξω τροχάδην, ρε κοπρόσκυλα!»

Ένας δεν ακούει, μόνο τρέμει με τα ματιά κλειστά, κάτω από την κουβέρτα.

«Δεν με άκουσες φαντάρε;» σκύβει και του λέει.

«Σας άκουσα… κύριε… Δεκανέα. Έχω πυρετό.»

Ο Πολύκαρπος χαμογελάει.

«Αναφέρσου.»

«Στρ.. Στρατιώτης πεζικού Μπόρσας Βασίλειος, τυφεκιοφόρος.»

«Αρβανίτης είσαι ρε;»

«Μάλιστ…α κύριε Δεκανέα.»

Πλησιάζει ακόμα περισσότερο και του τραβάει την κουβέρτα.

«Ξέρεις τι τους κάνουμε εδώ τους Αρβανίτες, ρε τσόγλανε;» χαμογελάει και σκύβει στ’ αφτί του. «Άντρες τους κάνουμε.»

Σηκώνεται και του γυρίζει την πλάτη, ενώ φτύνει ένα «προχώρα», σαν φλέμα, ίδιο με εκείνον στο χρώμα και σ’ αυτό που τον έχουν μάθει να θυμίζει.

 

7 σκέψεις σχετικά με το “37. Βιομηχανία ανδρών

  1. Και αυτό είναι ο στρατός… Απίστευτο κείμενο, Μιχάλη.
    Θα ήθελα φυσικά να διαβάσω και αντρικά σχόλια. Μπράβο! ☺

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ευχαριστώ!
      Κάτι λίγα έφτασαν στο FB!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ναι ο στρατος ειναι δυσκολη εμπειρια.Για να μπορεις να εχεις την ελευθερια σου καποιος κανει σκοπια αυτην την στιγμη.Ειναι η σειρα σου να τον απαλλαξεις για να παει και αυτος σπιτι του.Ολοι πληρωνουμε φορους ,ετσι ειναι και ο στρατός.Αυτα που περιγραφεις ανηκουν σε δεκαετιες που περασαν.Ο στρατος ειναι σαν κολλεγιο πλεον.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Χαίρομαι που το ακούω φίλε Iannis, κάτι έχω καταλάβει.
      Δεν ξέρω πόσες ιστορίες 1000mg έχεις διαβάσει (υποθέτω όχι πολλές).
      Πράγματι, ο ήρωας υπηρέτησε πριν σαράντα χρόνια περίπου, οπότε είναι κάπως λογικό «αυτά που περιγράφω να ανήκουν σε δεκαετίες που πέρασαν».
      Σ’ ευχαριστώ που στάθηκες πάντως!

      Υ.Γ.1 Σε σχέση με το «ελευθερία μου»- «κάποιος κάνει σκοπιά»… ΟΚ. Είναι και αυτό μία άποψη.
      Υ.Γ.2 Πώς να τον απαλλάξω για να πάει σπίτι του;

      Μου αρέσει!

  3. Ξέρεις τι περίμενα όταν έφτασα στο τέλος Μιχάλη;
    Και… ο Πολύκαρπος ξύπνησε!
    Εφιαλτικά ε; 😉

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Πόσο τέλειο θα ήταν κάτι τέτοιο;
      Δυστυχώς, για τους άντρες που υπηρετήσαν πριν τις μεγάλες αλλαγές στην θητεία, στα τέλη του ογδόντα περίπου, τα πράγματα ήταν άκρως εφιαλτικά. Τουλάχιστον, τώρα πια η κατάσταση έχει κατά πολύ βελτιωθεί.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

imaginistes

«Τα όνειρα σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να 'ρθούν στην εξουσία»

haveatea.gr

human cup-ples

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close