34. Ανυποχώρητες απόψεις

santorini-wall

Απεχθάνεται το καλοκαίρι και δεν χάνει ευκαιρία να εκφράσει την αποστροφή του με στόμφο και ύφος μεγαλομαρτυρικό για τα δεινά του Θεριστή και των ημερών που έπονται, ιδιαίτερα εάν έχει καταναλώσει δυο- τρία ποτηράκια παραπάνω, δίχως στιγμή να του περνά απ’ το μυαλό πως με τον ίδιο τρόπο και την ίδια -ή και περισσότερη- ορμή οι πολέμιοι των θέσεων του, θα υπερασπιστούν την βαθιά πίστη τους στην υπεροχή του θέρους. Μέχρι τις πρώτες, κοινές διακοπές τους.

Πρώτη φορά που ξέφυγαν μαζί ήταν δυο χρονιά μετά την πρόσληψη του στην τράπεζα. Η Τζια θύμιζε ακατέργαστο διαμάντι, όλο μικρά χωριά, σπιτάκια δίπλα στην θάλασσα και ανθρώπους που δεν ήξεραν από τουρισμό. Ήξεραν μόνο από σκληρή ζωή και φιλέματα.

Κάθονται σε μια μικρή βεράντα δίπλα στην θάλασσα, πίσω τους ένα μικρό κατώγι να περάσουν τη βραδιά, νοικιασμένο για ψίχουλα και άνθρωπος πουθενά. Ένα μπαλκόνι πάνω στο κύμα, οι δυο τους μεθυσμένοι και όλα γεμάτα χάρη και τζιτζίκια. Εκτός από τον Πολύκαρπο που επιμένει.

«Ξέρεις τι λέω;» τον ρωτάει και δαγκώνει ένα ροδάκινο, γεμίζει το σαγόνι της χυμούς, το σκουπίζει πρόχειρα με την ανάστροφη και συνεχίζει. «Λέω πως απλά είσαι πολύ πεισματάρης για να το παραδεχτείς. Το ‘χεις δηλώσει τόσες φορές όλα αυτά τα χρόνια, που δεν σου πάει να αλλάξεις τώρα.»

«Σε πληροφορώ πως όταν λέω ότι δεν μου αρέσει το καλοκαίρι, εννοώ ακριβώς αυτό, τέλος», απαντάει και ακουμπάει στην καρέκλα. Φοράει ακόμα το μαγιό και στους ώμους του το αλάτι σχηματίζει μικρούς κύκλους.

«Μα, υπάρχει άνθρωπος λογικός να μην απολαμβάνει το καλοκαίρι; Την θάλασσα; Τους μεσημεριανούς ύπνους στην αυλή της εξοχής; Τα τραπέζια του σούρουπου με τα ουζάκια και τα λιαστά χταπόδια; Αυτό εδώ, τώρα; Κοίτα γύρω σου, δεν είναι υπέροχα; Δεν είναι ό,τι καλύτερο έχεις δει; Στην Ελλάδα ζούμε, για τον Θεό, όχι στην Αγγλία! Αν μη τι άλλο, καλοκαίρια έχουμε ακόμα όμορφα!» του λέει όλο πάθος η Σοφία που ξοδεύει εννιά μήνες κυοφορώντας μια παραλία κι έναν καυτό ήλιο. «Δεν το πιστεύω ότι πήγα και παντρεύτηκα τον μεγαλύτερο εχθρό του καλοκαιριού!»

Δίπλα τους ένα ζωηρό κύμα γλύφει κάτι βράχια και σηκώνεται απαλό αεράκι, παίζουν τα φύλλα της κληματαριάς που τους σκεπάζει και μία θιγμένη ηλιαχτίδα τον χτυπάει κατευθείαν μέσα στο μάτι. Μορφάζει, με την γυναίκα και την ηλιαχτίδα.

Ποτέ δεν κατάφερε να καταλάβει, πώς τα θηλυκά μεταμορφώνονται κάτω από τους ανοιχτούς ουρανούς και τις ξαφνικές μπόρες του Ιούνη. Από τότε ακόμα που άρχισε να προσέχει τα κορίτσια στην γειτονιά, με τα φρέσκα στήθη και τις μέσες λυγιστές γεμάτες άγουρα παιχνίδια, πρόσεξε πως άλλαζαν με τις πρώτες ζέστες.

Δεν ήταν τόσο που γινόταν βαθύ κεχριμπαρένιο  το ανώριμο τους δέρμα και γυάλιζε στο σκοτάδι σαν ακριβό μετάξι, ούτε που τσάκιζε το χρώμα στα μαλλιά και παγίδευε στις μπούκλες, τραχιές απ’ τον ιδρώτα, λίγο από τον ήλιο ή που αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα και πύρωναν τα ξερά τους χείλη. Ούτε που μύριζαν μπαρούτι και φονικό οι γωνίες του κορμιού τους. Ούτε που έλιωνε σε ασημένιες σταγόνες από πάνω τους ο χειμώνας και στάλαζε μέσα στις πτυχές ή που οι κόρες στένευαν με γατίσιο τρόπο στα μάτια τους και υποπτευόταν την κίνηση κάτω από τα φορέματα υγρή και λεία.

Ήταν μια μεταμόρφωση ολική, σαν γυναίκα και ηλιαχτίδα, να γίνονταν το ίδιο πράγμα.

«Άσε με ρε Σόφη, που θα μου βγάλεις και το καλοκαίρι ωραία εποχή!», απαντάει και γυρίζει προς το Αιγαίο. «Δεν το αντέχω, τι να κάνουμε; Πες με τρελό, τι να σου πω; Ο ήλιος με βασανίζει, μου κόβεται η ανάσα!»

Ρουφάει μια γουλιά ούζο κι ακουμπάει το ποτήρι στο τραπεζάκι, σηκώνει ξανά το βλέμμα και ψάχνει να βρει την άκρη της θάλασσας. Από μικρός προσπαθεί, καθισμένος σε έναν βράχο να πετάξει την πέτρα τόσο μακριά ώστε να πέσει από κάτω, να γλιστρήσει απαλά εκεί που τελειώνει το νερό και χάνεται στο μπλε το μάτι. Δεν τα κατάφερε και μετά από χρόνια, τα παράτησε. Δεν ρίχνει πια πέτρες, μα κάθε τόσο, το βλέμμα του φτάνει ως εκεί, χάνει την πνοή του, γλιστράει στο χείλος του πελάγους και βουτά μαζί με τα κοράλλια και τους αστερίες.

Η Σοφία τον βλέπει που ρεμβάζει και χαμογελάει.

«Παραδέξου το», λέει για να τον πειράξει. Γεμίζει πάλι τα ποτήρια. «Έλα ρε παιδί μου ποτέ δεν είναι αργά, πες το. Το λατρεύεις!»

Τραβάει τα μάτια από το μπλε πριν τον τυλίξει, κρύβει στα γρήγορα ένα ηλιοκαμένο χαμόγελο και την αγριοκοιτάζει.

«Εγώ; Λατρεύω αυτό το πράγμα; Ντάλα ήλιο κι άπνοια, να μην μπορείς, όχι να φας, ούτε το σάλιο σου να καταπιείς; Θες και τα λες;»

Εκείνη ξεσπάει σε γέλια.

«Σταμάτα βρε γκρινιάρη», του λέει, σκύβει και τον φιλάει στα χείλη.

Μυρίζει ροδάκινα το φιλί της, ανάκατα με αρμυρό νερό, ανάθεμα το καλοκαίρι, δεν ξερει αν είναι παιδί μπροστά στο κύμα με μουσκεμένα τα μαλλιά και την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα ή αν είναι άντρας παραδομένος στην ζέστη, το πιοτό και το κορμί της.

«Πες το», του ψιθυρίζει σε απόσταση αναπνοής με το χέρι να τρέχει στο στήθος του.

Την κοιτάει και βουλιάζει μέσα της.

«Είσαι τρελή», απαντά.

Εκείνη επιμένει και τον φιλάει ξανά. Ακουμπάει το στήθος στο μπράτσο του, γυμνή κάτω από νωπό καφτάνι, στην αυλή του νησιού, μόνοι μέσα στον κόσμο, μεθυσμένοι με το φως και η μικρή νησιώτικη αυλή, ο κήπος της Εδέμ τους, μια τρύπα ελευθερίας, είναι νέοι, τυλίγονται σε μια ανάσα μέσα στ’ απομεσήμερο, το τραπεζάκι φέρνει δυο στροφές και πέφτει, εκείνοι δίπλα του πάνω στο λιακωτό του νησιού, στην σκεπή του κόσμου, τρώνε ο ένας τη θάλασσα απ’ το κορμί του άλλου, πεινασμένοι απο μέρες, από χρόνια κι εκείνη ψιθυρίζει.

«Πες το.»

Δαγκώνει τα χείλια της, το χέρι του τρέχει στο κορμί της και δεν ακούει.

«Πες το.»

Ιδρώνουν ο ένας πάνω στον άλλο, το μπλε τους τυλίγει, εκείνον μια ηλιαχτίδα, χορεύει πάνω του, μέσα του ως που χάνει τον κόσμο και όλα γίνονται μια καυτή κουκίδα άμμου, ένα βότσαλο απο τα χιλιάδες κάτω από τα πόδια των παιδιών.

Ακουμπούν στο χαμηλό τοιχάκι της αυλής και βαριανασαίνουν, ακόμα αγκαλιά κάτω από την ζέστη του Ιούλη.

«Πες το», του λέει ξανά.

Γυρίζει και την κοιτάζει.

«Εντάξει», απαντά.

«Εντάξει, τι;»

«Δεν είναι και τόσο χάλια το καλοκαίρι!»

8 σκέψεις σχετικά με το “34. Ανυποχώρητες απόψεις

  1. «Δεν είναι και τόσο χάλια το καλοκαίρι!» ❤

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ε, τι θα έλεγε; Συγνώμη δηλαδή!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Το καλοκαίρι είναι υπέροχο, όπως και η ξεροκεφαλιά! 😉

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Κάτι από «υπέροχο» έχουν και τα δύο!

      Μου αρέσει!

  3. Βαρέθηκα να σου γράφω Μιχάλη… Άσε που δεν ξέρω και τι πρέπει να σου πω

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Χαίρομαι που σε «πιάνει» ο Πολύκαρπος φίλε Χρήστο. Μην γράφεις, ρε παιδί μου. Αρκεί που διαβάζεις!

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close