33. Αύριο κληρώνει

aspromaura-athinaika-stigmiotupa-germaniki-matia

Έχει λίγα λεπτά που πάτησε το πόδι του στον Κηφισό και ζέχνει καυσαέριο, άγριες βρισιές και τσαμπουκάδες. Σουρουπώνει και πάει προς την στάση. Καθώς περνάει από τα στενά πεζοδρόμια ένας λαχειοπώλης του κλείνει το μάτι και κουνάει το κοντάρι με τα λαχεία. Του πέφτει ένα μανταλάκι, σκύβει τα χρόνια του με κόπο και το μαζεύει.

«Πάρε», του φωνάζει. «Αύριο κληρώνει το Λαϊκό».

Σταματάει και τον κοιτά. Του φαίνεται παράξενο θέαμα ένας λαχειοπώλης.

«Δεν παίζει μία, μπάρμπα» απαντάει, περνάει τον σάκο στην πλάτη και κάνει να συνεχίσει.

«Φτηνό είναι, πάρε. Μη κλοτσάς την τύχη σου.»

Για κάποιον λόγο βάζει το χέρι στην τσέπη και ψάχνει. Του ‘χουν μείνει τέσσερα τσαλακωμένα χιλιάρικα, λίγο μίζερα, αλλά αρκετά για καμιά βδομάδα, μέχρι να βρει δουλειά. Κι αυτά δεν θα τα ‘χε αν δεν του τα είχε στείλε ο θείος Λευτέρης από το Κέιπ με  έμβασμα πριν καμιά βδομάδα, μαζί με ένα τηλεγράφημα.

«ΦΤΑΝΩ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΕ ΔΥΟ ΜΗΝΕΣ ΣΤΟΠ. ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΤΟΤΕ ΣΤΟΠ. ΚΑΛΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΣΤΟΠ. ΦΕΡΝΩ ΜΑΡΛΜΠΟΡΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΤΟΠ.»

Πάντα έγραφε τι καπνό κουβαλούσε μαζί του, πίστευε πως έτσι θα μεγάλωνε η προσμονή. Στην πραγματικότητα δεν είχε καμιά σημασία ή αποτέλεσμα. Και αέρα σε βαζάκια να κουβαλούσε το ίδιο του έκανε.

Σταματά κοντά και κοιτάει τα λαχεία. Ο λαχειοπώλης χαμογελάει γιατί μυρίζει πελάτη.

«Από που έρχεσαι», ρωτάει.

«Από Διδυμότειχο.»

«Τελείωσες;»

«Τέλειωσα.»

Βγάζει ένα πακέτο Άσσο και του προσφέρει τσιγάρο. Ο Πολύκαρπος το παίρνει. Απλώνει τα ροζιασμένα του δάχτυλα, έχουν μια παχιά στρώση μουντζούρας που κάνει το δέρμα του ανάγλυφο, και του δίνει αναπτήρα.

«Δεν έχει πιο καλή ώρα για να πάρεις λαχείο, λεβέντη. Τώρα που ξεκινάς τη ζωή σου είναι σωστό να το πάρεις» του λέει και κουνάει το κεφάλι στο “ευχαριστώ” του Πολύκαρπου καθώς του γυρίζει τον αναπτήρα.

«Γιατί έτσι;»
«Στην αρχή είναι καλύτερα. Διαλέγεις με την καρδιά. Αργότερα, άμα στρώσεις τη ζωή σου όπως- όπως διαλέγεις από απελπισία, κούραση ή βαρεμάρα.»

Ρουφάει τον Άσσο σε τρεις τζούρες, χαρμάνιασε από Λαμία μέχρι το τέρμα, τα πόδια του λυγίζουν από την κούραση όμως έχει σκοπό για το βράδυ που πλησιάζει, το πρώτο μετά από καιρό και δεν θα το αφήσει να πάει χαμένο.

Σ’ αυτή την πρώτη ώρα, μπροστά στον γέρο που πουλάει τυπωμένη την ελπίδα, με την τράκα να τελειώνει, διαπιστώνει πως το πραγματικό νόημα των δυο προηγούμενων χρόνων, ήταν η στέρηση. Αυτή η φαρμακερή απώλεια των δεδομένων, των άνευ αξίας, των σίγουρων. Αυτό ήταν η θητεία. Τα πρόσκαιρα δεσμά που σου δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο της ελευθερίας. Κι η ελευθερία του, είχε και πρόσωπο και όνομα.

«Δώσε», λέει τελικά.

Ο λαχειοπώλης πλαταίνει το στραβό χαμόγελο του.

«Πάρε ένα να λήγει σε δύο. Τυχερό το δύο», του λέει και ψαχουλεύει το κοντάρι του.

Απλώνει και του δίνει τα λεφτά. Παίρνει ρέστα και έντυπη ελπίδα, τα χώνει όλα στην τσέπη.

«Ευχαριστώ για το τσιγάρο.»

«Αύριο που θα κληρώσει, θυμήσου να μου φέρεις μια κούτα αγορασμένη από τα κέρδη.»

«Έχει ήδη κληρώσει, μπάρμπα», του λέει ο Πολύκαρπος και ανεβαίνει στο λεωφορείο για Πειραιά.

Χαμογελάει στην διαδρομή, ψάχνει στην τσέπη τα λιγοστά λεφτά του, τα βγάζει, τα μετράει, φτάνουν για ένα φτηνό, δεν θα ‘χει πολυτέλειες, αλλά δεν πειράζει.

Κατεβαίνει στην Καραϊσκάκη και πάει προς Στουρνάρα. Είχε ένα μαγαζί εκεί, θυμόταν, που άρεσε στην μάνα του να κοιτά την βιτρίνα με τις ώρες. Εκείνος βαριόταν και γκρίνιαζε, ποτέ δεν κατάλαβε τι κοιτούσε. Ρωτάει έναν περαστικό για την ώρα, εφτά και μισή, αν βιαστεί θα προλάβει, άπλυτος, στραπατσαρισμένος, κουρασμένος, αλλά θα προλάβει.

Φτάνει, κοιτά την βιτρίνα, περνάνε μερικά λεπτά και δεν μπορεί να αποφασίσει, του μοιάζουν όλα ίδια.

Έχει αμφιβολίες, φοβάται πως θα γελάσει μαζί του, φοβάται πως θα φοβηθεί, πως δεν ξέρει την απώλεια, δεν γνωρίζει τα δεσμά και τους τρόπους που αλλάζουν τους ανθρώπους, πως βαραίνουν μέσα τους οι ώρες και η όψη του οικείου αν το στερηθεί κανείς. Κι αφού δεν έχει τόσο σκληρά δοκιμαστεί, πως θα τον καταλάβει;

«Χρειάζεστε βοήθεια;»

Μια γυναίκα του χαμογελάει από την ανοιχτή πόρτα. Σαστίζει.

«Δεν… δεν ξέρω.»

«Τι ψάχνετε;»

Η ερώτηση αντηχεί μέσα του και χαμογελάει ενώ το μάτι του βρίσκει ένα μικρό, μαυρισμένο από τον χρόνο κομμάτι μέταλλο.

«Αυτό», λέει και δείχνει με το δάχτυλο.

Σκύβει η γυναίκα, βλέπει καλύτερα και τον σπρώχνει απαλά στον ώμο να περάσει το κατώφλι.

«Είστε σίγουρος;»

«Ναι. Γιατί ρωτάτε;»

Το βγάζει από την βιτρίνα, το περνάει μπράσο με ένα πανί και του το ακουμπάει στο χέρι.

«Το έχω τουλάχιστον είκοσι χρόνια εκεί, μπροστά- μπροστά. Κι όλο αναρωτιόμουν γιατί δεν το παίρνει κανείς. Δείχνει λίγο… ντεμοντέ για έναν νέο σαν εσάς, γι’ αυτό σας ρωτάω.»

«Είναι τέλειο», της απαντάει και ψάχνει για τα λεφτά του. «Πόσο θέλετε;»

«Έξι έχει κανονικά, τέσσερα θα σας το αφήσω».

Απλώνει τα λεφτά πάνω στον πάγκο και μετράει.

«Τρία τετρακόσια έχω.»

Εκείνη σφίγγεται, δεν θέλει να τον αποκαρδιώσει αλλά δεν της αρέσει η ιδέα.

«Κι αυτό το λαχείο», συμπληρώνει ο Πολύκαρπος. «Πάρτε και το λαχείο. Αύριο κληρώνει μου είπαν.»

Εκείνη κουνάει το κεφάλι.

«Κι αν είναι το τυχερό σας;»
«Αυτό εδώ είναι το τυχερό μου», της απαντάει και της δείχνει το μικρό αντικείμενο.

Βγαίνει από το μαγαζάκι τελείως άφραγκος και τρέχει προς το Πασαλιμάνι, έχει πάει σχεδόν οχτώ, κάτω από το ρολόι είχαν κανονίσει, ιδρώνει και αγκομαχάει με τον σάκο στον ώμο, δεν θέλει να αργήσει, δεν θέλει να χάσει ούτε λεπτό.

Είναι εκεί, σταματάει λίγα μόλις βήματα μακριά να πάρει ανάσα, η καρδιά του δεν λέει να σταματήσει το σφυροκόπημα, γυρνά προς το μέρος του, τον βλέπει, αστράφτει, τρέμει, γεμίζουν δάκρυα τα ματιά της, τρέχει και πέφτει πάνω του και τον φιλάει στα μαλλιά, στα μάτια, στο μέτωπο, ρουφάει τα χείλη του και το σαγόνι του.

«Ήρθες Ήρθες. Ήρθες», λέει ξανά και ξανά.

Κι αυτός απαντάει, «ήρθα μωρό μου», την ακουμπάει ξανά στις πλάκες του πεζοδρομίου, γονατίζουν και οι δύο στην βάση του ρολογιού αγκαλιασμένοι και μένουν ακίνητοι μπροστά στους περαστικούς που τους κοιτάνε περίεργα, ενοχλημένα και ονειροπόλα.

«Πόσο μου έλειψες. Φυλακή. Μια φυλακή ήταν οι μέρες μακριά σου», του λέει και τον χαϊδεύει.

Κάθε σύννεφο σκορπά.

«Ήρθα. Και δεν θα ξαναφύγω από κοντά σου», της λέει και της δείχνει το δαχτυλίδι. «Δεν θα ξαναφύγω.»

7 σκέψεις σχετικά με το “33. Αύριο κληρώνει

  1. Αχ βρε Μιχάλη, αχ βρε Πολύκαρπε!
    Απίστευτη γραφή. Κι αυτό το λαχείο…

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Κρατηθείτε… αναμένονται αναταράξεις στο προσεχές μέλλον!

      Μου αρέσει!

      1. I have a bad feeling about this, που λέει κι ο Σόλο…

        Αρέσει σε 1 άτομο

  2. «Ήρθα. Και δεν θα ξαναφύγω από κοντά σου», της λέει και της δείχνει το δαχτυλίδι. «Δεν θα ξαναφύγω.»
    Διαβάζω τη τελευταία πρόταση λίγο φωναχτά και αρχίζω το κλάμα. Υπέροχό συγκινητικό δε ξέρω με άγγιξε!!!!!!!!!!!!!!! Κι άλλοοο θέλουμεεε ❤ ❤ ❤ ❤ φιλάκια ❤

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Πάρ’ το απ’ την αρχή αφού θέλεις κι άλλο! Αυτή είναι η 33η δόση 1000mg. Προηγούνται άλλες 32!

      Αρέσει σε 1 άτομο

      1. Θα τα διαβασω εννοείται ❤

        Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close