1000mg Απουσίας

21. Το μεγάλο ΝΌΧΙ.

151065

Στο μπρίκι βράζει ο καφές. Σκάει σε μυρωδάτες τουλούπες το καϊμάκι κι όμως ζέχνει φθηνό οξυζενέ, μίσος και φόβο.

«Ναι!»

«Όχι!»

«Ναι!»

«Όχι!»

Στο άλσος της Δεξαμενής τα πιτσιρίκια διαφωνούν αν πέρασε η μπάλα την γραμμή.

«Ναι!»

Σφίγγουν τα φρύδια.

«Όχι!»

Σφίγγουν γροθιές.

Περπατάει πάνω σε ξερές πευκοβελόνες, τα κοιτάει, όλα μοιάζουν ίδια, παντού, κανείς ανέγγιχτος, κανείς στην απέξω, το περιθώριο φαντάζει μακρινό σ’ αυτή την πόλωση, στο κέντρο λίγοι συντηρητικοί αρχίζουν κι αυτοί να φωνάζουν, τελειώνετε ρε παιδιά με τις βλακείες να παίξουμε, όμως η ορμή στα άκρα πιέζει, «Ναι!», στοιβάζεται μισός αιώνας ελευθερίας, έντασης και πλασματικής γαλήνης, «Όχι!», ο ίδιος δεν απέχει, αυτός ο Ιούλιος έχει κάτσει πάνω του σαν ρετσινιά, το παιδί μου, ρε πούστη μου;

«Στο εκβιαστικό τελεσίγραφο  για την αποδοχή από την μεριά μας μιας αυστηρής και ταπεινωτικής λιτότητας δίχως τέλος και χωρίς προοπτική να ορθοποδήσουμε ποτέ κοινωνικά και οικονομικά, σας καλώ να αποφασίσετε κυρίαρχα και περήφανα, όπως η ιστορία των Ελλήνων προστάζει.»

Βγαίνει από το πάρκο μα πριν το κάνει ρίχνει πίσω του μια ματιά, παίζουν ξανά τα αλητάκια, οι πρωτεργάτες της διαμάχης πειράζονται, γελάνε και τρέχουν δίπλα- δίπλα, γεμίζει απελπισία για τα ιδανικά που ξεπούλησαν, γεμίζει γαλήνη για την αγάπη που επικρατεί, για τον αδελφό που δεν κλονίζεται από του διπλανού τ’ αγύριστο κεφάλι, που δεν φουντώνει τελικά ολέθρια πυρκαγιά.

Όμως αυτά, συμβαίνουν μόνο στην χώρα του Ποτέ- Ποτέ, είναι νεκρός ο Πίτερ Παν, τα παιδιά διδάσκουν στα πάρκα, όλη η υπόλοιπη χώρα θυμίζει καφενείο, ο Μηνάς έφυγε οργισμένος από το σπίτι, τον έβρισε, τον είπε απολίθωμα του Στάλιν, κι εκείνος το ίδιο έκανε, του έφτυσε ένα «ηλίθιε προδότη», καφενείο το σπίτι, καφενείο η δουλειά, ο κυβερνοχώρος, η κρεβατοκάμαρα κι αυτή το ίδιο, λείπει όμως ο μυρωδάτος καϊμακλής, λείπουν οι καλημέρες και η πρέφα, πουθενά τα ασσόδυα κι οι εξάρες, τα πειράγματα και τα στοιχήματα με έπαθλο σοκοφρέτες, οι πρώτοι σκόρερ, τα κυβερνητικά λάθη, οι τραγόπαπες και οι στημένοι αγώνες, λερό το μωσαϊκό, λίγδα στην χοάνη, ξεφτίζει η ψάθα της καρέκλας, καμένη η τσόχα και λείπει μόνο ο κοινός εχθρός, απουσιάζει η αγανάχτηση του ωχαδερφισμού μας, δεν φταίει ο πολιτικός, ο παπάς κι ο παράγοντας, ο Κώστας φταίει, ο Μηνάς, η Ελένη, ο Πέτρος, ο Πολύκαρπος, ο φίλος μου φταίει, «στον αυταρχισμό και στην λιτότητα να απαντήσουμε με δημοκρατία», παιδιά είμαστε; Ο αδελφός φταίει, «με ψυχραιμία», η γυναίκα μου «και αποφασιστικότητα», η ίδια μου η μάνα φταίει  γαμώ τη σκλαβιά μου.

Ολόκληρη η εβδομάδα περνάει μέσα στο μίσος, φτύνει ο γείτονας τον φίλο, απειλεί ο εργοδότης τον υπάλληλο, ο Πολύκαρπος δεν σηκώνει το τηλέφωνο να πάρει τον Μηνά, η Σοφία του μιλάει, του λέει να ηρεμήσει, του λέει πως σε λίγες μέρες θα μετανιώσει πικρά, θα κάτσει η λάσπη και τότε θα δεις πως όλες αυτές τις μέρες, εσύ την έριχνες πάνω σου, είναι φασίστες απαντάει, κι εσύ, του λέει εκείνη, χάνεται στα άρθρα, τον βομβαρδίζουν, τον προετοιμάζουν για όσα δεν προσμένει κανείς, να πάρει εκείνος, το κωλόπαιδο, δε φτάνει που δεν μπορεί να δει ούτε μέχρι τ’ αρχίδια του, έχει γλώσσα, γαμώ και τα πτυχία του, η Ελπίδα τον στέλνει στον αγύριστο, δεν με νοιάζει ρε πατέρα, δεν καταλαβαίνεις; Αλλά τον αδελφό μου, μην τον πιάνεις στο στόμα σου, μ’ ακούς;

Βραδιάζει Παρασκευή, βραδιάζει παντού, φωνές, μουσικές, πορείες, Σύνταγμα και Στήλες, όλα στο μπλέντερ, δυο δόσεις Ιστορίας, δυο δόσεις υστερίας και μια πρέζα τέχνη, λάβαρα και εμπνευσμένοι ηγέτες με έρπητα στα χείλη, γύρω του ζωστήρας, τρελαμένα μάτια ακαδημαϊκών με ξυρισμένο κρανίο και φοιτητικό backpack των πεντακοσίων ευρώ, άνθρωποι δικοί μας δίπλα μας κι απέναντι οι άλλοι, οι χαζοί, οι φοβισμένοι προδότες που δεν βλέπουν την αλήθεια μας, μα σύντομα όλα θα τελειώσουν, εξορία μετά, να καθαρίσει ο τόπος από τους δωσίλογους, φτάνει πια!

Καίγονται από νωρίς οι ασφαλτικές εκτάσεις, κλειστό βρίσκει η Κυριακή τον καφενέ μας, μα τα παιδιά το στήνουν στο προαύλιο των εκλογικών, μαλώνουν ξανά οι έφηβοι, καλάθι και φάουλ, τα βρίσκουν στον φραπέ με τυρόπιτα στο γνωστό κοπανατζίδικο απέναντι από τον Δημοτικό Κήπο, φτάνει στο 1ο Λύκειο, κόσμος μπαίνει και βγαίνει, το Κομμουνιστικό Κόμμα μοιράζει δικά του ψηφοδέλτια, γιατί έτσι, γιατί στην απέξω μπορείς να ασκείς όση αντιπολίτευση τραβάει η κόκκινη καρδούλα σου, έχεις πάντα καλύτερη προοπτική του προβλήματος αν το κοιτάς από ψηλά, πάνω στο βολικότατο συννεφάκι σου, έχει πέσει σιγή θανάτου, όσοι προσπερνούν, μονάχα ανασαίνουν, κι ο Μηνάς εδώ ψηφίζει, εδώ είναι το ναι, εδώ και το όχι, δυο λογιών ανάσες μα όχι εκ πεποιθήσεως προσδιορίσιμες αλλά εκ φοράς.

Αλλιώς σιωπούν όσοι μπαίνουν, πριν πάρουν στα χέρια τους το χαρτί, γεμάτοι αγωνία, αβεβαιότητα, με μια έκφραση εξαναγκασμένου εγκληματία που έχει οριστεί πως είναι δίκαιο το έγκλημα του κι όμως, η γνώση της φύσης του τον γονατίζει. Αλλιώτικα πάλι σιωπούν όσοι επιστρέφουν έχοντας ρίξει το χαρτί. Σκυφτοί, μπερδεμένοι, αβέβαιοι, όλη η θέρμη έχει πια χαθεί, θαρρείς κι από την ώρα του διακαούς πόθου ως τώρα μεσολάβησε μια μίζερη κι ενοχική μαλακία στην λεκάνη, επ’ ευκαιρία κάποιας επείγουσας κένωσης, μουδιασμένοι κι ανάλαφροι από κάθε ευθύνη.

Φτάνει κι η σειρά του. Παίρνει το χαρτί, μαζί και ένα λευκό, μπαίνει στο παραβάν, ακουμπάει στην ξύλινη επιφάνεια, παίρνει στυλό και λίγο πριν βάλει τον σταυρό, κοιτάει.

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟΔΕΚΤΟ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΕΘΕΣΑΝ Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΟ EUROGROUP ΤΗΣ 25.06.2015 ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΕΡΗ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΓΚΡΩΤΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥΣ:

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ “REFORMS FOR THE COMPLETION OF THE CURRENT PROGRAM AND BEYOND” («ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΑΥΤΟΥ») ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ “PRELIMINARY DEBT SUSTAINABILITY ANALYSIS” («ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΧΡΕΟΥΣ»)

 

ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ ΟΧΙ

ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ ΝΑΙ

 

Φέρνει το χέρι στο στόμα, κλείνει τα μάτια.

Βγαίνει έξω σκυφτός, βουβός και όλο συστολή. Ο κόσμος τον κοιτάζει, θέλει να κρυφτεί. Βγάζει το τηλέφωνο.

«Μηνά;»

«Μην πεις τίποτα, όλα καλά», κομπιάζει μα τα λέει.

Ο Πολύκαρπος χαμογελάει.

«Λευκό;»

«Λευκό.»

«Γιατί;»

Επικρατεί σιωπή.

«Δεν κατάλαβα την ερώτηση», γελάνε ανακουφισμένοι. «Εσύ;»

«Κι εγώ.»

«Γιατί;»

«Δεν μου ‘κάνε κέφι να παίξω. Θα ‘ρθεις για καφέ;»

«Σε καμιά ώρα τελειώνω, θα ‘ρθω. Πατέρα;»

«Πες μου.»

«Σ’ αγαπάω.»

«Το ξέρω. Όλοι το ξέρουμε. Ευτυχώς.»

 

6 σκέψεις σχετικά με το “21. Το μεγάλο ΝΌΧΙ.”

  1. Χαίρομαι που το χάρηκες. Σε λίγες μέρες θα τα θυμηθούμε όλα καλύτερα, θα την γιορτάσουμε την επέτειο, ξέρεις, χωρίς να αναφέρουμε τίποτα ή αν τελικά μπούμε στον κόπο να το κάνουμε, θα είναι επειδή κάποιος επικοινωνιολόγος θα έχει διαβάσει κάτι τέτοια σχολιο στην μπλογκόσφαιρα μας. Κι αυτό κάτι είναι…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s