16. Κακή Παιδεία

Γυροφέρνει μέσα στο σπίτι βουβός, η Σοφία δουλεύει, η Ελπίδα θα λείψει τρεις μέρες εκδρομή με το σχολείο, Δελφούς, Μετέωρα, λίμνη Πλαστήρα, τρώει νευρικά τα νύχια του, περιμένει τηλεφώνημα, φτάσαμε, όλα καλά και στο δωμάτιο ο Μηνάς διαβάζει για τις εξετάσεις που πλησιάζουν, αποστηθίζει τύπους, παπαγαλίζει την ολοκλήρωση μέσα από τα Ολοκληρώματα.

Πάει στο σαλόνι, κάθεται στον καναπέ και παίρνει στα χέρια του την εφημερίδα, είναι χθεσινή, την έχει διαβάσει. Μα πώς μπορεί να ολοκληρωθεί, ακόμα κι αν πετύχει τον σκοπό του, κι αν τελικά γίνει καλός στο κόψε- ράψε των ανθρώπων και όλοι του χρωστούν ευγνωμοσύνη, θα ολοκληρωθεί στ’ αλήθεια;

Σηκώνεται και πάει στην κουζίνα, ανοίγει το συρτάρι, βγάζει το μπρίκι να φτιάξει καφέ, τον τέταρτο, καταραμένη άδεια, δεν περνά η ώρα, ψάχνει σπίρτα στο ντουλάπι του απορροφητήρα. Ποια αλήθεια, να πάρει διάολε… Ζει μέσα σε ένα συνεχές ψέμα, προς όλους, μπορεί ακόμα και προς τον εαυτό του, αν και δεν το πολυπιστεύει, υπάρχουν ενδείξεις.

Χτυπάει το τηλέφωνο, τα παρατάει και τρέχει να απαντήσει. Έφτασαν. Γέλια, φωνές και χαρούμενη φασαρία στ’ αφτιά του και μέσα του. Το κλείνει, δεν επιστρέφει στην κουζίνα. Τουλάχιστον η μικρή μπορεί και γελάει με έναν τρόπο που δεν θα καταφέρει ποτέ να γελάσει ο Μηνάς. Δεν γελάς όταν ζεις μέσα στην αγωνία.

Θυμώνει, γεμίζει θλίψη, πάει στο δωμάτιο, τον βλέπει από την πόρτα χλωμό και νευρικό, σκυμμένο πάνω από χοντρά βιβλία, κάθεται με το ένα γόνατο λυγισμένο και το χέρι κάτω από το σαγόνι, μασάει το μολύβι και ξεφυσάει.

«Πάμε», του λέει απότομα και ο Μηνάς τον κοιτάζει.

«Που να πάμε;»

«Ώρα για διάλειμμα, έλα» συνεχίζει ο Πολύκαρπος και κάνει να φύγει. Ο Μηνάς επιμένει.

«Μα, έχω πολύ ακόμα.»

«Πάντα θα έχεις πολύ ακόμα. Σήκω, είσαι χλωμός σαν άγαλμα.»

Βγαίνουν, ο ήλιος λάμπει ζεστός, είναι απόγευμα, είναι 23 Απριλίου, το 2002 είναι περίεργη χρονιά, όλα ρόδινα, ψεύτικα και βουβά, σαν μια μεγάλη σιωπή πριν την καταιγίδα.

Κατεβαίνουν στον Πειραιά, δίπλα από το Δημοτικό θέατρο, περπατούν λιγομίλητοι, ο Μηνάς με τα χέρια σταυρωμένα, κάπως δύσθυμος αλλά ο ήλιος και ο κόσμος του κάνουν καλό.

«Που πάμε;» ρωτάει.

«Εσύ στο Metropolis. Εγώ για εφημερίδα», του απαντάει και λάμπει το πρόσωπο του. Πάντα του έφτιαχνε το κέφι η μουσική, κρυβόταν μέσα της, στους Χατζιδάκιδες και στους Lou Reed και στους Bowie που τόσο αγαπούσε.

«Έλα μαζί μου!»

«Ξέχνα το φιλαράκι! Μέσα στο Metropolis είσαι χειρότερος από ότι η μητέρα σου στου Λαμπρόπουλου! Πάρε ό,τι θες και έλα απέναντι, κερνάω καφέ», του είπε, του έβαλε στο χέρι ένα ολόφρεσκο πενηντάρικο και καθώς έφευγε του φώναξε «το καλό που σου θέλω, να φέρεις ρέστα!»

Πήρε μια Καθημερινή, τον τράβηξε ο τίτλος «Ας πρόσεχαν!», αναμασούσε μια δήλωση του πρωθυπουργού σχετικά με την συντριβή των μικροεπενδυτών του χρηματιστηρίου Αξιών, όλες στραβές, όλες μισές και λάθος.

Κάθισε σε ένα ωραίο τραπεζάκι, φασαριόζικο σημείο, νευρικό, πολύς κόσμος αλλά θα τον δει σίγουρα ο Μηνάς καθώς θα βγαίνει από το δισκοπωλείο, μπορεί να φάει εκεί μέσα ώρες, δε βαριέσαι, τουλάχιστον θα ξεσκάσει λίγο, μπορεί ακόμα και να ξεχάσει τα ψέματα του, αυτό που είναι και όλοι φτύνουν. Πάλι θυμώνει, δεν του αξίζει να τον φτύνουν. Τον πρωθυπουργό ναι, τον γιο του όχι. Τινάζει την εφημερίδα νευρικά και διαβάζει, φουντώνει ακόμα περισσότερο με την υποκρισία, όλων, παντού και ρουφάει καφέ. Ανάβει τσιγάρο.

«Κύριε Γιοκλούκογλου;»

Γυρίζει και κοιτά, ένας μεσήλικας άντρας, κακοφτιαγμένος μα προσεγμένος στην εμφάνιση τον κοιτά πίσω από μυωπικούς φακούς. Τον ξέρει. Είναι ο καθηγητής χημείας του Μηνά.

«Καλησπέρα κύριε Δεμερτζή! Πως είστε;»

Είναι καλά, όμορφη μέρα, πως τα πάει ο Μηνάς με το διάβασμα, να εδώ, διάλειμμα τον περιμένω να έρθει, καθίστε, ας καθίσω λίγο, γιατί όχι.

«Είναι ιδιαίτερο παιδί ο Μηνάς!»

«Ναι, είναι αρκετά. Σκέτο το καφεδάκι σας;»

«Ναι, ναι. Αντρίκιο!»

Η γόμωση για κάποιον λόγο ενεργοποιείται.

«Ε, δεν τον κάνει λιγότερο… αντρίκιο λίγη ζάχαρη, δεν θα σας κακολογήσω αν τον πιείτε μέτριο.»

«Ε, πώς; Παίζει τον ρόλο της κι η… ζάχαρη. Μα αρκετά με τον καφέ. Ο Μηνάς είναι το θέμα μας.»

«Ο Μηνάς, γιατί;»

«Λόγω της ιδιαιτερότητάς του.»

«Α, ναι. Είναι αρκετά ευφυής, πράγματι», απαντάει ο Πολύκαρπος που βλέπει καλά τι θα ακολουθήσει και περιμένει την κατάλληλη στιγμή.

«Ναι, ναι, βέβαια. Και ευφυής είναι!»

«Τί άλλο, δηλαδή;»

Ο δάσκαλος κομπιάζει.

«Ε, ξέρετε…»

«Α! Αναφέρεστε στο γεγονός πως είναι πούστης!»

Ένα σαγόνι κατρακυλάει στο πεζοδρόμιο ακολουθούμενο από δυο ματόχαντρα που σκάλωσαν στιγμιαία σε μυωπικούς φακούς πριν τους κάνουν κομμάτια.

«Κύριε Γιοκλούκογλου!»

«Ω, με συγχωρείται, ήμουν άκομψος. Αδελφή; Αρκετά πιο ήπιο…»

«Μα…»

«Συκιά;»

«Μα…»

«Κουνιστή τότε;»

«Κύριε Γιοκλούκογλου!»

«Σας προσέβαλα;» ο σερβιτόρος ήρθε και άφησε έναν αντρίκιο πάνω στο τραπέζι και μυρίζοντας μπαρούτι, έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Λυπάμαι, ελπίζω να μην σας προσέβαλα.»

«Ω, για τον Θεό, πως μιλάτε έτσι;»

«Με συγχωρείται, θα βρω έναν αρκετά κομψό όρο που να σας κάνει!» απάντησε και σηκώθηκε ρίχνοντας βαριά την σκιά του πάνω στον καθηγητή.

«Τρύπιος; Όχι; Γυναικωτός; Τοιούτος; Κραγμένη; Πισωγλέντης; Κολομπαράς; Λούγκρα; Καμία δεν σας κάνει;»

«Μα… μα… δεν ντρέπεστε καθόλου; Μιλάτε για το παιδί σας!»

«Ακριβώς», απάντησε με τα φρύδια σφιγμένα και άνοιξε το στόμα του για να συνεχίσει, όμως το μετάνιωσε.

«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα με τις λέξεις; Το πρόβλημα είναι πως άνθρωποι σαν εσένα που καταπιάνονται με την Παιδεία, έχουν σκεφτεί εκατό διαφορετικές λέξεις για να σκοτώσουν τον ίδιο άνθρωπο και μόλις μια για την αγάπη.»

Πέταξε ένα πεντάευρω πάνω στο τραπεζάκι.

«Κερασμένος ο αντρίκιος.»

Δεν περίμενε απάντηση.

Μπήκε στο Metropolis και πήγε κατευθείαν στην ροκ σκηνή προσπερνώντας τον Μηνά που χάζευε στα σάουντρακ.

«Ο Δεμερτζής ήταν αυτός, καλά είδα;» τον ρώτησε όταν τον πλησίασε.

«Ναι», απάντησε ο Πολύκαρπος καθώς έψαχνε.

«Αμάν! Τί λέγατε;»

Έσφιξε τα δόντια και αναστέναξε.

«Πόσο κακή είναι η παιδεία μας» απάντησε και τράβηξε έναν δίσκο. «Πάρε».

Ο Μηνάς τον κοίταξε.

«Made in Heaven; Τί είναι;»

Ο Πολύκαρπος χαμογέλασε με προσπάθεια.

«Αν δεν ξέρεις τον Μέρκιουρι, η παιδεία δεν μπορεί να σε σώσει», του είπε, πέρασε το χέρι γύρω από τους ώμους του και τον έσπρωξε προς το ταμείο.

«Δώσε το πενηντάρικο πίσω, ρε τσογλάνι!» είπε και έβαλαν τα γέλια.

«Πράγματι χρειαζόμουν ένα μικρό διάλειμμα», του πέταξε ο Μηνάς και τον έσφιξε πάνω του. «Σ’ ευχαριστώ.»

3 σκέψεις σχετικά με το “16. Κακή Παιδεία

  1. Τον αγαπώ πολύ τον Πολύκαρπο! Να είσαι καλά, Μιχάλη!

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Είπαμε!
      Είναι «δικός μας» άνθρωπος ο Πολύκαρπος…
      Σ’ ευχαριστώ!

      Αρέσει σε 2 άτομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close