1000mg Απουσίας

13. «αυτό το κάτι που Του μοιάζει»

Red_Eggs_Easter_Greek_Orthodox_tradition

Όλα ξεκινούσαν με μια μυρωδιά από μελισσοκέρι και μοσχοθυμίαμα το πρωί, στο κουζινάκι που έβλεπε στο λιακωτό. Άναβε το καντήλι, μισό νερό, μισό ελαιόλαδο, το φυλούσε σε ένα γυάλινο μπουκάλι ρετσίνας το λάδι για το καντήλι, κάτω από τον νεροχύτη και κάθε τόσο συμπλήρωνε. Ο Πολύκαρπος πίστευε πως ήταν έργο θεϊκό η διχρωμία στο καντήλι, πως οφειλόταν στην θαυματουργή παρέμβαση του καλού Θεού, δεν γνώριζε το ατομικό βάρος του νερού, τίποτα δεν είχε ξεπλύνει τα μυστήρια από μέσα του, καμία χημεία κι έβλεπε την γιαγιά του, την κυρα- Αργυρώ να κάνει τα θεϊκά της μάγια το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης απαγγέλοντας βραχνά «Πάτερ Ημών». Έπειτα κοσκίνιζε το αλεύρι.

«Καλημέρα!»

«Καλώς τον γείτονα! Τι κάνεις πασά μου;»

«Καλά Βασιλάκη, μια χαρά είμαι. Να, ετοιμαζόμαστε σιγά- σιγά.»

Το κοσκίνιζε σε μια μεγάλη λεκάνη που είχε για τα ρούχα και το ακουμπούσε πάνω στον πάγκο. Δίπλα του άφηνε φρέσκια μαγιά από τον φούρνο, αυγά, το γάλα, βούτυρο, αμύγδαλα λεπτοκομμένα, ζάχαρη ένα βουνό και το μπακιρένιο γουδί.

«Α! Θα ‘χεις κόσμο, ε;»

«Ε, δεν θα ‘μαστέ και λίγοι!»

Φορούσε πάντα μια εμπριμέ ρόμπα από λεπτό ύφασμα, χοντρές μαύρες κάλτσες ως το γόνατο και τα γκρίζα της μαλλιά μαζεμένα σε πρόχειρο κότσο και μουρμουρίζοντας τα τροπάρια που έμαθε μικρή, πριν φύγει από την Πόλη, έριχνε το μαχλέπι στο γουδί και το κοπανούσε καλά, να γίνει λεπτή σκόνη. Εκείνη την στιγμή ο Πολύκαρπος καταλάβαινε στα σίγουρα πως ερχόταν η Λαμπρή. Την μαστίχα μετά, μικρή καμπάνα μέσα του το γουδοχέρι και τ’ άρωμα ψαλμός.

«Πέντε κιλά κατσικάκι βάλε μου. Για φούρνο.»

«Αμέσως Πολύκαρπε! Θα ‘ρθουν τα παιδιά, ε;»

«Και τα παιδιά θα ‘ρθουν και παρέα θα μας φέρουν.»

«Άντε!»

«Ναι, ναι! Πρώτη χρονιά φέτος όλοι μαζί!»

Έβγαζε κι ακουμπούσε την βέρα στο περβάζι, μόνο τότε, μια φορά τον χρόνο κι ας είχε φύγει ο παππούς τρία χρόνια τώρα. Έφτιαχνε μετά χυλό για το προζύμι, καθαρά λινά και ζέστη θέλει κι έπειτα όλα τα άλλα υλικά, απαλά, με τρόπο και για να μαστιχώσει λίγο- λίγο το βούτυρο, με το χέρι και αργές στροφές στο ζυμάρι, όχι πολλές κι όχι με βιάση, θέλει τον χρόνο της η Πασχαλιά κι έπειτα πλέξιμο, αυγό κρόκο να γυαλίσει, στόφα και καλή φωτιά για ώρα, μέχρι να ροδίσει.

«Βάψατε αυγά;»

«Τώρα τα κάνει η Σοφία, δυο καρτέλες πήρα.»

Κι όλο μοσχοβολούσε η γειτονιά μαστίχα και μαχλέπι κι αρώματα της Πόλης κι έλεγε χαμογελώντας η γιαγιά Αργυρώ μυρίζει ο Θεός και ευφραίνεται που έχασε το παιδί του για το χατίρι μας. Κι έκανε τότε τον σταυρό του ο Πολύκαρπος και τον λυπόταν τον καημένο τον καλό Θεό που έχασε το παιδάκι του για τους ανθρώπους.

«Τα κρατάτε τα έθιμα, ε Πολύκαρπε; Κάτσε να στο σπάσω να χωράει στο ταψί.»

«Εγώ τα κρατάω; Άμα ήταν στο χέρι μου τίποτα δε θα ‘κάνα. Η Σοφία θέλει.»

Κι έπειτα έβραζε στην κατσαρόλα το νερό με παντζάρι και κρεμμυδόφλουδες και βουτούσε τ’ αυγά κι έβγαιναν κόκκινα, το αίμα του Χριστού είναι, του έλεγε, που χύθηκε για τους ανθρώπους. Πάλι στεναχωριόταν ο Πολύκαρπος που είχε χάσει ο καλός Θεός τον αγαπημένο του, κατσούφιαζε και κοιτούσε τα αυγά στα χέρια της γιαγιάς του που του έλεγε, μην μου στεναχωριέσαι. Η ζωή κερδίζει πάντα επί του θανάτου.

«Σώπα βρε Πολύκαρπε! Σ’ είχα  για πολύ της εκκλησίας!»

Και σαν έφτανε Παρασκευή Μεγάλη, ξυπνούσε ο Πολύκαρπος με διπλό κόμπο στο στήθος, έναν για τον χαμό του Ιησού και έναν για την προδοσία που δεν μπορούσε να την χωνέψει, που του ‘κάνε ο φίλος του ενώ βαθιά τον αγαπούσε. Έκανε με την κυρά- Αργυρώ την περιφορά αργά το βράδυ και κρατούσε το κερί μακριά από τις ζακέτες των μπροστά γιατί θα τον σκότωνε η γιαγιά του άμα την έκανε ρεζίλι σ’ αυτή την μαύρη ώρα του καλού Θεού. Κι όταν την ρωτούσε, γιατί έπρεπε να πεθάνει, εκείνη του ‘λέγε πως ήταν θέλημα Θεού. Ο Πολύκαρπος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένας πατέρας να θέλει να πεθάνει το παιδί του, αλλά την πίστευε και περίμενε να φτάσει Ανάσταση, να δει τα σήμαντρα να χαλούν τον τόπο και να μυρίζει μπαρούτι, ξύδι και γιορτή ο αέρας.

«Όχι, δεν είμαι. Η Σοφία επιμένει, κατι να μείνει στα παιδιά από τις άγιες μέρες, λέει.»

« Πέντε τετρακόσια βγήκε, το θες ή να κόψω;»

Και σαν ξημέρωνε Λαμπρή, οι άντρες στη βεγγέρα με ρετσίνα και ούζο από το πρωί, κομμένα αυγά κι αγγούρι για μεζέ και οι κυράδες καρύκευαν και φούρνιζαν το κρέας. Πεταγόταν όρθιος ο Πολύκαρπος και έπεφτε στα τσουρέκια, αφράτα, μυρωδάτα τσουρέκια να ευφράνουν έλεγε η γιαγιά του τον καλό Θεό κι εκείνος τα έτρωγε για να τον ικανοποιήσει, πρώτα εκείνα, που μύριζαν αγάπη και γιαγιά και βαθιά συγχώρεση. Κι ήταν όλοι γύρω από το τραπέζι της Λαμπρής, όλο φως και θεία χάρη.

«Βαλ’ το μωρέ, δεν θα το φάμε;»

«Καλή Ανάσταση να ‘χεις βρε Πολύκαρπε! Πιστεύεις δε πιστεύεις.»

Κι έπειτα, όταν έφυγε κι η γιαγιά, ρώτησε ο Πολύκαρπος να μάθει γιατί την πήρε ο καλός Θεός, γιατί απ’ όλους εκείνη που ‘βγάζε για χάρη του την βέρα κι όλοι του είπαν την ίδια κουβέντα, πως ήταν θέλημα Κυρίου.

Έφαγε το τσουρέκι εκείνη τη χρονιά κι ενώ η συνταγή ήταν η ίδια κι ήταν το ίδιο νόστιμο, για τον Πολύκαρπο δεν είχε την ίδια γεύση γιατί δεν είχε κανενός τον πόνο να ευφράνει, πέρα από τον δικό του. Κι αφού δεν είχε πια Θεό, δεν είχε φως η δική του η Λαμπρή από ‘κει κι έπειτα όσο και αν επέμενε η Σοφία να τα κάνει όλα με το νι και με το σίγμα.

Κάθεται τώρα στην κεφαλή του τραπεζιού, δίπλα του η Σοφία, αντίκρυ του η Ελπίδα κι ο Θωμάς, είναι μαζί τέσσερα χρόνια κι ο Μηνάς πιο πέρα με τον Αλέκο που ζουν μαζί αρκετό καιρό. Τσουγκρίζουν, πίνουν και γελούν, μοσχοβολάει το ψητό, μοσχοβολάει το τσουρέκι, πειράζονται, μαλώνουν, βάλε να πιούμε ρε Σόφη, Χριστός Ανέστη, Αληθώς, δεν μιλάει, δεν αντέχει, θα κλάψει αν μιλήσει, να σκάσει θέλει και ακούει το γουδί να χτυπά ξανά, μυρίζει το μαχλέπι κι όπως τους βλέπει γελαστούς και πιωμένους ξέρει πως κι αν δεν έχει Θεό για να λατρεύει, αυτό του περισσεύει.

 

5 σκέψεις σχετικά με το “13. «αυτό το κάτι που Του μοιάζει»”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s