12. Το ναι του όχι

feather-1198123

«Και τι να της πω;»

Σφίγγει τις γροθιές και τρέμει το σαγόνι του, θυμίζει κακομαθημένο αγόρι μπροστά στο πρώτο “όχι”, όμως δεν είναι, έχει ακούσει πολλά “όχι” στα είκοσι οχτώ του χρόνια, αμέτρητα, τελεσίδικα “όχι”, με πουπουλένιο βάρος, σαν πνοές ανάλαφρα και βιαστικά, ο χρόνος πήζει γύρω του τώρα, πυκνώνει και παχαίνει, φαρδαίνει τεμπέλικα, τον συμπιέζει, τον εξωθεί, νοιώθει λεπτός, τσιγαρόχαρτο μπροστά σ’ αυτό το “όχι”.

«Κύριε Γιοκλούκογλου, προσπαθήστε να καταλάβετε…»

«Ω, καταλαβαίνω! Καταλαβαίνω απόλυτα!» απαντάει τρέμοντας κάτω από το φως που λιγοστεύει στον διάδρομο, θα ανάψουν αυτόματα οι μεγάλες λάμπες φθορίου, θα αλλάξει όψη ο σοβάς και το πλαστικό πάτωμα, το λευκό θα γίνει εκκωφαντικό και όσοι το φορούν θεόμορφοι. «Αλλά δεν μου είπες, τι σκατά να της πω!»

«Ηρεμήστε σας παρακαλώ, τέτοια περιστατικά είναι συνηθισμένα».

«Αυτό να της πω;»

«Η φύση έχει μηχανισμούς να προλαβαίνει τα χειρότερα…»

«Αυτό τότε; Αυτό να πω;»

«… πιθανότατα ό,τι συνέβη, συνέβη για καλό», απαντάει και σηκώνει τα χέρια μέσα στα λευκά του και θυμίζει μια απεικόνιση του Ανούβη στο βιβλίο Ιστορίας της Πέμπτης Δημοτικού.

«Να της πω δηλαδή, ότι έγινε για καλό;»

Κομπιάζει, θέλει να πει “ναι” αλλά μπουρδουκλώνεται στο “όχι”, του βγαίνει ένας κόμπος που προσπαθεί εδώ και ώρα να φτύσει, ανασηκώνει τους ώμους, βγάζει μια ταμπακιέρα και προσφέρει τσιγάρο.

Ο Πολύκαρπος το κοιτά στιγμιαία, γλείφει τα χείλη του και καρφώνεται ξανά στα μάτια του άλλου.

«Ακούστε με», λέει εκπνέοντας διακριτικά ένα πυκνό ντουμάνι, «αν ηρεμήσετε λίγο…»

«Ήρεμος είμαι.»

«…αν ηρεμήσετε θα σας εξηγήσω ακριβώς. Είναι συνηθισμένο σ’ αυτό το στάδιο να…»

«Αυτό θέλεις να πω;»

«Όχι! Ω, για όνομα του Θεού, θα με αφήσετε να μιλήσω επιτέλους!» λέει ο άλλος και ο Πολύκαρπος τον κοιτάζει με τα φρύδια σφιγμένα. Κουνάει το κεφάλι τελικά.

«Δώσε ένα», λέει και ο άλλος προσφέρει. Του ανάβει.

«Μη μιλάς για δυο λεπτά.»

«Κύριε Γιοκλούκογλου, σας παρακαλώ, με περιμένουν…»

Ο Πολύκαρπος σηκώνει το χέρι.

«Απλά, κάτσε εκεί που είσαι για λίγο αμίλητος. Μπορείς να το κάνεις αυτό, ρε πούστη μου;»

Ο λευκός Άνουβης σταυρώνει τα χέρια, αν ήταν νόμιμο, θα τον μουμιοποιούσε επιτόπου, όμως δεν είναι.

Ρουφάει, φυσάει, ρουφάει, φυσάει…

Ακουμπάει στο δοκάρι της πόρτας. Ρουφάει.

«Τι δείχνει;»

Φυσάει. Γυρίζει και τον κοιτάζει, πίσω της το πρωινό φως είναι άγριο, κατεβαίνει όλο τσαμπουκάδες και φρέσκια άνοιξη από τον φωταγωγό, την χτυπάει αλύπητα, μοιάζει με πορφυρή δροσοσταλίδα, άχαρα θρονιασμένη στην λεκάνη, ένα βαμβακερό εσώρουχο γύρω από τους αστραγάλους και τίποτα άλλο, τα στήθια της είναι μικρά, θυμίζουν άγουρα ροδάκινα, τραγάνα, ζουμερά ροδακινάκια γεμάτα καλοκαίρια και ιδρωμένο πόθο, ερεθίζεται, σκληραίνει ο άρρωστος, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα την έπαιρνε πάνω στα πλακάκια του μπάνιου, πάνω στην γαμημένη την λεκάνη.

«Κάτσε ρε αγάπη μου, ακόμα δεν έκανα!» απαντάει εκείνη. Έχει το ένα χέρι ανάμεσα στα πόδια της, ο αγκώνας του άλλου στηρίζεται στο γόνατο της και με την παλάμη κρατάει το μάγουλο της.

«Κύριε Γιοκλούκογλου…»

«Σκάσε.»

Ρουφάει.

«Έκανες;» φυσάει και την ρωτάει.

«Έκανα.»

«Και τώρα;»

«Τώρα δώσε μια τζούρα», του λέει και απλώνει το χέρι, παίρνει το τσιγάρο και τραβάει μια γερή. «Σε λίγο θα δείξει.»

Του το δίνει. Εκείνος ρουφάει και φυσάει μηχανικά κοιτάζοντας πότε το πρωινό φως, πότε τα βυζιά της και πότε τον άσπρο κύλινδρο που κρατάει στο χέρι της.

«Είναι εντάξει τώρα αυτό το πράγμα;» την ρωτάει και δείχνει το λευκό αντικείμενο.

«Η Έφη στο φαρμακείο μου είπε ότι είναι καινούργια μέθοδος αν βιάζεσαι, αλλά στα σίγουρα μόνο ο γιατρός» απαντάει, κοιτάζει τον κύλινδρο και τρώει με πάθος μια παρανυχίδα.

Ρουφάει, φυσάει, ρουφάει, φυσάει.

«Δεν νομίζετε ότι κράτησε αρκετά αυτό το αστείο; Εξαντλείται την υπομονή μου. Κατανοώ το δράμα σας αλλά δεν ήρθε και η συντέλεια του κόσμου!»

«Αυτό να της πω;»

«Όχι! Φυσικά όχι!»

«Τότε κάνε ησυχία.»

Ο χρόνος γύρω του ρέει σαν νερό, εκείνη κάθεται στην λεκάνη γυμνή και κοιτάζει ένα μυστηριώδες αντικείμενο, λευκό κι αυτό, κι αυτό θεόμορφο κι εκείνος καπνίζει τώρα το φίλτρο, αηδιάζει από την γεύση, φτύνει, βλαστημά, ξεχνά τι περιμένει και τότε την βλέπει, σφίγγεται ολόκληρη, γουρλώνει τα μάτια και σηκώνεται όρθια, αρπάζει με το ελεύθερο χέρι της τον καρπό του.

«Πολύκαρπε…» ψιθυρίζει, θαρρείς και θα τρομάξει το ιερό αντικείμενο και θα αναληφθεί από τα χέρια της, «δείχνει.»

«Δείχνει;» ρωτάει σαν ηλίθιος.

«Ναι!»

«Τι δείχνει; Πες, τι σκατά δείχνει; Ναι; Όχι;»

Την αρπάζει από τα χέρια και την γυρίζει αντικριστά του. Εκείνη δεν μιλάει, μόνο τον κοιτάζει με τρόμο στο βλέμμα, γεμάτη αγωνία.

«Τι; Πες το!» της λέει.

«Ναι;» αλλά δεν βγαίνει φωνή.

«Όχι; Μίλα!»

Πέφτει πάνω του, τον σφίγγει, είναι μικρόσωμη, ορθώνεται στις μύτες και πασχίζει να τον σπάσει μέσα στα χέρια της.

«Ναι…» του μουρμουρίζει.

Την τραβάει από πάνω του και κρατάει το πρόσωπο της, με τα μάτια την μετράει.

«Ναι;»

«Ναι!» του λέει και κλαίει. «Ναι, φως μου.»

Την σφίγγει πάλι πάνω του και τώρα κλαίει κι αυτός.

«Μας πήρε τρία χρόνια αλλά… θα είναι το κάτι άλλο!» της λέει και τώρα γελάνε και κλαίνε. Ούτε και ξέρουν τι κάνουν.

Ρουφάει, πετάει στο πάτωμα και φυσάει.

«Πες τώρα. Τι να της πω;»

Ο άλλος ανασκουμπώνεται και ξεκινάει, δεν θέλει να χάσει άλλο χρόνο για επιπλήξεις.

«Το περιστατικό είναι αρκετά σύνηθες κατά τα πρώτα στάδια…»

«Δεν με νοιάζει. Πες μου μόνο τι να της πω», λέει ο Πολύκαρπος και για πρώτη φορά ο άντρας με τα λευκά καταλαβαίνει πως κανείς δεν ζητάει να πάρει εξηγήσεις σ’ αυτή την συζήτηση.

«Να της πεις» του λέει απαλά «πως είστε υγιείς και νέοι και θα τα καταφέρετε. Δεν πειράζει.»

«Αυτό να πω;»

«Αυτό», απαντάει ο άλλος, τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και φεύγει.

Την βρίσκει στο κρεβάτι να ατενίζει το σούρουπο. Τον καταλαβαίνει και γυρίζει προς το μέρος του.

«Τι σου είπε;» τον ρωτάει και εκείνος δεν απαντά. Μόνο πλησιάζει.

«Το χάσαμε;» πάλι σιωπή.

«Το έχασα;» επιμένει.

Εκείνος την κοιτά γλυκά.

«Είμαστε πολύ νέοι ακόμα.».

«Ναι», απαντά εκείνη μουδιασμένα.

«Είμαστε υγιείς…»

«Ναι», βουρκώνει, σφίγγει τα χείλη.

«Θα ξαναπροσπαθήσουμε.»

«Ναι», γυρνάει το κεφάλι της ξανά στο παράθυρο.

«Δεν πειράζει.»

Εκείνη κλαίει με λυγμούς τώρα.

«Ναι», του απαντάει και γυρίζει πλευρό.

Την αφήνει μόνη. Είμαστε συνηθισμένοι στα βαριά τα “όχι” με το πουπουλένιο βάρος. Του “ναι” το ζύγι το μαθαίνουμε υπερβολικά μεγάλοι.

2 σκέψεις σχετικά με το “12. Το ναι του όχι

  1. ανατριχιαστικά πραγματικό.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close