11. Το κάποτε

470674388

Δεν ζητούσε ποτέ άδεια από κανέναν. Έκανε του κεφαλιού του, συνήθως όλα τα λάθος πράγματα, εκείνα που μετά οδηγούν τους θύτες σε ένα είδος ηδονιστικού πόνου, γεμάτο από ξεσπάσματα οργής και ευδαιμονίας.

«Ατίθασα είναι τα αγόρια, κάποτε θα στρώσει. Κι αν δεν τον στρώσει το σχολείο, θα τον στρώσει ο στρατός», έλεγαν οι μεγάλοι της γειτονιάς, παρηγοριά στην μάνα του που το ‘χε μαράζι αλλά φούσκωνε και στα κρυφά από καμάρι με το ανυπότακτο παιδί της.

«Που θα πάει, κάποτε θα βάλεις μυαλό», μουρμούριζε και έβαζε ιώδιο στον αγκώνα που αιμορραγούσε.

«Κάποτε θα ηρεμίσεις» και μαντάριζε το σχισμένο πουκάμισο.

«Κάποτε θα στρώσεις» και έπλενε τις λάσπες από τα παντελόνια κι όλο κρυφογελούσε με τα καμώματα του και προσδοκούσε πότε θα φτάσει το «κάποτε».

Ο Πολύκαρπος μελετούσε προσεκτικά, αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς, με τον πατέρα πάνω από το κεφάλι του.

«Εφτά επί οχτώ;»

Δοκίμαζε να το κάνει κατευθείαν, πάντα λάθος, πάντα αργά. Έπειτα προσπαθούσε να τα προσθέσει. Κάπου μετά το πέμπτο εφτάρι μπερδευόταν, φτου ξανά κι απ’ την αρχή. Έπειτα έπιανε άλλες μεθόδους, πιο συνθέτες κι όλο κατέληγε στο λάθος συμπέρασμα σε μια ερώτηση δεδομένη κι απογοητευόταν και θύμωνε που δεν του έκοβε παραπάνω. Ο πατέρας τον έβλεπε να σφίγγει τα δόντια και να έχει τα δάκρυα δεμένα με περηφάνια και τότε τον χτυπούσε απαλά στην πλάτη.

«Κάποτε αυτά θα τα ‘χεις για παιχνιδάκι. Προσπάθησε πάλι».

Κι εκείνος προσπαθούσε και τα βράδια που ξάπλωνε να κοιμηθεί καρτερούσε την στιγμή που παίζοντας με τα δεδομένα, θα κατέληγε σε ασφαλή συμπεράσματα, ξεκινώντας από την προπαίδεια του εφτά και φτάνοντας στα παιδικά σύνορα της αντίληψης, των ανθρώπων και του κόσμου. Όλα τα μέσα του “γιατί” επέστρεφαν σαν γλάροι στο λιμάνι και ζητούσαν εξηγήσεις. Γιατί ξημερώνει, γιατί δεν μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα, γιατί κάποια δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους και κάποια άλλα όχι, γιατί δεν είσαι εσύ ο δάσκαλος μου στο σχολείο, γιατί ο παρατατικός του “υπερβάλλω” είναι “υπερέβαλλα” και όχι “υπερέβαζα”, γιατί ο Θεός όταν έκανε τους πρωτόπλαστους δεν έφτιαξε μερικούς ακόμα, γιατί δεν τρώμε κρέας στην νηστεία, γιατί ήταν τέτοιο παλιόμουτρο ο Εφιάλτης κι άλλα χίλια “γιατί” κλωθογύριζαν στο κεφάλι του ενώ ο ύπνος του έκλεινε από την γωνία το μάτι. Και κάθε φορά, παππούς, γιαγιά, πατέρας ή μητέρα, απαντούσαν, «κάποτε, θα τα καταλάβεις αυτά τα πράγματα».

Έβγαινε στα στενά των προσφυγικών για παιχνίδι μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά και στα κρυφά, όταν έπεφτε το σκοτάδι, η Φιλιώ σήκωνε την φούστα της και του έδειχνε όσα αυτός δεν είχε και σε αντάλλαγμα εκείνος, της μάθαινε να σουτάρει με φάλτσο γιατί είχε αδυναμία στον Δομάζο και κανείς μέσα στην Κοκκινιά δεν ήθελε να της δείξει πως σκοράρει ο αρχηγός του Παναθηναϊκού. Μετά τους έπιασε η κυρα- Μακρίνα ένα βράδυ του Αυγούστου πάνω στην καλύτερη ώρα και έμαθαν κι οι δύο πως της σφαλιάρας το φάλτσο είναι καλύτερο από του Δομάζου.

Ο πατέρας του τον κοιτούσε απογοητευμένος και το μόνο που του είπε ήταν «κάποτε θα γίνεις άνθρωπος, γιατί τώρα συμπεριφέρεσαι με ένστικτα ζωώδη και φθηνά. Κάποτε θα μάθεις να σέβεσαι. Μέχρι τότε, μην τολμήσεις να με ξανακάνεις ρεζίλι στην γειτονιά».

Κι έπειτα ήρθαν στιγμές τρομερές, ήρθε η ώρα πολλών ανθρώπων, η μια μετά την άλλη, πολύ κοντά, πολύ πυκνά. Και κάθε φορά ο Πολύκαρπος έκλαιγε και ρωτούσε «γιατί» κι όλο κάποιος του έλεγε «έτσι είναι τα πράγματα παιδί μου. Είσαι μικρός ακόμα, κάποτε θα καταλάβεις».

Πέρασε τα χρόνια του στους δρόμους, στις αλάνες να παίζει μπάλα με τα μεγαλύτερα παιδιά που δεν μπορούσε να τα φτάσει στο τρέξιμο ή στο άλμα και κάθε φορά που έτρωγε τα μούτρα του, κάποιο τσογλάνι του έλεγε «κάποτε, σπόρε, θα τρέχεις κι εσύ. Τώρα σύρσου στο χώμα σαν τα μωράκια» και όλοι οι υπόλοιποι γελούσαν. Κι όλο βιαζόταν να ψηλώσει, να δυναμώσουν τα πόδια του, να μάθει τους χρόνους και τις πράξεις, να μάθει τα απόκρυφα των γυναικών, να μάθει στην απώλεια και να μάθει να μουδιάζει τα «γιατί», κάτι να βρει να τα ταΐσει που έχουν οι μεγάλοι κι αυτός δεν ξέρει τι είναι, δεν γνωρίζει πώς το κάνουν και έχουν σε όλα μίαν απάντηση και για τα πάντα μια εξήγηση, ακόμα και για τον θάνατο κι όλα του τα χρόνια, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στο στρατό, στους πρώτους έρωτες, στους ύστερους έρωτες και στο τέλος του ανθρώπου, και στην αρχή του ακόμα, ο Πολύκαρπος έφτανε σε ένα «κάποτε» κι έβλεπε ευθύς μπροστά του το επόμενο και εκείνος βιαζόταν να πάει να το πιάσει, να αφήσει πίσω του την άγνοια, τον παιδικό ενθουσιασμό και την αφελή θεώρηση του κόσμου κι αναζητούσε αυτό το κάτι που δεν κατοικεί στην προσδοκία ή στο επικείμενο, αλλά στο δεδομένο προκείμενο, σε ένα γαμημένο “κάποτε” που πάντα του ξέφευγε και τον γέμιζε αγωνία για αυτό που ήταν ο ίδιος και που ακόμα δεν είχε γίνει.

Διάβασε όπως όλοι, έτρεξε το ίδιο καλά, υπηρέτησε, σπούδασε σαν τους άλλους, έμπλεξε και ξέμπλεξε μονάχος, έδωσε και πήρε, αγάπησε, έκανε παιδιά και τώρα πια κάθε χρόνο έχει να προσμένει πολλά γενέθλια και άλλα τόσο μνημόσυνα, δεν υπάρχουν απόκρυφα προς εξέταση, όλα τακτοποιημένα και στη σωστή σειρά, επτά επί οχτώ , αβίαστα πενήντα έξι, γιατί έτσι είναι, φυλλοβόλες ζωές, αειθαλείς οι έρωτες κι οι γλάροι όλοι χορτάτοι, όλοι ταϊσμένοι και τα μυστήρια γνωστά, όλα μετρημένα και κάποιες φορές τολμά να το σκεφτεί πως ξεμπέρδεψε με εκείνο το “κάποτε”, όλο και κάποιος όμως βρίσκεται να τον ρωτήσει αν θέλει ζάχαρη στον καφέ του, αν του αρέσει το ρεμπέτικο, αν έχει διαβάσει Τζόις, αν δουλεύει πολύ σκληρά ή πως είναι η Σοφία. Απαντάει εκείνος φιλικά, «κάποτε τον έπινα γλυκό, τώρα τον προτιμώ σκέτο», «κάποτε ήμουν κάθε δεύτερη μέρα στα κουτούκια», «κάποτε προσπάθησα αλλά τα παράτησα, θα προσπαθήσω πάλι κάποια στιγμή», «κάποτε πήγαινα αξημέρωτα, τώρα δεν θέλω πια, στην ώρα μου πάω,  στην ώρα μου φεύγω», «κάποτε, ήταν καλύτερα, αλλά θα στρώσει». Και καμιά φορά, όπως ακούει τον εαυτό του κομπιάζει και το σκέφτεται, στρέφεται εντός του και θυμάται την Φιλιώ, τα κόλπα της προπαίδειας και τα σκισμένα ρούχα, την λαχτάρα  να μεγαλώσει και μέσα του θυμώνει. Τζάμπα ο αγώνας δρόμου τόσα χρόνια. Πάλι σε “κάποτε” σκοντάφτει.

4 σκέψεις σχετικά με το “11. Το κάποτε

  1. Άτιμο πράγμα η απομυθοποίηση…

    Αρέσει σε 3 άτομα

      1. Η πλάνη έχει και μια… γοητεία. ☺

        Αρέσει σε 2 άτομα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Los Innuendos

Qui Tacet Consentit

Face Reality

Αντιμετώπισε την πραγματικότητα

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close