10. Ο ριζοσπάστης

Image

Ρίχνει ψιλόβροχο. Τραβάει το σακάκι και καλύπτει το δέμα για προστασία. Είναι νευρικός, όπως κάθε φορά που κατεβαίνει στο μπακάλικο πίσω από τον Άγιο Νικόλαο. Το έχει ένα φιλαράκι, τον γνώρισε στον στρατό. Είχαν κοινά οι δυο τους.

Πάει πάντα σε αυτόν. Παίρνει κάτι χύμα, του το τυλίγει με την εφημερίδα, πληρώνει πάντα παραπάνω και φεύγει.

Η βροχή δυναμώνει. Τον προσπερνάει το λεωφορείο αλλά δεν το σταματάει, βρωμάει ψαρίλα, θα τον πετάξει έξω ο οδηγός.

«Έϊ εσύ! Ναι, εσύ ο βιαστικός. Για πλησίασε λίγο στη στάση», ακούει και δαγκώνεται. Πλησιάζει απρόθυμα. Όταν φτάνει κοντά χαμογελάει με ύφος ηλίθιου.

«Γιατί δεν πήρες το λεωφορείο;»

«Ούτε που το είδα.»

 «Τι κουβαλάς;»

«Τίποτα κύριε χωροφύλακα. Φαγητό είναι, μην το πιάσει η βροχή και χαλάσει», απαντάει. Ο άλλος τον κόβει άγρια.

 «Ταυτότητα», ζητάει.

Βγάζει και του την δίνει.

«Πότε την έβγαλες;»

«Στα δεκατέσσερα.»

«Να την αλλάξεις. Για να δούμε… Ελευθέριος Γιοκλούκογλου, του Πολύκαρπου και της Χαρίκλειας, είκοσι εννιά χρονών», μουρμουρίζει. «Που μένεις;»

«Φράγκων 8, στην Κοκκινιά, στου αδελφού μου.»

«Όνομα.»

«Μηνάς Γιοκλούκογλου», απαντάει.

«Πες τα όλα να τελειώνουμε.»

«Παντρεμένος είναι, με την Ελπίδα, έχουν και ένα παιδί, Πολύκαρπο τον είπαν, όπως τον πατέρα μας. Δάσκαλος στο 5ο Δημοτικό, απέναντι από την Ευαγγελίστρια.»

Ο χωροφύλακας τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω.

«Τι έχεις στο δέμα;»

«Ρέγκα.»

Επικρατεί σιωπή.

«Φασόλια έχει σήμερα, με έστειλαν να πάρω από τον μπακάλη.»

«Τόσο μακριά;»

«Είναι φίλος, θα θυμώσει άμα δεν ψωνίσω.»

Πάλι σιωπή, μόνο βροχή πάνω στην λαμαρίνα της στάσης.

«Δώσε μου να δω.»

«Χάλια θα γίνετε και δε φεύγει η μυρωδιά. Να σας το ανοίξω εγώ;» λέει και πριν προλάβει ο άλλος να αντιδράσει, ξεδιπλώνει γρήγορα την μία άκρη της εφημερίδας αποκαλύπτοντας ένα ζαρωμένο ψαροκέφαλο. «Να, βλέπετε. Ρέγκα.»

 «Στην τσέπη; Τι έχεις;»

«Παστέλι για το ανίψι, μ’ έχει αδυναμία!» απαντάει και φουσκώνει ειλικρινά. Την ίδια στιγμή βάζει το χέρι του στην άλλη τσέπη και τραβάει μία κόκκινη κασετίνα Σαντέ. Ο χωροφύλακας την βλέπει και  ανασηκώνει τα φρύδια. Ο Λευτέρης το πιάνει στον αέρα και κάνει «ορίστε». Ορίζει ο χωροφύλακας και καθώς ξεφυσάει τον καπνό γίνεται πιο ανθρώπινος.

«Πότε λες θα φτιάξει;»  λέει δείχνοντας τον ουρανό.

«Τι να σας πω; Θα διαβάσω στην εφημερίδα την πρόγνωση όταν φτάσω σπίτι, αλλά το σίγουρο είναι ένα. Πάντα βγαίνει ο ήλιος στο τέλος.»

Φεύγει χωρίς να περιμένει άδεια και τον αφήνει μόνο με τα ντουμάνια που πυκνώνουν στην υγρασία.

Φτάνει στο προσφυγικό και χτυπάει. Ανοίγει η Ελπίδα.

«Βγάλε τα παπούτσια σου, μη λερώσεις τον μουσαμά», του λέει και φεύγει για την κουζίνα. Κάνει όπως του είπε και την ακολουθεί ξυπόλητος. Το σαλόνι μυρίζει σαλαμούρα ενώ κάτω από τα πόδια του τρίζει ο καινούργιος μουσαμάς.

«Έφερες;»

«Έφερα», απαντάει και ακουμπάει το δέμα προσεκτικά στο τραπέζι, το ξεδιπλώνει, της δίνει το ψάρι και παίρνει στα χέρια του το φύλλο.

Εκείνη ανησυχεί.

«Σε είδε κανείς;» τον ρωτάει.

«Ούτε ψυχή», της απαντάει χωρίς να πάρει τα βλέμμα από την εφημερίδα με τα λάδια, βρωμάει τρομερά αλλά εκείνον δεν τον νοιάζει.

Λίγο αργότερα την διπλώνει στην μέση και την ακουμπάει στο τραπέζι.

«Που είναι ο μικρός;» την ρωτάει.

«Στο στενό, θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, το κεφάλι με πήρε όλη μέρα με τον θείο του. “Ο θείος ξέρει προπαίδεια”, “ο θείος φτιάχνει φοβερές σαΐτες”, όλα ο θείος! Μάγια του έκανες, μωρέ;»

Ο Λευτέρης κάνει να φύγει χαμογελώντας.

«Πάρ’ την από δω», του λέει και με ένα νεύμα του δείχνει την εφημερίδα.

«Ο Μηνάς;»

«Ο Μηνάς, θα περιμένει να βραδιάσει για να την φανερώσει.»

Παίρνει το φύλλο και πάει στο σαλόνι, δίπλα από το ντιβανομπάουλο. Γονατίζει και σηκώνει τον μουσαμά. Ο Πολύκαρπος ορμάει ιδρωμένος, βρώμικος με το γόνατο να τρέχει αίμα και μάτια όλο αστραπές. Βλέπει τον Λευτέρη και λάμπει ολόκληρος.

«Θείο!» φωνάζει και πάει κοντά του.

«Γεια σου ρε αγρίμι!» τον χαιρετάει και προσπαθεί να χώσει την εφημερίδα κάτω από τον μουσαμά.

«Τι κάνεις εκεί;»

 «Βάζω μόνωση. Οι εφημερίδες κρατάνε την υγρασία μακριά από τα έπιπλα», του απαντάει τελικά. «Άντε να πλυθείς. Έφερα ρέγκα!»

Τον είδε ξανά την επόμενη μέρα. Κι άλλη μία μέσα στην βδομάδα να βάζει μόνωση στο σαλόνι τον θείο του.

Μέρες αργότερα, ο Πολύκαρπος μαθαίνει στο σχολείο από τον δάσκαλό για τον τρόπο με τον οποίο βλασταίνουν τα φυτά.

«Το έδαφος είναι πλούσιο σε νερό, σε υγρασία, διά αυτό τον λόγο, βλασταίνουν οι σπόροι εντός…»

«Εκτός άμα βάλεις μόνωση!» πετάχτηκε ο Πολύκαρπος.

«Τι εννοείς Πολύκαρπε, παιδί μου;»

«Ο θείος το ξέρει που έχει υγρασία το χώμα και βάζει μόνωση εφημερίδες κάτω από το μουσαμά στο σαλόνι. Ξέρει από τέτοια ο θείος. Εχθές έφτιαξε και τα κεραμίδια!»

Ο δάσκαλος κράτησε μία σημείωση στο μπλοκάκι του.

«Καλά, Πολύκαρπε. Σώπασε τώρα. Σώπασε και άκου», του απάντησε και συνέχισε το μάθημα.

Το μεσημέρι που έφτασε στο σπίτι βρήκε την μητέρα του στην είσοδο. Τον αγκάλιασε και τον κράτησε έξω. Ο πατέρας μιλούσε με δυο μαυροφορεμένους άντρες, ο τόπος άνω κάτω, ο μουσαμάς σκισμένος. Πουθενά η μόνωση. Από το παράθυρο έφταναν στ’ αφτιά του σκόρπιες λέξεις, Ριζοσπάστης, Γ.Α.Δ.Α, μέρες, επικίνδυνος. Ο πατέρας του μιλούσε ήρεμα.

Οι ξένοι έφυγαν μετά από ώρες και βρέθηκαν μονάχοι. Βάλανε να φάνε αμίλητοι.

«Τι είναι το γάδα;» ρώτησε ξαφνικά ο Πολύκαρπος.

«Νησί», απάντησε χωρίς δισταγμό ο πατέρας του.

«Μακριά;»

«Ναι.»

«Εκεί πήγε ο θείος;»

«Ναι.»

«Επειδή είναι ριζοσπάστης;»

Τον έπνιξε ο πόνος. Η παλάμη του πατέρα του έπεσε πάνω στο μάγουλο του σαν αστραπή κάνοντας τον κόσμο κόκκινο.

«Δεν θα ξαναπείς ποτέ αυτή την λέξη», του είπε μετά, ήρεμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ο Πολύκαρπος έφαγε το φαγητό του πιο αλμυρό από ότι ήταν, είχε δαγκώσει την γλώσσα του και κατάπινε μικρές σταγόνες αίμα με κάθε μπουκιά.

Ο θείος έλειψε τρεις μέρες. Όταν επέστρεψε ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο, το δεξί του μάτι ήταν μελανιασμένο με ένα μεγάλο ξερό καύκαλο πάνω στην μύτη. Δε μίλησε σε άνθρωπο.

Ο Πολύκαρπος τον είδε και λυπήθηκε. Φαίνεται πως στο Γάδα, τα γέρικα δέντρα είναι πολύ επικίνδυνα. Μα κι αυτός! Τι του έφταιξε δηλαδή το δέντρο; Βέβαια, κάτι παραπάνω θα ήξερε ο θείος για να το διακινδυνεύσει. Ο θείος ήξερε τα πάντα. Εκτός από το ότι τα γέρικα δέντρα θυμώνουν άμα προσπαθείς να τους σπάσεις τις ρίζες.

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “10. Ο ριζοσπάστης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close