9. Γδαρμένο γόνατο και ξέπλεκη κοτσίδα

BleedingRose

Η Ελπίδα κλαίει. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, κάτι κάνει μέσα στα πνευμονία της πολύ αλχημικό  και την εκτοξεύει υπό μορφή παρατεταμένου ουρλιαχτού μέσα στο σκοτάδι. Τρέχουν και οι δύο, ο ένας να την πάρει αγκαλιά, ο άλλος να ετοιμάσει γάλα, ο ένας να της φορέσει φρέσκια πάνα, ο άλλος να ετοιμάσει Κίντερτε για τους κωλικούς. Σωπαίνει τελικά. Παίρνει μια ακόμα ανάσα, κάνει τις μαγγανείες της και βγάζει από το στόμα της ένα χουρχουρητό ευδαιμονίας, φωλιασμένη ασφαλής στα χέρια του.

Η Ελπίδα γελάει. Απλώνει το δάχτυλο, μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτα ξόρκια και του ζουπάει την μύτη. «Μπιιιίπ!» φωνάζει και με την μικρή παλάμη της χαϊδεύει τα καλοξυρισμένα μάγουλα του. «Καλό, καλοοοό μπαμπάς.»

Η Ελπίδα ξυπνάει στον ύπνο της και παραμιλάει. Στην μύτη της έχει ξεραμένες μύξες και το πρόσωπο της φέγγει στο σκοτάδι. Ψιθυρίζει στον αέρα λόγια πυρετικής παραζάλης. Τρέχει εκείνη με το θερμόμετρο και Ντεπόν στο χέρι, ο άλλος στο μπάνιο γεμίζει την λεκάνη χλιαρό νερό στις τρεις τα ξημερώματα. Την παίρνει αγκαλιά, τα πόδια της δεν φτάνουν ούτε στον αστράγαλο του και γέρνει πάνω του. Της βγάζει τα ρούχα, της βγάζει την πάνα και την λούζει. Εκείνη χαμογελάει και μιλάει συνεχώς για κάτι κίτρινα λουλούδια που ζωγράφισε η Μαρία στον παιδικό και ζητάει το νάνι της για να το κάνει μπάνιο. Εκείνος δεν μιλάει, ανησυχεί και νυστάζει, η Σοφία ετοιμάζει φρέσκο φανελάκι και καθαρές πιτζάμες. Την ντύνουν, είναι καλύτερα. Μετά κουρνιάζει ανάμεσα τους και δεν κλείνουν μάτι. Εκείνη ροχαλίζει και όλο στρίβει και τους κλωτσάει.

«Το κορίτσι μου!» λένε στον κόσμο όταν η Σοφία δείχνει στο σαλόνι τις φιγούρες του μπαλέτου.

Χαμογελάνε, όταν ο δάσκαλος τους λέει «είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι».

Όταν πεισμώνει την νουθετούν κι εκείνη κλαίει, μαυρίζει η ψυχή τους αλλά επιμένουν. Συνήθως κερδίζουν, καμιά φορά χάνουν, τους τρώει το βάρος της ευθύνης, καλός δεν γεννιέσαι, καλός γίνεσαι πιστεύουν και θέλουν η Ελπίδα να είναι καλός άνθρωπος.

Η Ελπίδα ψάχνει την αγάπη στο σκοτάδι, σε ξένα πρόσωπα, με φακίδες και κοτσίδες, θέλει να είναι η Ποκαχόντας και μαλώνει με την Έλενα που και εκείνη, το ίδιο θέλει. Δεν υπάρχουν αρκετοί λοχαγοί Σμίθ και για τις δύο, μόνο ο Μηνάς κι αυτός βαριέται γρήγορα, τις παρατάει, τρώει Καραμπόλα και διαβάζει Μυστικούς Εφτά.

Η Ελπίδα μαλώνει στο σχολείο, τους το λέει το μεσημέρι. Η Ελπίδα φοβάται τις αράχνες και ο Κοσμάς από την Τετάρτη κρατούσε μια από το πόδι και την έβαλε στα μαλλιά της και μετά γελούσε σαν χαζός. Ο Πολύκαρπος οργίζεται, η Σοφία ανησυχεί, ο δάσκαλος τους καθησυχάζει, λύθηκε το θέμα, τιμωρήθηκε ο ένοχος, ζήτησε μάλιστα και συγνώμη.

Η Ελπίδα είναι ανοιχτό βιβλίο. Τα μάτια της χαίρονται πρώτα, τα χείλη της λυπούνται πριν από εκείνη, το μέτωπο της θυμώνει αυθεντικά χωρίς να πει ούτε λέξη. Εκείνοι ξέρουν το παιδί τους, ο Πολύκαρπος την ακούει προσεχτικά, την βοηθά πολύ, την διορθώνει και καμιά φορά την μαλώνει κι εκείνη τον κοίτα στα μάτια, είναι ο μισός της κόσμος, ο ήρεμος κόσμος, με την μητέρα της μαλώνει πιο συχνά, θυμώνει μαζί της, έχει ταραχές εκείνο το ημισφαίριο. Με την πρώτη ευκαιρία τρέχει κοντά του. Ο Πολύκαρπος το ξέρει, ο Πολύκαρπος δεν της χαρίζεται, αλλά τον έχει κερδίσει κι αυτός , ποτέ δεν το ομολογεί όμως, μέσα του πιστεύει πως στον ρόλο που του έχει δώσει, είναι καλύτερος από οτιδήποτε άλλο κι αν έχει κάνει στην ζωή του. Και η Ελπίδα μεγαλώνει.

Η Ελπίδα κρατάει ημερολόγιο τώρα. Τα μάτια της δεν μαρτυρούν τίποτα, μόνο ένα φτερούγισμα. Τον αποφεύγει όλο και περισσότερο, δεν του μιλάει πια κι όταν εκείνος προσπαθεί, κοκκινίζει και κάνει χαζομάρες για να την γλιτώσει.

Η Ελπίδα ακούει μουσική με τα ακουστικά της στο σαλόνι και κοιτάζει έξω από το παράθυρο, του γυρνάει την πλάτη. Κι η μάνα της δεν κάνει τίποτα, μα δεν βλέπει;

«Σοφία, κάτι έχει το παιδί, το χάνουμε!» της λέει μέσα στο σκοτάδι.

«Κοιμήσου Πολύκαρπε, μια χαρά είναι το παιδί», του απαντάει και τον χτυπάει παρηγορητικά στην πλάτη και εκείνος εκνευρίζεται με την απάθεια της και το ανάλαφρο στυλάκι και θέλει να την σιχτιρίσει αλλά κρατάει το στόμα του κλειστό.

Και φτάνει ένα απόγευμα που είναι οι τρεις τους στο σπίτι, ο μεγάλος πήγε για καφέ με κάτι φίλους, ο Πολύκαρπος διαβάζει, η Σοφία προσπαθεί να διορθώσει κάτι σκουλαρίκια και η Ελπίδα περνάει μπροστά τους σαν φωτοβολίδα και χώνεται στο μπάνιο. Κοιτάζονται γεμάτοι απορία και ανησυχία.

«Τι έγινε τώρα;» ρωτάει εκείνος και ξαφνικά ακούνε κλάματα από την τουαλέτα και φωνές.

«Μαμά! ΜΑΜΑ!»

Πετάγεται όρθιος εκείνος και ορμάει στον διάδρομο. Ανοίγει την πόρτα πρώτος και την βρίσκει καθισμένη στην λεκάνη με το εσώρουχο κατεβασμένο στα πόδια και την μπλούζα σηκωμένη πάνω από τον αφαλό, να κλαίει και να κοίτα γεμάτη φόβο.

«ΦΥΓΕ!» του φωνάζει και προσπαθεί να τραβήξει τα ρούχα της. «Φύγε, σου είπα! Την μαμά μου θέλω!»

Η Σοφία τον ακουμπά απαλά στον ώμο.

«Καλύτερα πήγαινε να πιείς έναν καφέ», του λέει και τον κοίτα βαθιά στα μάτια, δεν χωράει αμφισβήτηση καμία.

Υποχωρεί μουδιασμένα, ρίχνει κλέφτες ματιές καθώς η Σοφία μπαίνει στην τουαλέτα και κλείνει πίσω της την πόρτα. Από την χαραμάδα κάτω από την πόρτα ο Πολύκαρπος βλέπει σκιές που πυκνώνουν και ρέουν με ένα βαθύ άλικο χρώμα καθώς στην μοναξιά των δύο, κάτι ξεψυχά και κάτι άλλο γίνεται.

Φεύγει. Δεν πάει για καφέ, περπατάει μέχρι την Δεξαμενή και επιστρέφει ξανά και ξανά, δεν τον χωράει ο τόπος. Ξαφνικά, φουντώνει η ανησυχία του και μπαίνει στο σπίτι έτοιμος για όλα.

Τις βρίσκει αγκαλιασμένες στον καναπέ. Η Σοφία είναι κλαμένη, η Ελπίδα κόκκινη σαν παντζάρι. Τον βλέπει, κοκκινίζει ακόμα περισσότερο. Κοιτάζει συνωμοτικά την μητέρα της και χαζογελάει πονηρά. Ρίχνει χαμηλά το βλέμμα, σηκώνεται και τον προσπερνάει με ένα ανεπαίσθητο χαχάνισμα να την ακολουθεί.

Εκείνος καταλαβαίνει. Κάτι μέσα του ψηλώνει, το ίδιο κάτι τον πονάει. Όταν κλείνει η πόρτα του δωματίου γυρίζει στην Σοφία.

«Αυτό ήταν λοιπόν;»

«Αυτό ήταν», του απαντάει και τον πλησιάζει. Τον φιλάει τρυφερά.

«Έκανες καλή δουλειά ως εδώ. Σειρά μου τώρα», του λέει. «Πάω να μαγειρέψω.»

Τον αφήνει μόνο του. Ξέρει πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Βάζει να πιει και καθώς πίνει, λέει αντίο σε ένα κορίτσι με γδαρμένο γόνατο και ξέπλεκη κοτσίδα.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “9. Γδαρμένο γόνατο και ξέπλεκη κοτσίδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Περί Στοχασμών

Coffee, books and thoughts

Εργαστήρι Γραφής

Δημιουργική γραφή

nefelor

δικαίωμα

Maria Kozakou

My words, my world

βιβλιαράκια||bookies

i don't only read books

Mon petit Cafe de Humanite

coffee-books-journeys-films-arts

Greek poet

Poems: Spiros Doikas - Ποιήματα: Σπύρος Δόικας

The Friendly Ghost.

An online Diary of a Greek girl that wanna be an artist

eyelandssite.wordpress.com/

ιστοσελίδα για την τέχνη και την ζωή στην πόλη

Marias blog

its like a diary..my thoughts my fictional stories..everything in here..

οξύμωρο σχήμα

[καλώς ήρθες στο μυαλό μου]

No Sense Words - Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις... Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους... πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια...Είναι λέξεις φυγόκεντρες...

Cinnamon Spark

thoughts of a restless mind

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close