1000mg Απουσίας

5. Πλαζ Βοτσαλάκια

1000mg

«Παγωτό καϊμάκι, ρε κωλόπαιδο!»

«Ξέρω πατέρα, ηρέμησε τώρα.»

«Εσύ τ’ αρχίδια σου δε ξέρεις, ρε κοπρόσκυλο! Καϊμάκι, σου είπα, όχι καμιά μοντέρνα ροζ μαλακία!»

Ο Πολύκαρπος του φοράει ξανά την μάσκα, φτιάχνει τα σκεπάσματα και τον φιλάει στο μέτωπο ενώ εκείνος φωνάζει και δακρύζει από τον βήχα.

Καθώς βγαίνει από τον θάλαμο, σταματάει στο γραφείο της προϊσταμένης.

«Κατευθείαν απ’ τη δουλειά πάλι Πολύκαρπε;», τον ρωτάει η νοσοκόμα. «Πήγαινε να ξεκουραστείς και έλα ξανά το απόγευμα.»

Ο Πολύκαρπος χαμογελάει πικραμένος.

«Είναι τόσο θυμωμένος», μονολογεί, όμως τον ακούει.

«Είναι κοντά. Στο τέλος γινόμαστε θηρία. Ή πρόβατα. Εσένα σου έτυχε ο λύκος», του απαντάει και προσπερνάει κρατώντας πράσινους φακέλους.

Ο Πολύκαρπος φεύγει. Έχει ζέστη. Σπουδάζει στον Πειραιά και δεν μένει στο πατρικό του. Μένει σε μια τρύπα στα Ταμπούρια, επί της οδού Ολύνθου, με θέα από το παράθυρο στα πόδια των περαστικών. Περπατάει. Θα πάρει την Πέτρου Ράλλη μέχρι την στάση.

ΠΕΙΡΑΙΑΣ - ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ - ΣΚΥΛΙΤΣΗΣ (6) (Copy)_WM

(Η πλαζ Βοτσαλάκια στον Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας 1970. ΠΗΓΗ: http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2015/06/Paraskevas.html)

Ο πατέρας του τον κρατάει από το χέρι. Θα πάνε στα Βοτσαλάκια για μπάνιο να δουν τις πολύχρωμες σκηνές του Σκυλίτση. Παίρνουν το τρόλεϊ, το 20, με τις πετσέτες στα χέρια και σαγιονάρες. Ο πατέρας του φοράει ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο.

Προσπερνάει την στάση σκυφτός, ούτε την είδε. Λίγο πιο κάτω το συνειδητοποιεί, αλλά δεν γυρίζει πίσω. Συνεχίζει να περπατάει. Σκέφτεται να σταματήσει στο περίπτερο να πάρει τηλέφωνο στην λαχαναγορά, να μην τον περιμένουν για βάρδια το βράδυ, κάτι του έτυχε θα πει, που δεν μπορεί να αναβάλει, δεν γουστάρει να δώσει λόγο στο χοντρομαλάκα τον Σίμο που το παίζει αφεντικό του κώλου επειδή γλύφει τρία χρόνια τώρα τον Σαμιώτη κι αυτός τον έκανε προϊστάμενο. Μαντρόσκυλο δηλαδή, γαμώ την μπέσα του, είναι κι από την Κοκκινιά ο ξεφτίλας.

Όταν φτάνουν ο Πολύκαρπος κοιτάζει έκπληκτος τις πολύχρωμες σκηνές να απλώνονται σε όλο το μήκος της ακτής. Στο βάθος, οι πολυκατοικίες του Πειραιά ορθώνονται δίπλα στου Τσίλερ και κρύβουν το Χατζηκυριάκειο.

«Δεν είχαν άδικο!», αναφωνεί ο πατέρας.

«Για ποιο πράγμα;»

«Ξέρεις», τον ρωτάει καθώς τον σέρνει από το χέρι, «πως τις ονομάζουν στα Υδραίικα και γύρω, αυτές τις αηδίες του Σκυλίτση;»

Ο μικρός Πολύκαρπος δεν απαντάει, έχει τον νου του μην σκοντάψει στις πλάκες του πεζοδρομίου και όλο εναλλάσσει τη θέα των ποδιών με τις σειρές κόκκινων, πράσινων, κίτρινων και μπλε κουβουκλίων.

«Κατασκήνωση του Ξέρξη τις ονομάζουν, αγόρι μου! Και έχουν δίκιο, το κέρατο μου μέσα!» λέει ο πατέρας. «Σαν ακρίδες θα πλακώσουν ξεβράκωτοι οι βάρβαροι, του έθνους μας οι σωτήρες, να μας εκπολιτίσουν, τα χουντικόσκυλα όλα, οι κλαρινοφονιάδες, με τα φρονήματά τους και τις παραφουσκωμένες κρατικούς παράδες κοιλίες τους και θα τα κάνουν όλα, σαν τα μούτρα τους, σκατά, γαμώ το δήμαρχο μου, γαμώ!»

Έφτασε στο περίπτερο και ζήτησε το τηλέφωνο. Όση ώρα γυρνάει το καντράν, νοιώθει να ζαλίζεται από την ζέστη. Ο Πειραιάς ζέχνει με την ζέστη, ξεραμένα κάτουρα και εμετό στα πεζοδρόμια των μεγάλων δρόμων. Μερικά είναι δικά του κι αυτό κάνει την αποφορά κάπως υποφερτή γιατί την συντροφεύει συνήθως και κάποια ανάμνηση, γλυκιά και στυφή, που θα σέρνει μαζί του μέχρι να γεράσει. Πίνει μία Χένινγκερ για να συνέλθει και μιλάει.

Ο πατέρας του γυρνά και τον κοιτάζει. Βλέπει στα μάτια του μια παιδική άγνοια αλλά και απορία. Ο πατέρας του δεν βρίζει σχεδόν ποτέ. Είναι δάσκαλος σοβαρός και βαθιά θρησκευόμενος. Αυτή είναι η πρώτη φορά που τον ακούει να μιλάει έτσι.

«Συγνώμη Πολύκαρπε, λεκιάζω το στόμα μου και την ψυχή σου, ο Θεός ας με συγχωρέσει», του λέει ξαφνικά και σταματάει. «Μα κάτι τέτοια με κάνουν θηρίο! Όλα αυτά τα χρόνια, τόση ομορφιά, τόση αγνότης, τέτοια φύση και την ξεπουλούν, θαρρείς και ξόφλησε κι ετούτος ο συρφετός είναι ο επιτάφιος της!»

Κλείνει το τηλέφωνο και πληρώνει. Περνάει το άλσος Βώκου και φτάνει στον Άγιο Δημήτριο. Κάτι ξεχασμένο μέσα του τον σπρώχνει να ανάψει ένα κερί στην είσοδο του ναού. Το πολεμάει, στο τέλος χάνει. Ανάβει το κερί και φεύγει σκυφτός.

Ο πατέρας περνάει το χέρι του στους ώμους του και τον σπρώχνει προς το αναψυκτήριο.

«Μην σκοτίζεσαι εσύ με τα βρομόλογα μου. Φταίει που βλέπω μπροστά μου το τέλος μιας εποχής όπου πολύ αγάπησα. Έλα. Πάμε να πάρουμε παγωτό. Είχαν κάποτε ωραίο καϊμάκι εδώ. Ελπίζω να μην το κατάντησαν κι αυτό σαν τα μούτρα τους.»

Φτάνει στο μικρό ζαχαροπλαστείο της οδου Αγχιάλου. Έχει κουραστεί και μετανιώνει που δεν πήρε το μηχανάκι, τον πονούν τα πόδια του. Ιδροκοπάει μα μπαίνει όπως και να ‘χει.

«Ένα κιλό παγωτό καϊμάκι θέλω.»

Του βάζουν, πληρώνει και φεύγει τρέχοντας μην του λιώσει το παγωτό.

Μπαίνει στο υπόγειο του και βάζει τη σακούλα στην κατάψυξη. Το απόγευμα θα ανέβει στο Κρατικό με το παπί για να κρατήσει η παραγγελία του γέρου του.

Ανοίγει το παράθυρο και βλέπει τους λεκέδες των πεζοδρόμιων από αρκετά μικρή απόσταση. Αναγνωρίζει κάνα- δυο δικούς του.

Ξαπλώνει στο κρεβάτι και κλείνει τα μάτια. Ακούει τα βήματα των περαστικών, ένα απαλό σούρσιμο, ένα βιαστικό ποδοβολητό, κάποιος τρέχει, κάποιος παραιτείται. Ιδρώνει ακόμα περισσότερο, τον ενοχλούν τα ρούχα του, τον ενοχλεί ο πυκνός αέρας, η κλαγγή του κάδου, οι εξατμίσεις, τα λαϊκά από το ισόγειο, ο Τσίλερ, το τρόλεϊ, τα Υδραίικα και η Κοπή, τον ενοχλούν οι πολύχρωμες τέντες στα Βοτσαλάκια, τα ίδια τα Βοτσαλάκια.

Όταν ανοίγει ξανά τα μάτια ο τόπος βράζει ακόμα, στο σκοτάδι αυτή τη φορά. Είναι περασμένες εννιά, τελείωσε το επισκεπτήριο. Ταράζεται μα δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Πάλι κοπάνα από την σχολή, θα πάει το πρωί. Ίσως έτσι καλύτερα. Αντέχει την κακία του πιο εύκολα το πρωί. Κάνει μπάνιο και ξανακοιμάται.

Στις τρεις τα ξημερώματα χτυπάει το κοινόχρηστο στην είσοδο. Είναι από το νοσοκομείο.

«Κύριε Γιοκλούκογλου;»

«Ο ίδιος.»

«Δυστυχώς ο πατέρας σας κατέληξε πριν λίγη ώρα.»

Μικρή σιωπή.

«Ήταν ήρεμος;»

«Δεν θα το έλεγα. Μας έστειλε όλους στο διάολο», του απάντησαν και η γραμμή κόπηκε με έναν ξερό, πολυάσχολο ήχο.

Γύρισε και ντύθηκε. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε το καϊμάκι και ένα κουτάλι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Έφαγε. Του ήρθε αναγούλα. Συνέχισε, ξανά, κι άλλη κουταλιά, ακόμα μία κι άλλη κι άλλη ως που άρχισε να παγώνει το στόμα του πρώτα κι έπειτα όλα τα υπόλοιπα. Κι όσο έτρωγε, έκλαιγε και έβριζε χυδαία τον Σκυλίτση και τις κατασκηνώσεις.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s