1000mg Απουσίας

4. Ό,τι να ‘ναι κάλτσες

1000mg

Σκουντούφλης  και κακόκεφος. Αυτές είναι οι δύο λέξεις που περιγράφουν ιδανικά τον Πολύκαρπο Γιοκλούκογλου μετά το πρωινό ξύπνημα. Και αυτοί οι χαρακτηρισμοί, αν και η δριμύτατη φύση τους προστάζει για κάποιο ελαφρυντικό ή έστω, άλλοθι, δεν είναι επακόλουθο των σχεδόν εξήντα χρόνων του. Ακόμα και όταν ο Πολύκαρπος ήταν φοιτητής, για μια ώρα μετά τον ήχο του ξυπνητηριού, δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο άνθρωπος που κάποιος θα αποκαλούσε “η χαρά της ζωής”. Όχι, όχι. Ο Πολύκαρπος ήταν εκ φύσεως αντίθετος με το πρωινό ξύπνημα με τρόπο γενετικά προσδιορισμένο, το είχε πλέον αποδεχθεί και δεν υπήρχε περίπτωση να τεθεί σε λειτουργία όλος ο σπογγώδης ιστός νευρώνων μέσα στο κρανίο του, πέρα από εκείνο το κέντρο που ελέγχει τις κατάρες το οποίο έδειχνε πρώτο να αφυπνίζεται κάθε φορά, εάν ο Πολύκαρπος δεν έπινε έναν διπλό -ή και τριπλό – ελληνικό καφέ και δεν κάπνιζε δύο τσιγάρα.

Εκείνη την συγκεκριμένη Δευτέρα, σήκωσε το βάρος του από το κρεβάτι με επιπλέον δόση σκουντουφλιάς κι αυτό γιατί η ομορφιά της Κυριακής που τον είχε προσπεράσει, εναπόθεσε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά την αφύπνιση στις έξι και τέταρτο, όλο το βάρος της συμβατικής εβδομάδας στους ώμους του.

Είχε περάσει την πρώτη ηλιόλουστη Κυριακή του χρόνου μαζί με την Σοφία και μερικούς καλούς φίλους δίπλα στην θάλασσα απολαμβάνοντας τις ευεργετικές ιδιότητες του χρόνου καθώς αυτός ρέει πάνω από τα πρόσωπα αγαπημένων ανθρώπων, παρασέρνει το γέλιο τους, μεγεθύνει τα μάτια τους, οξύνει τα λεπτά χαρακτηριστικά των προσώπων τους, τις μικρές ρυτίδες γύρω από τα χείλια καθώς αυτά συσπώνται και σε συνδυασμό με το εξίσου ευεργετικό τσίπουρο, ανοίγει μία πύλη, ενδόμυχη, που όλοι κρύβουμε καλά γιατί είναι πολύ σημαντική για να φανερωθεί έτσι απλά.

Μετά από μερικά ποτηράκια τσίπουρου, όλοι γελούν στ’ αλήθεια, χωρίς να νοιάζεται κάνεις αν έχουν κιτρινίσει τα δόντια του από την νικοτίνη, αν μαρτυρούν τα ζαρωμένα μάτια τον χρόνο που πέρασε. Λέει ο καθένας αυτό ακριβώς που σκέφτεται, χωρίς να δίνει δεκάρα για τους τύπους ή για την εικόνα του και αν τύχει κι απλωθεί καμία ξαφνική σιωπή, είναι γεμάτη ηλεκτρισμό και χνουδωτή απαλότητα.

Βέβαια, ο Πολύκαρπος δεν πίνει τσίπουρο. Μπύρα πίνει. “Μια ξανθιά, ό,τι να ‘ναι” όμως «βαράει» κι αυτή ικανοποιητικά κι έτσι συμβαδίζει στην ρέμβη με την υπόλοιπη παρέα. Θα μπορούσε βέβαια, για να διευκολύνει την ζωή του σερβιτόρου που προβληματίζεται και συχνά επιμένει, να παραγγείλει συγκεκριμένη μάρκα, όμως δεν το κάνει σχεδόν ποτέ, αφενός γιατί θεωρεί ότι, ας πούμε, ανάμεσα στην Χάινεγκεν και την Άμστελ, ούτε ο ίδιος ο Χάινεγκεν δεν καταλαβαίνει διαφορά κι αφετέρου γιατί βρίσκει κάτι αθεράπευτα λυτρωτικό σ’ αυτό το “ό,τι να ‘ναι”.

Παλιότερα, συνήθιζε να εφαρμόζει αυτή την πρακτική γενικότερα. Μέσα από αυτό το “ό,τι να ‘ναι”, γελούσε στα μούτρα των στερεοτύπων, κατουρούσε κόντρα -ναι, κόντρα!- στον άνεμο, δήλωνε την ελευθερία του χαρακτήρα του. Τα μαλλιά του και τα μούσια του ήταν μακριά και ό,τι να ‘ναι, το περπάτημα του το ίδιο και τέλος, τα ρούχα του. Ε, λοιπόν αυτά ήταν η αιχμή του δόρατος.

Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ντουλάπι πάνω από τον απορροφητήρα. Πήρε το γκαζάκι, πήρε το μπρίκι και μέτρησε με το φλυτζάνι το νερό. Όταν άνοιξε το κουτί του καφέ, ο κόσμος θρυμματίστηκε σε μισό κουταλάκι κόκκους. Τόσοι είχαν απομείνει κι από τον καφέ.

Ακολούθησε μια συστοιχία κατάρων, από εκείνες τις πολύ απολαυστικές, τις μέσα απ’ τα δόντια, που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευφάνταστες και τελείως αναποτελεσματικές.

Πήγε στο χωλ. Πάνω στην μικρή συρταριέρα της εισόδου ακουμπούσε συνήθως τα τσιγάρα του. Ένα Καρέλια Γκολντ θα βοηθούσε. Βρήκε την κασετίνα εκεί ακριβώς που έπρεπε και την άνοιξε με βαριεστημένη βεβαιότητα. Άδεια.

Το διπλό χτύπημα ήταν υπερβολικά μεγάλο για να το αντέξει στις έξι και είκοσι το πρωί της Δευτέρας και παραιτήθηκε κάθε προσδοκίας για το υπόλοιπο της μέρας, αναγνωρίζοντας αρκετά νωρίς και με τρόπο τελεσίδικο πως πιθανότατα, θα ήταν μία τελείως γαμημένη Δευτέρα. Ακόμα πιο σκουντούφλης από πριν, γύρισε στο υπνοδωμάτιο και ξεκίνησε να φοράει τα ρούχα της δουλειάς, μέσα στο σκοτάδι και όσο πιο αθόρυβα μπορούσε για να μην ξυπνήσει την Σοφία. Ένα πρωινό ράκος ήταν αρκετό.

Φόρεσε βαμβακερές κάλτσες, το ατσαλάκωτο παντελόνι του, το ριγέ κολλαριστό του πουκάμισο, την ζώνη με την ασημένια αγκράφα, μια όμορφη σιέλ γραβάτα και το διόλου ό,τι να ‘ναι σακάκι του κουστουμιού του και ενώ ο μισός του εγκέφαλος ακόμα κοιμόταν, έβαλε τα καλογυαλισμένα του παπούτσια, έστρωσε πολύ προσεχτικά τα επαγγελματικά κοντοκουρεμένα του μαλλιά και έφυγε.

Έφτασε στην τράπεζα και μόλις μπήκε, ζήτησε από τα παιδιά να του παραγγείλουν έναν καφέ και να του τον φέρουν έξω, στο στενάκι πίσω από την τράπεζα.

Εκεί μαζεύονταν οι λίγοι που κάπνιζαν ακόμα κάθε δυο- τρεις ώρες και έπαιρναν αγχωμένες, απανωτές τζούρες για κανένα δεκάλεπτο την φορά, με την δική του ανοχή βέβαια, γιατί σε άλλα υποκατάστημα, δεν επιτρέπονταν τέτοιου είδους ό,τι να ‘ναι διαλείμματα.

Η Ειρήνη, μία υπάλληλος με την οποία ο Πολύκαρπος συνεργαζόταν αρκετά χρόνια, βγήκε κρατώντας τους καφέδες τους και τα τσιγάρα της και τον βρήκε καθισμένο σταυροπόδι στο απέναντι παρτέρι.

«Πολύκαρπε!» του είπε γελώντας ενώ του έδινε τον καφέ του, «τόσο χάλια ήσουν το πρωί; Τί φόρεσες, παιδάκι μου;»

Εκείνος δεν κατάλαβε και κοιτάχτηκε ενοχλημένος. «Ξέρω ‘γω; Τα ρούχα μου;»

Η Ειρήνη γέλασε ακόμα πιο δυνατά και άναψε το τσιγάρο της.

«Τις κάλτσες σου τις είδες; Ό,τι να ‘ναι είναι!»

Εκείνος κοίταξε και είδε τον αριστερό του αστράγαλο ντυμένο στα μπλε με γκρίζα καρώ και τον δεξί στα μπορντώ. Χαμογέλασε και σε μια στιγμή, προσπάθησε με τα δάχτυλα να στρώσει τα μακριά μαλλιά του που έπεφταν ανάκατα μέσα στα μάτια του.

«Δώσε μου ένα τσιγάρο», της είπε εύθυμα.

«Αφού δεν είναι η μάρκα σου».

«Δώσε ένα ό,τι να ‘ναι».

Κάπνισε και ήπιε.

«Ωραία μέρα», είπε ξαφνικά.

«Δευτέρα και ωραία, βρε Πολύκαρπε;»

Δούλεψε. Μίλησε με ανθρώπους, έλυσε προβλήματα και χειρίστηκε χρηματοοικονομικές υποθέσεις άλλων. Γύρισε σπίτι, αγκάλιασε την γυναίκα του, έφαγαν ένα εξαιρετικό βραστό και μίλησαν για την κυριακάτικη εκδρομή και τους φίλους τους. Συμφώνησαν πως έπρεπε να τα κάνουν αυτά πιο συχνά. Ήπιαν καφέ, διάβασαν, πήγαν σούπερ μάρκετ και το βράδυ είδαν ταινία στην τηλεόραση. Έπεσαν για ύπνο στις δέκα και μισή. Ο Πολύκαρπος δεν έβγαλε τις κάλτσες του.

 

3 σκέψεις σχετικά με το “4. Ό,τι να ‘ναι κάλτσες”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s