1000mg Απουσίας

1. Οι Γαύροι

1000mg

Ο κύριος Πολύκαρπος Γιοκλούκογλου καθάριζε ψάρια σκυμμένος πάνω από μία λεκάνη -μια πολύ συγκεκριμένη λεκάνη, αυτή που φυλούσε στο ντουλάπι με τα πλαστικά σκευή, κάτω και δεξιά από τον νεροχύτη, ειδικά για το καθάρισμα των ψαριών – και είχε αρχίσει να νοιώθει φοβερή αγωνία σε σημείο που να γλιστρούν τα γυαλιά του από τον ιδρώτα πάνω στην μύτη του, όταν η γυναίκα του τον ακούμπησε στον ώμο.

«Θέλεις να συνεχίσω, καλέ μου;» τον ρώτησε αν και, κάπως άνευρα. «Άσε να τα κάνω. Σου ‘φτιαξα καφέ.»

Εκείνος ξέπλυνε τον τριακοστό όγδοο γαύρο, τον ακούμπησε στο σουρωτήρι και πήρε στα χέρια του τον επόμενο. Σήκωσε τα γυαλιά του με τον πήχη, σκούπισε τον ιδρώτα με το δίπλωμα του πουκαμισού του και την κοίταξε, χαμογελώντας, εξίσου άνευρα.

«Δεν έμειναν πολλά», είπε και έκοψε ένα ακόμα κεφάλι. «Δυο κιλά πήρα μόνο. Άλλα είκοσι εφτά ψαράκια έμειναν.»

Εκείνη έφυγε προς το καθιστικό αμίλητη. Λίγο αργότερα ακούστηκε η τηλεόραση. Ο αναστεναγμός δεν ακούστηκε καθόλου.

Συνέχισε να καθαρίζει με τον ίδιο τρόπο που καθάριζε γαύρους κάθε Σάββατο και με τον ίδιο ρυθμό. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως είχε καθυστερήσει να ξεκινήσει το καθάρισμα δώδεκα ολόκληρα λεπτά και έπρεπε να επιταχύνει για να προλάβει να τηγανίσει και να σερβίρει τα ψάρια ακριβώς στην μια και μισή. Και δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα πως έπρεπε να αλλάξει ρυθμό και μάλιστα, εξαιτίας εκείνης της φαρμακόγλωσσας, της κυρίας Κατίνας από τον πέμπτο.

Τον βρήκε στον πάγκο της λαϊκής, στον ίδιο πάγκο που επισκεπτόταν κάθε Σάββατο τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια, από τότε που παντρεύτηκε την Σοφία και έπιασαν το σπίτι στην Αμφιάλη, λίγο πριν ανταλλάξει τις καθιερωμένες καλημέρες με τον ιχθυοπώλη,  πάντα ίδιες «τι κάνεις Μανώλη, καλημέρα. Καλώς τον Πολύκαρπο, πως είσαι;», και δώσει την παραγγελία του, πάντα ίδια «δυο κιλά γαύρο, βάλε μου σε παρακαλώ».

«Αχ, κύριε Γιοκλούκογλου, τι κάνετε;» την άκουσε να του φωνάζει από μακριά και πριν προλάβει να απαντήσει είχε πλησιάσει όλα τα παραπανίσια κιλά της και τα είχε απλώσει γύρω του εν είδει μπράτσων, μαστών και περμανάντ. «Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω! Καλέ, που χαθήκατε εσείς; Ούτε ψίθυρος δεν ακούγετε από το διαμέρισμα σας, η Σοφούλα μου πώς είναι; Χαθήκαμε καλέ!»

Εκείνος τραβήχτηκε ευγενικά ψελλίζοντας «πράγματι» όμως η λαβή της κυρίας Κατίνας ήταν ισχυρότατη, σε τέτοιο βαθμό που καθώς περνούσαν τα αγωνιώδη λεπτά, εκείνος άρχισε σοβαρά να αναλογίζεται το ενδεχόμενο πως ίσως χρειαζόταν να θυσιάσει το αριστερό του μπράτσο, αποσπώντας το με τα ίδια του τα δόντια από το υπόλοιπο του σώμα προκειμένου να ξεγλιστρήσει, ακόμα ζωντανός και έχοντας τα λογικά του, έστω και οριακά, από τον καταιγιστικό ρυθμό ομιλίας της κυρίας Κατίνας. Για καλή του τύχη, παρενέβη ο Μανώλης.

«Βάζω;» ρώτησε κοιτάζοντας τον θαμώνα του όλο νόημα. Η προσοχή της κυρίας Κατίνας χαλάρωσε τον ρυθμό των λέξεων και κατ’ επέκταση την λαβή της και εκείνος, βρέθηκε με ένα κάπως άκομψο -μα πάντως αναγκαίο- άλμα στα δεξιά, πρόσκαιρα ελεύθερος.

Πριν προλάβει να χαρεί, η κυρία Κατίνα έσκυψε στο πλευρό του, με το βλέμμα καρφωμένο στον ιχθυοπώλη.

«Καλέ, Πολύκαρπε!» ψιθύρισε. «Δεν πιστεύω να πάρεις γαύρο!»

Τι θράσος! Τί τρομερή αδιακρισία! Για ποιον λόγο θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν την κυρία Κατίνα οι γαστριμαργικές του προτιμήσεις;

«Έτσι λέω», απάντησε.

«Μην πάρεις! Έχει βαρέα μέταλλα, το είπαν χθες το πρωί στην τηλεόραση, σ’ εκείνη την εκπομπή με τον σεφ, ξέρεις, τον νεαρούλη με τα τατουάζ», ξεκίνησε εκείνη να λέει και έκανε τον σταυρό της. «Θεός φυλάξοι Πολύκαρπε, είδες πώς κυκλοφορούν οι νέοι σήμερα; Όλο σκισμένα ρούχα και ζωγραφισμένοι κι άμα τους ρώτησεις “Τί γιορτάζουμε στις εικοσιπέντε του Μάρτη;” ιδέα δεν έχουν!»

«Ε, τώρα… τι να σου πω βρε Κατίνα; Το ‘πε, δεν το ‘πε η τηλεόραση, εγώ δεν το άκουσα!», της απάντησε ενοχλημένος κι έπειτα γύρισε προς τον ιχθυοπώλη. «Βάλε βρε Μανώλη, να τελειώνουμε! Μεσημέριασε!»

Εκείνη όμως δεν έδειχνε να ενοχλείτε.

«Θα ‘ρθουν και τα παιδιά, Πολύκαρπε, για φαγητό;» ρώτησε με ξεδιάντροπη αδιακρισία.

Ο Πολύκαρπος ρουθούνισε ένα «ναι».

«Καλέ, πάρε κουτσομούρες, που ‘ναι των ανοιχτών πελάγων. Καθαρά ψάρια, μην τα ταΐσεις τα παιδιά βαρεα μέταλλα. Είναι και στην ανάπτυξη!»

Δεν κρατήθηκε.

«Η ανάπτυξη Κατίνα μου, σταματάει μετά την εφηβεία. Τα δικά μου τα παιδιά, είναι πάνω από εικοσιπέντε και τα δυο!» της είπε με φρύδια σηκωμένα. «Και βαρέα θα τα ταΐσω, κι ανθυγιεινά αν θέλω!»

Πήρε τη σακούλα κι έφυγε. Για πρώτη φορά μετά από είκοσι εφτά χρόνια, δεν χαιρέτισε τον ιχθυοπώλη.

Έτοιμος κι ο πεντηκοστός έκτος. Αλεύρωμα τέσσερα λεπτά, τέσσερις τηγανιές επί έξι… μπορεί και να τα κατάφερνε τελικά. Από το καθιστικό ακούγονταν φωνές.

«Πάλι; Μα τί ζόρι τραβάει με τους γαύρους κάθε Σάββατο; Καλά ρε μάνα. Τίποτα δεν θα πούμε, έλα να στρώσουμε.»

Έριξε το λάδι μέσα στο άγχος. Και γιατί; Εξαιτίας μια αδιάκριτης καρακάξας, γι’ αυτό! Έκαψε; Εντάξει, έτοιμο. Έριξε δεκατέσσερα ψάρια στο τηγάνι. Για ποιον λόγο, έπρεπε να του μιλήσει; Να του πει τί; Πως έπρεπε να αλλάξει μια συνήθεια είκοσι εφτά χρονών; Μάλιστα κυρία μου! Κάθε Σάββατο, εδώ και είκοσι εφτά χρόνια τρώμε γαύρους τηγανητούς και μάντεψε… Όλοι μας τους λατρεύουμε! Και δεν έχουμε πάθει τίποτα! Το χειρότερο όμως ήταν πως για κάποιον παράξενο λόγο, ένοιωσε πως χρωστούσε εξηγήσεις στην κάθε κυρα- Κατίνα που επέκρινε τις συνήθειες του.

Στη μία και μισή, κάθισαν στο τραπέζι και έφαγαν τέλεια τηγανισμένους γαύρους, τοποθετημένους σε μια μεγάλη πιατέλα, όλοι στραμμένοι προς την ίδια μεριά, πάντα δεξιά. Τα παιδιά έμειναν και για καφέ. Καμία φορά το έκαναν. Αν ήταν τυχεροί, όλο και κάποιο θα έμενε και για βραδινό.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, η Σοφία σήκωσε την πιατέλα και τον κοίταξε.

«Τί θα έλεγες το επόμενο Σάββατο να φτιάξουμε αρνάκι στον φούρνο;»

Πάγωσε.

«Γιατί;» ρώτησε νοιώθοντας ξανά τα γυαλιά να του γλιστράνε.

Εκείνη σήκωσε τους ώμους και συνέχισε να μαζεύει.

«Ξέρω ‘γω;» του απάντησε. «Για αλλαγή.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Δίκιο έχεις.» είπε και εκείνη του χαμογέλασε. «Κάπου άκουσα πως ο γαύρος έχει πολλά βαρέα μέταλλα. Αρκετό φάγαμε. Έχουμε και παιδιά στην ανάπτυξη…» συμπλήρωσε και πήγε στην κουζίνα.

Βάλθηκε να πλένει πιάτα ενώ από το καθιστικό ακούγονταν ξανά φωνές.

«Πλάκα κάνεις! Τόσο απλά; Σίγουρα είναι καλά, δεν πας να δεις;»

Λίγο μετά ακούστηκε η τηλεόραση. Ο αναστεναγμός δεν ακούστηκε καθόλου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s